Η επάρκεια των αεροπορικών καυσίμων και το κόστος των εισιτηρίων αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για το καλοκαίρι. Πώς έχει εκκινήσει η τουριστική περίοδος, τι συμβαίνει με τις πτήσεις.
Σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη παράμετρο που δύναται να καθορίσει εν πολλοίς τη ζήτηση για διακοπές και, ως εκ τούτου, να κρίνει την πορεία της φετινής τουριστικής σεζόν εξελίσσονται το κόστος του αεροπορικού καυσίμου και κατ’ επέκταση οι τιμές των αεροπορικών ναύλων.
Με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή να μαίνεται παρά τις διαπραγματεύσεις για εκεχειρία, η πιθανότητα έλλειψης σε αεροπορικά καύσιμα δημιουργεί ένα ιδιαίτερα ασταθές περιβάλλον, εγείροντας ανησυχίες τόσο για το κόστος των εισιτηρίων, όσο και για τη διαθεσιμότητα των πτήσεων.
Και μπορεί μέχρι στιγμής να μην έχουν καταγραφεί μαζικές ακυρώσεις στα ξενοδοχεία ανά την Ελλάδα και οι απώλειες για την ώρα να περιορίζονται σε μικρή κλίμακα, ωστόσο ο ρυθμός των κρατήσεων παραμένει υποτονικός ενόψει εκκίνησης της λειτουργίας του συνόλου των καταλυμάτων, η οποία τοποθετείται στο τέλος Απριλίου.
Η εικόνα
Σε έναν από τους πιο απρόβλεπτους παράγοντες για την ομαλή λειτουργία των αερομεταφορών κατά τη διάρκεια της φετινής τουριστικής σεζόν αναδεικνύονται τα αεροπορικά καύσιμα, καθώς ενδεχόμενη έλλειψή τους μπορεί να διαταράξει την αλυσίδα εφοδιασμού, με αποτέλεσμα την πυροδότηση ενός ντόμινο εξελίξεων με άμεσο αντίκτυπο στις τιμές, στα δρομολόγια, αλλά και στην επιβατική κίνηση.
Ηδη στη γειτονική Ιταλία έχουν παρατηρηθεί οι πρώτες ελλείψεις καυσίμων, με αρκετά αεροδρόμια να έχουν εκδώσει προειδοποιήσεις για τη διαθεσιμότητά τους και να επιβάλλουν περιορισμούς στον ανεφοδιασμό των αεροσκαφών, δίνοντας προτεραιότητα σε ιατρικές, κρατικές και πτήσεις διάρκειας άνω των 3 ωρών.
Οι περιορισμοί που καταγράφονται στην Ιταλία αποτελούν από τις πρώτες ενδείξεις ότι η έλλειψη καυσίμων στην Ευρώπη αρχίζει να αφήνει αποτύπωμα στις αεροπορικές δραστηριότητες. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα με την κλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, η οποία οδήγησε ουσιαστικά στο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, περιορίζοντας σημαντικά τη ροή αργού πετρελαίου, φυσικού αερίου και παραγώγων, όπως τα αεροπορικά καύσιμα, προς τις διεθνείς αγορές.
Στο πλαίσιο αυτό, δεν αποκλείεται, εφόσον η πίεση στην επάρκεια καυσίμων ενταθεί, οι αεροπορικές εταιρείες να οδηγηθούν σε περιορισμό του πτητικού προγράμματός τους ή και σε περικοπή δρομολογίων, προκειμένου να διαχειριστούν το αυξημένο κόστος και τη μειωμένη διαθεσιμότητα.
Από την πλευρά της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει το ενδεχόμενο να προκύψουν πιέσεις στην επάρκεια των αεροπορικών καυσίμων εξαιτίας της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι, μέχρι στιγμής, δεν καταγράφονται πραγματικές ελλείψεις στην ευρωπαϊκή αγορά.
