Αρχική / Κόσμος / Το εργοστάσιο του ψεύδους | in.gr

Το εργοστάσιο του ψεύδους | in.gr


Στo Βέλες ο αέρας έχει μνήμη. Μυρίζει πετρέλαιο, σκόνη και εγκαταλελειμμένη βιομηχανία. Για τρεις δεκαετίες, ένα εργοστάσιο επεξεργασίας μολύβδου και ψευδαργύρου άφηνε τα κατάλοιπά του πάνω στην πόλη, στο έδαφος και στις όχθες του Αξιού. Μελέτες έχουν καταγράψει βαριά μέταλλα στο επιφανειακό χώμα της περιοχής, κληρονομιά μιας ανάπτυξης που τελείωσε αφήνοντας πίσω της εργοστάσια-φαντάσματα και έναν πληθυσμό να αναζητεί την επόμενη οικονομική του ευκαιρία.

Το Βέλες βρήκε τελικά ένα νέο προϊόν για εξαγωγή. Δεν κατασκευαζόταν σε φούρνους ούτε μεταφερόταν με φορτηγά. Χρειαζόταν έναν υπολογιστή, στοιχειώδη αγγλικά και την ικανότητα να αντιλαμβάνεσαι τι εξοργίζει έναν αμερικανό ψηφοφόρο. Το προϊόν ήταν το ψέμα.

Ο ψηφιακός πυρετός

Το 2016, εκατοντάδες ιστοσελίδες με αμερικανικά ονόματα άρχισαν να δημοσιεύουν εντυπωσιακές «ειδήσεις» υπέρ του Ντόναλντ Τραμπ. Η Χίλαρι Κλίντον δήθεν επρόκειτο να συλληφθεί. Ο Πάπας υποτίθεται ότι είχε ταχθεί υπέρ του Ρεπουμπλικανού υποψηφίου. Ανύπαρκτες δημοσκοπήσεις, πλαστοί τίτλοι και θεωρίες συνωμοσίας προσφέρονταν σε ένα κοινό ήδη πρόθυμο να πιστέψει ότι πίσω από κάθε θεσμό κρυβόταν μια συνωμοσία. Πολλές από αυτές τις ιστοσελίδες είχαν δημιουργηθεί στο Βέλες. Οι νεαροί διαχειριστές τους δεν ήταν υποχρεωτικά φανατικοί οπαδοί του Τραμπ.

Αρχικά δοκίμασαν διαφορετικά πολιτικά ακροατήρια. Διαπίστωσαν, όμως, ότι οι εντυπωσιακές φιλοτραμπικές ιστορίες συγκέντρωναν περισσότερες κοινοποιήσεις, σχόλια και επισκέψεις. Η ιδεολογία ακολούθησε την αγορά. Δεν πουλούσαν πολιτική πεποίθηση. Πουλούσαν εκείνο που ζητούσε ο πελάτης. Επαιρναν κείμενα από αμερικανικές ιστοσελίδες, τα αντέγραφαν ή τα παραποιούσαν, πρόσθεταν έναν εκρηκτικό τίτλο και τα διοχέτευαν στο Facebook. Κάθε επίσκεψη ενεργοποιούσε τις αυτοματοποιημένες διαφημίσεις. Τα δολάρια έφθαναν μέσω της Google, χωρίς ο διαφημιζόμενος να γνωρίζει πάντοτε δίπλα σε ποιο περιεχόμενο εμφανιζόταν το μήνυμά του.

