Γράφουν στη Realnews: Τ. Αναστασάτος, Στ. Καφούνης, Κ. Κόλλιας, Β. Κορκίδης, Π. Λιαργκόβας, Π. Λώλος, Γ. Μπρατάκος, Π. Πετράκης, Γ. Χατζηθεοδοσίου, Γ. Χατζής.
Απαιτείται χρόνος για να επανέλθουν στην κανονικότητα τόσο η ευρωπαϊκή όσο και η ελληνική οικονομία, καθώς ο πληθωρισμός δεν μειώνεται από τη μία στιγμή στην άλλη. Το συμπέρασμα αυτό είναι κοινό για τους οκτώ επιφανείς οικονομολόγους και επικεφαλής των παραγωγικών κλάδων της οικονομίας που αρθρογραφούν στη Realnews απαντώντας στο ερώτημα «τι μέλλει γενέσθαι στην ελληνική οικονομία μετά τη συμφωνία των ΗΠΑ με το Ιράν». Οικονομικοί αναλυτές, εκπρόσωποι μικρομεσαίων επιχειρήσεων, βιομηχανιών και τουριστικών μονάδων εκφράζουν την αισιοδοξία τους για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι η κανονικότητα θα αργήσει να επανέλθει.
Επισημαίνουν ότι θα χρειαστούν έως και 12 μήνες, ίσως και παραπάνω, έως ότου η διεθνής προσφορά επανέλθει στα προπολεμικά επίπεδα, δεδομένου ότι έχουν πληγεί διυλιστήρια και λιμένες. Στο ενδιάμεσο, το αυξημένο κόστος ενέργειας θα μετακυλίεται στις τιμές των αγαθών και υπηρεσιών και θα λειτουργεί αυξητικά στον πληθωρισμό, ο οποίος για φέτος αναμένεται να κινηθεί άνω του 4% στην Ελλάδα.
Προσθέτουν ότι μετά τη λήξη του πολέμου επικρατεί αισιοδοξία, με τον πληθωρισμό να αρχίζει να απομειώνεται. Αυτή η διαδικασία θα διατηρηθεί μέσα στο 2026 και πιθανόν τους πρώτους μήνες του 2027. Εκτιμούν ότι η αγορά ενέργειας, οι μεταφορές και οι επενδύσεις χρειάζονται χρόνο για να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα. Τα πρώτα οφέλη μπορούν να γίνουν αισθητά σε 30 έως 90 ημέρες. Η ουσιαστική αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και του κόστους παραγωγής αναμένεται σε ορίζοντα έξι έως 12 μηνών, ενώ η πλήρης αξιοποίηση των δυνατοτήτων που δημιουργεί η συμφωνία θα ολοκληρωθεί έπειτα από επτά έως 24 μήνες, διάστημα που απαιτείται για την επαναλειτουργία των πετρελαϊκών υποδομών και την αποκατάσταση των ροών.
Αξίζει να σημειωθεί ότι και η ελληνική βιομηχανία δεν έμεινε ανεπηρέαστη από την πολεμική σύρραξη στη Μέση Ανατολή και στον Περσικό Κόλπο, δεδομένου ότι αποτελεί μέρος μιας παγκόσμιας εφοδιαστικής αλυσίδας. Η επαναφορά στην ομαλότητα δεν συνιστά και αυτόματη επαναφορά στην απρόσκοπτη λειτουργία των επιχειρήσεων, οι οποίες επηρεάζονται από τις γεωπολιτικές εξελίξεις.
Σε ό,τι αφορά τον τουρισμό, η φετινή σεζόν θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό στο last minute. Εκεί θα φανεί αν η ανάκαμψη της ζήτησης θα καλύψει πλήρως τις αρχικές απώλειες. Τα πρώτα σημάδια πάντως δείχνουν ότι, με προσαρμοσμένες προς τα κάτω τιμές, η σεζόν τελικά δεν θα επηρεαστεί πολύ από τη συγκεκριμένη κρίση.