Επιστολή
Σε αυτή την κατεύθυνση, με επιστολή τους προς την Κομισιόν αεροπορικές εταιρείες έχουν ζητήσει την ενεργοποίηση έκτακτων μέτρων σε επίπεδο Ε.Ε., προκειμένου να περιοριστούν οι επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν.
Στην επάρκεια των αεροπορικών καυσίμων εστίασε, στο πλαίσιο της τακτικής γενικής συνέλευσης των μετόχων του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών «Ελευθέριος Βενιζέλος», ο διευθύνων σύμβουλός του, Γιώργος Καλλιμασιάς. «Εμείς έχουμε εγκαταστάσεις αποθήκευσης αεροπορικού καυσίμου και ένα σύστημα διακίνησης του καυσίμου από τις δεξαμενές μέχρι τα φτερά των αεροσκαφών. Η τιμή του πετρελαίου δεν μας επηρεάζει άμεσα γιατί ούτε το αγοράζουμε ούτε το πουλάμε. Προφανώς η τιμή του πετρελαίου μπορεί να επηρεάσει τους αεροπορικούς ναύλους. Υπάρχουν στρατηγικά αποθέματα τόσο στις δικές μας δεξαμενές, όσο και, όπως πληροφορούμαστε, στα μεγάλα διυλιστήρια της χώρας», τόνισε.
«Στην Ελλάδα τα δύο μεγάλα διυλιστήρια κάνουν και παραγωγή, μετατρέπουν το αργό πετρέλαιο σε προϊόντα αεροπορικού καυσίμου, κάτι που δεν συμβαίνει σε όλες τις χώρες. Ωστόσο, εάν υπάρξει πανευρωπαϊκή έλλειψη αεροπορικού καυσίμου, δεν θα μείνουμε ανεπηρέαστοι ανεξάρτητα από τα αποθέματα που έχουμε εμείς. Ανεξάρτητα από το εάν εμείς έχουμε επάρκεια, εάν δεν υπάρχει επάρκεια στο αεροδρόμιο προορισμού, θα υπάρξει πρόβλημα», συμπλήρωσε.
Οι τιμές των ναύλων
Σε κάθε περίπτωση, η μεγάλη άνοδος του κόστους των αεροπορικών καυσίμων έχει ήδη μετακυλιστεί στις τιμές των εισιτηρίων, με τις αεροπορικές εταιρείες να προχωρούν σε αναπροσαρμογές προκειμένου να απορροφήσουν μέρος των αυξημένων δαπανών. Η εξέλιξη αυτή επιβαρύνει περαιτέρω την ήδη συγκρατημένη ταξιδιωτική ζήτηση, δημιουργώντας ένα πιο απαιτητικό περιβάλλον για την αγορά.
Ιδιαίτερος προβληματισμός καταγράφεται για τις αγορές μεγάλων αποστάσεων, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Αυστραλία, καθώς το αυξημένο κόστος των ναύλων ενδέχεται να λειτουργήσει αποτρεπτικά για τους ταξιδιώτες που σχεδιάζουν διακοπές στην Ελλάδα ή σε άλλους ευρωπαϊκούς προορισμούς, με δεδομένο ότι οι μακρινές πτήσεις είναι εκ των πραγμάτων πιο ευάλωτες σε αυξήσεις καυσίμων, γεγονός που μεταφράζεται σε σημαντικά ακριβότερα εισιτήρια.
Την ίδια ώρα, ανησυχία προκαλεί και η στάση των Ευρωπαίων ταξιδιωτών, καθώς το ήδη πιεσμένο οικονομικό περιβάλλον επιβαρύνεται περαιτέρω από την πιθανότητα νέων αυξήσεων στις τιμές της ενέργειας. Μια ενδεχόμενη άνοδος του πετρελαίου περιορίζει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, επηρεάζοντας άμεσα την πρόθεση για ταξίδια και τη συνολική τουριστική δαπάνη.
Σημειώνεται ότι τα καύσιμα αντιπροσωπεύουν κατά μέσο όρο περίπου το 26% των λειτουργικών εξόδων των αεροπορικών εταιρειών, σύμφωνα με την IATA (International Air Transport Association – Διεθνής Οργανισμός Εκπροσώπησης Αερομεταφορέων), με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις τιμές των εισιτηρίων και ενδεχόμενες αναπροσαρμογές.