Το χρυσωρυχείο

Για τους νέους μιας πόλης με περιορισμένες προοπτικές, η ανακάλυψη έμοιαζε με χρυσωρυχείο. Το Wired είχε καταγράψει την περίπτωση ενός 18χρονου που κέρδισε σχεδόν 16.000 δολάρια μέσα σε λίγους μήνες, όταν ο μέσος μηνιαίος μισθός στη χώρα ανερχόταν τότε σε περίπου 371 δολάρια. Ενα ψέμα που στην Ουάσιγκτον προκαλούσε πολιτικό σεισμό μπορούσε στο Βέλες να αγοράσει αυτοκίνητο, κινητό ή διαμέρισμα. Η αλήθεια ήταν κακό επιχειρηματικό μοντέλο. Η επιτυχία δεν οφειλόταν στην τεχνική αρτιότητα των ιστοσελίδων. Οι περισσότερες ήταν πρόχειρες και γεμάτες γλωσσικά λάθη. Η δύναμή τους βρισκόταν στην ακριβή κατανόηση του αλγορίθμου και του ανθρώπινου θυμικού.

Οι δημιουργοί τους έμαθαν ότι οργή σημαίνει κοινοποίηση, φόβος σημαίνει παραμονή στην οθόνη και επιβεβαίωση σημαίνει επιστροφή του χρήστη. Δεν χρειαζόταν να πείσουν έναν αναποφάσιστο. Αρκούσε να προσφέρουν στον ήδη πεπεισμένο την ιστορία που ήθελε να διαβάσει.

Η μετα-αλήθεια δεν σημαίνει ότι εξαφανίστηκε η πραγματικότητα. Σημαίνει ότι η πραγματικότητα έχασε το εμπορικό της πλεονέκτημα. Το Βέλες έγινε διάσημο επειδή αποκάλυψε κάτι βαθύτερο από την ευρηματικότητα μερικών βαλκάνιων εφήβων: η παραπληροφόρηση είχε πλέον αποκτήσει βιώσιμο επιχειρηματικό μοντέλο. Οι πλατφόρμες παρείχαν το κοινό, τα διαφημιστικά δίκτυα τα χρήματα και η αμερικανική πολιτική πόλωση την πρώτη ύλη.

Δέκα χρόνια μετά

Οι πλατφόρμες υποσχέθηκαν ελέγχους, έκλεισαν λογαριασμούς και περιόρισαν τη δυνατότητα ορισμένων ιστοσελίδων να κερδίζουν από διαφημίσεις. Το φαινόμενο, ωστόσο, δεν εξαφανίστηκε. Προσαρμόστηκε. Ερευνητές του Stanford Internet Observatory και της Graphika εντόπισαν πριν από τις εκλογές του 2020 ιστοσελίδες από τη Βόρεια Μακεδονία που εμφανίζονταν ως αμερικανικά συντηρητικά μέσα. Οι διαχειριστές τους είχαν βελτιώσει τις μεθόδους τους, αντιγράφοντας κομματικό περιεχόμενο και στοχεύοντας ξανά το φιλοτραμπικό ακροατήριο. Τον Μάιο του 2026, σύμφωνα με τη «Le Monde», υπόθεση με αφετηρία το Βέλες έφθασε σε δικαστήριο της Νέας Υόρκης.

Ο Γκόραν Σπιριντόνοφ και η Κριστίνα Γιανέβα κατηγορήθηκαν για ηλεκτρονική απάτη, συνωμοσία και διακεκριμένη κλοπή ταυτότητας. Αυτή τη φορά δεν επρόκειτο μόνο για ψεύτικες ειδήσεις, αλλά για πώληση φιλοτραμπικών προϊόντων σε Ρεπουμπλικανούς υποστηρικτές μέσω παραπλανητικών πρακτικών. Η εξέλιξη δείχνει τη διαδρομή από το κλίκμπεϊτ στην οργανωμένη ψηφιακή εξαπάτηση. Το κοινό ήταν ήδη εκπαιδευμένο να εμπιστεύεται ιστοσελίδες που επιβεβαίωναν τις πεποιθήσεις του. Το πολιτικό συναίσθημα είχε μετατραπεί σε καταναλωτική ευπιστία.

Premium έκδοση ΤΑ ΝΕΑ 



Source link