Παναγιώτης Ε. Πετράκης: Ο πληθωρισμός θα αρχίσει να απομειώνεται
Οπως είχαμε εκτιμήσει από την τρίτη ημέρα του πολέμου, περιμέναμε να είχε διάρκεια περίπου τέσσερις μήνες. Ευτυχώς διήρκεσε λιγότερο. Παρ’ όλα αυτά, είναι ακόμη μια συμφωνία που περιμένουμε να εξελιχθεί, έτσι ώστε να δούμε όλες τις λεπτομέρειες και να αντιληφθούμε τις μεσομακροπρόθεσμες επιπτώσεις. Βραχυχρονίως, πάντως, ισχύουν οι προβλέψεις που είχαμε κάνει εδώ και αρκετές ημέρες, σύμφωνα με τις οποίες και να άνοιγαν, όπως τώρα, τα Στενά του Ορμούζ, θα είχαμε δευτερογενείς επιδράσεις στις τιμές της ενέργειας και κατ’ επέκταση σε όλο το φάσμα των προϊόντων. Και αυτό θα γίνει για δύο λόγους. Πρώτον, υπάρχει η ανάγκη από μεγάλες χώρες να αναπληρώσουν τα στρατηγικά τους αποθέματα και συνεπώς η ζήτηση θα συνεχιστεί για κάποιο διάστημα. Δεύτερον, υπάρχουν καταστροφές στη Μέση Ανατολή, οι επιπτώσεις των οποίων δεν είναι πολύ καθαρές, ξέρουμε όμως ότι είναι εκτεταμένες. Επίσης θα πρέπει να αποκατασταθεί η κινητικότητα των πλοίων στα Στενά του Ορμούζ. Ολα αυτά κάνουν δύσκολη την άμεση μείωση των τιμών, ωστόσο επικρατεί αισιοδοξία και επειδή θα αρχίσει να εκλείπει το κερδοσκοπικό στοιχείο, θα δούμε τον πληθωρισμό να απομειώνεται. Αυτή η διαδικασία θα διατηρηθεί μέσα στο 2026 και πιθανόν τους πρώτους μήνες του 2027.

Τάσος Αναστασάτος: Εξομάλυνση μεν, αυξημένο κόστος δε
Η συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν, στον βαθμό που θα οδηγήσει σε διαρκή ειρήνευση στη Μέση Ανατολή, έχει τη δυνατότητα να εξομαλύνει τις παγκόσμιες ροές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Ωστόσο, θα πάρει κάποιους μήνες έως ότου η διεθνής προσφορά επανέλθει στα προπολεμικά επίπεδα, δεδομένου ότι έχουν πληγεί διυλιστήρια και λιμένες. Στο ενδιάμεσο, το αυξημένο κόστος ενέργειας θα μετακυλίεται στις τιμές των αγαθών και υπηρεσιών και θα λειτουργεί αυξητικά στον πληθωρισμό, ο οποίος για φέτος αναμένεται να κινηθεί άνω του 4% στην Ελλάδα. Επιπλέον, η διεθνής διαταραχή επί μήνες σε ενέργεια και εμπόριο ασκεί υφεσιακές πιέσεις στην οικονομία της ευρωζώνης και επομένως και στην ελληνική οικονομία. Από την άλλη πλευρά, η υλοποίηση του Ταμείου Ανθεκτικότητας και Ανάκαμψης (ΤΑΑ) στηρίζει την επενδυτική δραστηριότητα και λειτουργεί αντισταθμιστικά ως προς το ασθενές εξωτερικό περιβάλλον. Συνολικά, αναμένουμε η ανάπτυξη να κινηθεί σε σχετικά ικανοποιητικά επίπεδα φέτος, λίγο κάτω αλλά κοντά στο 2%, υψηλότερα της λοιπής ευρωζώνης. Ασφαλώς είναι σημαντικό να μεγιστοποιηθεί η αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων, με προτεραιοποίηση έργων με μεγάλο θετικό αποτέλεσμα στις παραγωγικές δυνατότητες της οικονομίας. Ωστόσο, πέραν της συγκυρίας, το ζητούμενο είναι να ενισχυθεί η δυνατότητα της ελληνικής οικονομίας να προσελκύει ιδιωτικές επενδύσεις ούτως ώστε να μην επιβραδυνθούν οι συνολικές επενδύσεις μετά τη λήξη του ΤΑΑ. Αυτό είναι προαπαιτούμενο για ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια, όταν η δημογραφική γήρανση θα αρχίζει να επηρεάζει εντονότερα την ελληνική κοινωνία και την οικονομία. Ως προς αυτό, είναι μεγάλης σημασίας να μην ατονήσει η προσπάθεια για την υλοποίηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων οι οποίες βελτιώνουν το επενδυτικό περιβάλλον, όπως η ψηφιοποίηση της δημόσιας διοίκησης, η επιτάχυνση της Δικαιοσύνης, η σύνδεση της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας, η ολοκλήρωση του Κτηματολογίου και των χρήσεων γης, η αύξηση του μέσου μεγέθους των ελληνικών επιχειρήσεων και, τέλος, η ταχεία και ευρεία εισαγωγή νέων τεχνολογιών στην παραγωγή.