Οι κρατήσεις
«Σεζόν μέρα με τη μέρα» χαρακτηρίζουν, από την πλευρά τους, τη φετινή τουριστική περίοδο οι επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται στον κλάδο της φιλοξενίας, διαπιστώνοντας υστέρηση στον ρυθμό των νέων κρατήσεων. Σημειωτέον ότι για το Πάσχα λειτούργησε μόνο το 30% των επιχειρήσεων που βασίζεται στο μοντέλο «ήλιος – θάλασσα», με τα υπόλοιπα ξενοδοχεία να αναμένεται να εκκινήσουν τη σεζόν στο τέλος Απριλίου.
Σύμφωνα, πάντως, με πληροφορίες, οι μεγάλοι tour operators που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα καταγράφουν για τη φετινή σεζόν μια κάμψη στις ροές των κρατήσεων της τάξης του 8% έως 10% σε σχέση με την αντίστοιχη περυσινή περίοδο. Σημειώνεται ότι περίπου οι 6 στις 10 κρατήσεις προέρχονται από το μοντέλο του μαζικού τουρισμού, το οποίο κατά κύριο λόγο εκπροσωπείται από τους μεγάλους ταξιδιωτικούς οργανισμούς.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον και με δεδομένο ότι οι διαπραγματεύσεις για εκεχειρία δεν έχουν ανατρέψει το κλίμα σε επίπεδο κρατήσεων, οι ξενοδόχοι επιχειρούν να στηρίξουν τη ζήτηση υιοθετώντας πιο ευέλικτες πολιτικές ακυρώσεων και τροποποιήσεων. Συγκεκριμένα, προσφέρουν τη δυνατότητα επιστροφής χρημάτων υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και εντός προκαθορισμένου χρονικού διαστήματος πριν από την άφιξη, σε μια προσπάθεια να ενισχύσουν την εμπιστοσύνη των ταξιδιωτών και να ενθαρρύνουν τις κρατήσεις εν μέσω αβεβαιότητας.
Πέραν του αυξημένου λειτουργικού κόστους των επιχειρήσεών τους, στα βασικά σημεία ανησυχίας για τους επιχειρηματίες του κλάδου συγκαταλέγεται η άνοδος του κόστους των αεροπορικών εισιτηρίων, με αρκετούς εξ αυτών να εκφράζουν φόβους ακόμη και για πιθανό κύμα ακυρώσεων, εφόσον το κόστος μετακίνησης συνεχίσει να ανεβαίνει.
Παράλληλα, αντίστοιχες επιβαρύνσεις ενδέχεται να προκύψουν και στις ακτοπλοϊκές μετακινήσεις στο εσωτερικό, γεγονός που θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τους νησιωτικούς προορισμούς, οι οποίοι εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την πρόσβαση μέσω πλοίων.
Επαναφορά των πτήσεων
Την ίδια στιγμή, πάντως, η πλειονότητα των αερομεταφορέων που επιχειρούν στη Μέση Ανατολή επαναφέρουν το πτητικό πρόγραμμά τους ή μέρος αυτού, με τη συνδεσιμότητα του μεγαλύτερου αεροδρομίου της χώρας με τα κράτη του Κόλπου να εμφανίζει σημάδια σταδιακής αποκατάστασης.
Στο πλαίσιο αυτό, η Gulf Air επανεκκίνησε τα δρομολόγιά της, ωστόσο, λόγω περιορισμών στον εναέριο χώρο του Μπαχρέιν, οι πτήσεις της θα εκτελούνται από το Νταμάμ της Σαουδικής Αραβίας.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες, όλες οι αεροπορικές εταιρείες (Middle East Airlines, Royal Jordanian, Saudi Arabian Airlines, Qatar Airways, Air Arabia, Etihad, Emirates), πλην των δύο εγχώριων αερομεταφορέων, της Aegean Airlines, που παρατείνει την ακύρωση των δρομολογίων της μέχρι τον Ιούνιο, και της SKY express, επανεκκινούν σταδιακά τα δρομολόγιά τους από και προς τις χώρες της Μέσης Ανατολής. Μάλιστα, δρομολόγια πραγματοποιούνται πλέον και από τις αεροπορικές εταιρείες του Ισραήλ (El Al, Arkia, Israir, Air Haifa).
Για την ώρα το μεγαλύτερο αεροδρόμιο της χώρας, ο Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών «Ελευθέριος Βενιζέλος», δεν συνδέεται μόνο με το Ιράκ, το οποίο εξυπηρετείτο με δρομολόγια που εκτελούσε η Aegean. Σε γενικές γραμμές, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, συνολικά οι μισές πτήσεις μεταξύ Αθήνας και των χωρών της Μέσης Ανατολής έχουν ακυρωθεί, με τα υπόλοιπα δρομολόγια να εκτελούνται κανονικά.
Οι επιδόσεις εν μέσω πολέμου
Οι πρώτες επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή σε επίπεδο αεροδρομίων αποτυπώθηκαν στα αποτελέσματα που κατέγραψε ο Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών «Ελευθέριος Βενιζέλος» τον Μάρτιο. Η επιβατική κίνηση του αεροδρομίου της Αθήνας κατά τη διάρκεια του πρώτου μήνα των συγκρούσεων στον Κόλπο ανήλθε σε 2,31 εκατ., αυξημένη κατά 3,8% σε σύγκριση με το 2025, με τον ρυθμό ανάπτυξης, ωστόσο, να παρουσιάζει επιβράδυνση σε σύγκριση με τους δύο πρώτους μήνες του τρέχοντος έτους, οι οποίοι κατέγραψαν διψήφιο ποσοστό ανόδου. Η εγχώρια επιβατική κίνηση σημείωσε αύξηση 4,8% και η διεθνής κίνηση βρέθηκε στο συν 3,4% σε σχέση με πέρυσι.
Σε ό,τι αφορά τις επιδόσεις των 14 περιφερειακών αεροδρομίων που διαχειρίζεται η Fraport Greece, η επιβατική κίνηση δεν φαίνεται να επηρεάστηκε ουσιαστικά από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, καταγράφοντας συνολική αύξηση κατά 6,9% τον Μάρτιο του 2026 σε σύγκριση με το 2025, με τον συνολικό αριθμό επιβατών να ανέρχεται σε 889.000 από 831.000 έναν χρόνο πριν.
Σύμφωνα, δε, με τα στοιχεία του Eurocontrol (Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια της Αεροναυτιλίας), η Ελλάδα καταγράφει τις μικρότερες απώλειες μεταξύ των δέκα μεγαλύτερων ευρωπαϊκών χωρών που διαθέτουν δρομολόγια προς τη Μέση Ανατολή.
Ο μέσος ημερήσιος αριθμός πτήσεων από τη χώρα μας προς τη Μέση Ανατολή για το διάστημα από την 1η Ιανουαρίου έως τις 27 Φεβρουαρίου ανερχόταν σε 26. Για το διάστημα μετά την έναρξη του πολέμου και συγκεκριμένα από τις 11 έως τις 24 Μαρτίου ο αντίστοιχος αριθμός ανέρχεται σε 16, παραπέμποντας σε μείωση 38%. Η ποσοστιαία αυτή πτώση είναι η μικρότερη μεταξύ των δέκα υπό εξέταση κρατών (Τουρκία, Ηνωμένο Βασίλειο, Γερμανία, Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία, Κύπρος, Ελλάδα, Ελβετία, Πολωνία). Η μεγαλύτερη ποσοστιαία μείωση καταγράφηκε στην Πολωνία στο -87%, με μόλις τρεις πτήσεις να εκτελούνται πλέον, ενώ η Τουρκία είναι η χώρα που έχει επηρεαστεί περισσότερο, με 82 δρομολόγια έναντι 179 προ κρίσης.