Γιάννης Μπρατάκος: Προϋπόθεση η σταθερότητα
Η προκαταρκτική συμφωνία που φαίνεται να διαμορφώνεται για τον τερματισμό των εχθροπραξιών στη Μέση Ανατολή αποτελεί αναμφίβολα θετική εξέλιξη για τη διεθνή κοινότητα, την περιφερειακή σταθερότητα και την παγκόσμια οικονομία. Ωστόσο, σε αυτή τη φάση απαιτούνται ψυχραιμία και ρεαλισμός. Η πραγματική σημασία κάθε συμφωνίας κρίνεται όχι μόνο από την υπογραφή της, αλλά κυρίως από την εφαρμογή της και τη διάρκειά της στον χρόνο. Οι γεωπολιτικές εντάσεις των τελευταίων ετών έχουν καταδείξει πόσο ευάλωτες παραμένουν οι διεθνείς αγορές, οι εφοδιαστικές αλυσίδες και το επενδυτικό κλίμα απέναντι στην αβεβαιότητα. Για τις επιχειρήσεις, η σταθερότητα αποτελεί προϋπόθεση ανάπτυξης, ενώ η ασφάλεια των ενεργειακών και εμπορικών διαδρόμων είναι κρίσιμη για τη διατήρηση της οικονομικής δραστηριότητας και της ανταγωνιστικότητας. Η Ελλάδα, ως χώρα που βρίσκεται σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη γεωγραφική περιοχή, έχει κάθε λόγο να υποστηρίζει πρωτοβουλίες που ενισχύουν τον διάλογο, τη συνεργασία και την ειρηνική επίλυση των διαφορών. Παράλληλα, οφείλει να συνεχίσει να ενισχύει την ανθεκτικότητα της οικονομίας της, να διευρύνει τις διεθνείς συνεργασίες της και να διασφαλίζει ένα σταθερό περιβάλλον για τις επενδύσεις και την επιχειρηματικότητα. Για την ελληνική επιχειρηματική κοινότητα, το ζητούμενο είναι να δημιουργηθούν οι συνθήκες που θα επιτρέψουν την επιστροφή σε ένα περιβάλλον μεγαλύτερης προβλεψιμότητας. Εφόσον η συμφωνία επιβεβαιωθεί και εξελιχθεί σε μια διαρκή διαδικασία αποκλιμάκωσης, θα μπορεί να συμβάλει θετικά στην οικονομική δραστηριότητα, στο διεθνές εμπόριο και στις αναπτυξιακές προοπτικές της ευρύτερης περιοχής. Σε κάθε περίπτωση, η επόμενη ημέρα απαιτεί προσεκτική παρακολούθηση των εξελίξεων, υπευθυνότητα και προσήλωση στη σταθερότητα, που αποτελεί τη σημαντικότερη προϋπόθεση για βιώσιμη ανάπτυξη και ευημερία.

Γιάννης Χατζής: Η σεζόν θα κριθεί στο last minute
Η εκεχειρία ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν λειτουργεί θετικά για τον τουρισμό, κυρίως γιατί περιορίζει την αβεβαιότητα και βελτιώνει σταδιακά το αίσθημα ασφάλειας στην αγορά. Η αλήθεια είναι ότι στην πρώτη φάση της κρίσης ο κόσμος και οι ταξιδιώτες αντέδρασαν ακραία. Το πρώτο διάστημα -και ιδιαίτερα τον Μάρτιο- οι πωλήσεις υποχώρησαν αισθητά, καθώς ένα μέρος της ζήτησης πάγωσε υπό τον φόβο μιας ευρύτερης αποσταθεροποίησης στην περιοχή. Από τον Απρίλιο όμως και μετά παρατηρείται σταδιακή αποκλιμάκωση αυτής της πίεσης. Η ζήτηση άρχισε να επανέρχεται και ήδη διαφαίνεται βελτίωση στην κίνηση και στις κρατήσεις. Αυτό αποτυπώνεται και στα στοιχεία των αεροπορικών αφίξεων, καθώς σωρευτικά στις εβδομάδες μέχρι σήμερα οι διεθνείς αεροπορικές αφίξεις διαμορφώθηκαν στα 10,17 εκατομμύρια, αυξημένες κατά 4% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Ο Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών και η Θεσσαλονίκη κινούνται επίσης στο +4%, ενώ σε αρκετούς προορισμούς καταγράφονται ακόμη ισχυρότερες επιδόσεις, όπως στα Χανιά, στη Μύκονο, στην Κέρκυρα και στο Ηράκλειο. Υπάρχουν βέβαια και προορισμοί με απώλειες, όπως η Κως, η Σαντορίνη και η Ρόδος, κάτι που δείχνει ότι η αγορά παραμένει ανομοιογενής και πιο ευαίσθητη από άλλες χρονιές. Ιδιαίτερα για τη Σαντορίνη, είναι άκρως ανησυχητικό, καθώς η μείωση προστίθεται στις χαμηλές περυσινές επιδόσεις του νησιού λόγω της σεισμικής δραστηριότητας. Πρέπει όμως να σημειωθεί ότι αυτή η επαναφορά της ζήτησης δεν ήρθε χωρίς κόστος. Οι ξενοδόχοι έχουν χαμηλώσει αισθητά τις τιμές τους και οι τουριστικοί πράκτορες έχουν προχωρήσει σε μεγάλες καμπάνιες και προσφορές, προκειμένου να στηρίξουν τις κρατήσεις. Αυτό σημαίνει ότι η αγορά κινείται, αλλά με πιο πιεσμένους όρους ως προς την απόδοση. Γι’ αυτό και η φετινή σεζόν θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό στο last minute. Εκεί θα φανεί αν η ανάκαμψη της ζήτησης θα καλύψει πλήρως τις αρχικές απώλειες. Τα πρώτα σημάδια πάντως δείχνουν ότι, με προσαρμοσμένες προς τα κάτω τιμές, η σεζόν τελικά δεν θα επηρεαστεί πολύ από τη συγκεκριμένη κρίση.
Βασίλης Κορκίδης: Συμφωνία που ισοδυναμεί με καλοκαιρινό «δώρο»
Το ενεργειακό κόστος δεν είναι απλώς ένας λογαριασμός για τα νοικοκυριά. Είναι κόστος λειτουργίας για τη βιομηχανία, το εμπόριο, τις μεταφορές, τα logistics, τον τουρισμό και τη ναυτιλία. Κάθε μείωση στην τιμή του πετρελαίου μεταφέρεται, έστω και με χρονική υστέρηση, σε όλη την αλυσίδα αξίας. Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που τα τελευταία χρόνια δοκιμάστηκαν από πληθωρισμό, ακριβά επιτόκια, αυξημένα ενοίκια και υψηλό λειτουργικό κόστος, η αποκλιμάκωση της ενέργειας μπορεί να λειτουργήσει ως πραγματική ανάσα ρευστότητας. Η συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν είναι ευχής έργον για την ελληνική οικονομία και το εμπόριο. Ισοδυναμεί με καλοκαιρινό «δώρο», που δίνει χαμηλότερο ενεργειακό κόστος, ηπιότερο πληθωρισμό, ευνοϊκότερες συνθήκες χρηματοδότησης, ενίσχυση της κατανάλωσης και αναπλήρωση των τουριστικών κρατήσεων. Η εφαρμογή της συμφωνίας εστιάζει στην επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ και στη σταδιακή επιστροφή του ιρανικού πετρελαίου στην παγκόσμια ζήτηση, οι οποίες άλλωστε αποτελούν τους δύο κρίσιμους δείκτες αξιοπιστίας της συμφωνίας. Εάν η συμφωνία αντέξει πολιτικά και εφαρμοστεί πλήρως, το δεύτερο εξάμηνο του 2026 θα μπορούσε να εξελιχθεί σε περίοδο ταχύτερης επαναφοράς. Ωστόσο, η υπογραφή μιας συμφωνίας ΗΠΑ – Ιράν δεν σημαίνει αυτόματα και πλήρη επιστροφή στην κανονικότητα. Η αγορά ενέργειας, οι μεταφορές και οι επενδύσεις χρειάζονται χρόνο για να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα. Τα πρώτα οφέλη μπορούν να γίνουν αισθητά σε 30 έως 90 ημέρες. Η ουσιαστική αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και του κόστους παραγωγής αναμένεται σε ορίζοντα έξι έως 12 μηνών, ενώ η πλήρης αξιοποίηση των δυνατοτήτων που δημιουργεί η συμφωνία θα ολοκληρωθεί έπειτα από επτά έως 24 μήνες, διάστημα που απαιτείται για την επαναλειτουργία των πετρελαϊκών υποδομών και την αποκατάσταση των ροών. Η συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν, εφόσον αντέξει, μπορεί να γίνει θετικός καταλύτης για το δεύτερο εξάμηνο του 2026. Μπορεί να περιορίσει τον πληθωρισμό, να μειώσει το ενεργειακό κόστος, να στηρίξει την κατανάλωση, να αναστείλει τις αυξήσεις των επιτοκίων από την ΕΚΤ και να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα. Για την ελληνική οικονομία -και ειδικά για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις- είναι μια ευκαιρία που πρέπει να μετατραπεί από διεθνή διπλωματική εξέλιξη σε χειροπιαστό οικονομικό όφελος.

Σταύρος Καφούνης: Αισιοδοξία για ανάκαμψη
Η Ευρώπη και φυσικά η Ελλάδα δέχθηκαν με ανακούφιση τα νέα για κατάπαυση του πυρός στη Μέση Ανατολή και το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, με την ελπίδα όλων να επικρατήσουν η ειρήνη και η ασφάλεια έναντι μιας προσωρινής εκεχειρίας. Το επόμενο χρονικό διάστημα αναμένεται να επιτραπεί, έστω σταδιακά, η ελεύθερη διέλευση των πλοίων από τα Στενά, γεγονός που θα οδηγήσει στην απρόσκοπτη τροφοδοσία της αγοράς με αγαθά (πετρέλαιο, λιπάσματα κ.λπ.), ενώ τα ασφάλιστρα κινδύνου στη ναυτιλία θα περιοριστούν. Ως εκ τούτου, θα συρρικνωθεί το μεταφορικό κόστος, θα εδραιωθεί η αίσθηση της ασφάλειας και θα αυξηθεί η επιβατική κίνηση, με ευεργετικές επιπτώσεις και στον τουρισμό, ιδιαίτερα για τη χώρα μας. Ηδη οι διεθνείς τιμές πετρελαίου κινούνται πτωτικά, χαμηλότερα ακόμα και από 80 δολάρια το βαρέλι, όταν η τιμή του είχε σχεδόν αγγίξει τα 118 δολάρια το βαρέλι εντός της άνοιξης, αμβλύνοντας έτσι τις πληθωριστικές πιέσεις και επιβραδύνοντας ή και αντιστρέφοντας την ανοδική πορεία των επιτοκίων αναφοράς. Ως εκ τούτου, το χαμηλότερο κόστος ενέργειας, σε συνδυασμό με την τόνωση της εμπιστοσύνης, εκτιμάται ότι θα αναθερμάνει την αναιμική, σήμερα, οικονομική δραστηριότητα σε ευρωπαϊκό αλλά και εγχώριο επίπεδο. Βέβαια, η αποκατάσταση της κανονικότητας δεν είναι μια αυτόματη διαδικασία. Απαιτείται χρόνος ώστε να παγιωθεί η ελεύθερη και χωρίς κόστος διέλευση των πλοίων από τα Στενά του Ορμούζ, όπως επίσης και η πλήρης ανάκτηση της παραγωγικής ικανότητας των διυλιστηρίων. Χρόνος επίσης θα χρειαστεί και στην ικανοποίηση της ζήτησης για λιπάσματα στους καλλιεργητές, χωρίς να υπολογίσουμε και το διάστημα που θα δαπανηθεί για την αποκατάσταση των καταστροφών στις αντίστοιχες παραγωγικές υποδομές. Συνεπώς, οι ειδήσεις από τη Μέση Ανατολή αξιολογούνται ως ιδιαίτερα θετικές για τη διεθνή και την εγχώρια οικονομία, αλλά ο ευνοϊκός τους αντίκτυπος θα συνειδητοποιηθεί πλήρως με χρονική υστέρηση, ίσως προς το τέλος του έτους, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι η υπογραφή της συνθήκης ειρήνης θα γίνει σεβαστή από όλους τους εμπλεκομένους.

Πάνος Λώλος: Το στοίχημα για τις ελληνικές επιχειρήσεις
Η ελληνική βιομηχανία δεν έμεινε ανεπηρέαστη από την πολεμική σύρραξη στη Μέση Ανατολή και στον Περσικό Κόλπο, δεδομένου ότι αποτελεί μέρος μιας παγκόσμιας εφοδιαστικής αλυσίδας. Η επαναφορά στην ομαλότητα δεν συνιστά και αυτόματη επαναφορά στην απρόσκοπτη λειτουργία των επιχειρήσεων, οι οποίες επηρεάζονται από τις γεωπολιτικές εξελίξεις. Η αποκατάσταση των εφοδιαστικών ροών μέσω των Στενών του Ορμούζ είναι μια σαφώς θετική εξέλιξη η οποία θα επηρεάσει ευεργετικά τις διεθνείς τιμές των καυσίμων και άρα της ενέργειας. Οι χώρες όμως και αντίστοιχα οι επιχειρήσεις κατανοούν έπειτα από αυτή τη σοβαρή διεθνή κρίση ότι η στρατηγική αυτονομία (επάρκεια και αυτάρκεια) στην ενέργεια και η διαφοροποίηση των πηγών εφοδιασμού είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση και θα αποτελεί βασικό άξονα χάραξης στρατηγικής για το μέλλον. Η περιοχή του Περσικού Κόλπου αποτελεί στρατηγική περιοχή για την απόκτηση ακατέργαστων και ημι-κατεργασμένων πρώτων υλών της ελληνικής βιομηχανίας, αλλά και αξιόλογο εξαγωγικό προορισμό τελικών προϊόντων. Η αποκατάσταση των ζημιών που υπέστησαν σημαντικοί προμηθευτές των ελληνικών βιομηχανιών θα απαιτήσει χρόνο και η αναζήτηση εναλλακτικών πηγών ενέχει κόστος σε χρόνο και αξία, δεδομένης της στενότητας που παρατηρήθηκε στις διεθνείς αγορές. Οι ελληνικές επιχειρήσεις θα προσπαθήσουν να ισορροπήσουν ανάμεσα στην ανάγκη άμεσης κάλυψης που προκύπτει σε επίπεδο εφοδιασμού αλλά και μακροπρόθεσμης στρατηγικής τοποθέτησης καθώς η επαναλειτουργία των προμηθευτών στον Περσικό Κόλπο σε συνθήκες σταθερότητας δεν πρέπει να αποκλειστεί αλλά ούτε και να υποτιμηθεί. Η ελληνική βιομηχανία χρειάζεται προφανώς να επιτύχει τη βέλτιστη δυνατή διαφοροποίηση σε επίπεδο προμηθευτών προκειμένου να μπορεί να διευκολύνει και τις εξαγωγές της αντίστοιχα. Τέλος, όσον αφορά τα επενδυτικά σχέδια για εγκαταστάσεις και υποδομές στην περιοχή ή για προσέλκυση επενδύσεων από την περιοχή, θα απαιτηθεί περισσότερος χρόνος μελέτης και επώασης, αλλά σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να ατονήσει, δεδομένου ότι η ελληνική βιομηχανία έχει ζωτική ανάγκη για μεγέθυνση, η οποία μπορεί να προκύψει αποκλειστικά και μόνο από τη διεθνοποίηση.

Γιάννης Χατζηθεοδοσίου: Θα χρειαστεί χρόνος για την επιστροφή στην κανονικότητα
Οι διπλωματικές προσπάθειες για ειρήνευση στη Μέση Ανατολή φαίνεται ότι απέδωσαν καρπούς και αυτή είναι μια σαφώς θετική εξέλιξη για την παγκόσμια οικονομία και βέβαια για την Ελλάδα. Ο πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, που μαινόταν τόσο καιρό, είχε προκαλέσει αναστάτωση σε όλο τον πλανήτη και ενεργειακή κρίση κυρίως λόγω του αποκλεισμού των Στενών του Ορμούζ, ενώ είχε επηρεάσει αρνητικά το εμπόριο, τις μεταφορές και τον τουρισμό. Ολα δείχνουν ότι τελικά πρυτάνευσε η λογική και εύχομαι να παγιωθεί η ειρήνη και να μην υπάρξουν ανατροπές της τελευταίας στιγμής. Είμαι λίγο επιφυλακτικός, καθώς η ίδια η Ιστορία, ειδικά για την εύφλεκτη περιοχή της Μέσης Ανατολής, μας έχει διδάξει ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο. Εξάλλου, πρέπει να συνυπολογίσουμε και τον παράγοντα Ισραήλ και την κρίση με τον Λίβανο. Το σίγουρο είναι ότι η παγκόσμια κοινότητα ήλπιζε διακαώς για τη λήξη των πολεμικών συγκρούσεων μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, ενώ οι θετικές συνέπειες είναι ήδη ορατές. Μόνο με την ανακοίνωση της συμφωνίας ειρήνης μεταξύ των δύο αντιμαχόμενων πλευρών και πριν καν πέσουν οι υπογραφές έχει ξεκινήσει η πτώση των διεθνών τιμών στο πετρέλαιο. Αυτή η εξέλιξη θα επηρεάσει θετικά και τη χώρα μας, καθώς η μείωση του ενεργειακού κόστους μπορεί να ανακουφίσει επιχειρήσεις και νοικοκυριά, να ομαλοποιήσει τις μεταφορές αγαθών και να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας. Το θέμα είναι το πότε. Το σημειώνω, καθώς αν κάποιος θεωρεί ότι μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα θα επιστρέψουμε στην κανονικότητα, κάνει λάθος. Εκτιμώ ότι θα απαιτηθεί κάποιο εύλογο χρονικό διάστημα για να δούμε όλο το εύρος των θετικών συνεπειών για την οικονομία μας. Σε κάθε περίπτωση, η επίτευξη της ειρήνης είναι εξαιρετικά σημαντική και μπορεί να δώσει σημαντικές προοπτικές ανάπτυξης της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας στη χώρα μας.










