Η Μάρα Δαρμουσλή μιλά στην «R» για την παράσταση «Τίμιες πόρνες», δίνει τις δικές της συντεταγμένες στον χώρο της ηθοποιίας και ισορροπεί ανάμεσα στις πολλές ιδιότητές της ως επαγγελματία, συζύγου και μητέρας.
Τα τελευταία χρόνια έχει στραφεί με αφοσίωση στην υποκριτική. Αν και ξεκίνησε την πορεία της από το μόντελινγκ, η Μάρα Δαρμουσλή δηλώνει σήμερα ότι η σκηνή είναι ο φυσικός χώρος της. Φέτος, πρωταγωνιστεί μαζί με την Κρυσταλλία Κεφαλούδη στην παράσταση «Τίμιες πόρνες», που βασίζεται στο βιβλίο της Λένας Τερκεσίδου, και μέσα από αληθινές ιστορίες προσεγγίζει το επίκαιρο θέμα της βίας και της επιβολής εξουσίας κατά των γυναικών. Οπως παραδέχεται η ίδια, δεν ήταν ποτέ άνθρωπος του λόγου, ωστόσο η τέχνη της ηθοποιίας της δίνει τον τρόπο να εκφράζεται ουσιαστικά. «Δεν είχα ποτέ τις “σωστές” ατάκες, ενώ τώρα υπάρχει πάντα ένα σενάριο. Μου αρέσει να βλέπω τον κόσμο να γελά. Μου αρέσει όταν συγκινείται. Και αυτό μας φέρνει όλους λίγο πιο κοντά. Μία καλή ιστορία μπορεί να το κάνει αυτό», λέει στη Realnews.
Οι ρόλοι που την έχουν σημαδέψει είναι πολλοί, γιατί σε κάθε δουλειά αφήνει ένα κομμάτι της. Ωστόσο, όπως η ίδια εξομολογείται, υπήρξε ένας ρόλος που χάραξε πιο βαθιά το αποτύπωμά του. «Κάθε ρόλος αφήνει σημάδια στην ψυχή μου. Θα ακουστεί περίεργο, αλλά ο ρόλος που με σημάδεψε πιο πολύ ήταν όταν έπαιξα το φάντασμα στη “Γυναίκα με τα μαύρα”. Ολος αυτός ο βουβός πόνος είναι τρομακτικός». Στην πορεία της είχε την τύχη να συναντήσει ανθρώπους, που την καθόρισαν, είτε ως δασκάλους είτε ως συνεργάτες. «Τον αείμνηστο Δημήτρη Ημελλο τον είχα δάσκαλο δύο χρόνια. Ηταν καλλιτέχνης που συνδύαζε παιδεία, ταλέντο και μεταδοτικότητα. Εξαιρετικός ως ηθοποιός και ως δάσκαλος. Ομως δεν μπορώ να παραλείψω τον Κώστα Φιλίππογλου και τη Φρόσω Κορρού, που με ξεκλείδωσαν εκφραστικά, προσφέροντας μια απίστευτη πρακτική εργαλειοθήκη για να αντιμετωπίζω ρόλους».
Κοιτάζοντας πίσω στο παρελθόν της, η Μ. Δαρμουσλή τονίζει πως το μόντελινγκ της έδωσε εφόδια που σήμερα χρησιμοποιεί στη σκηνή. «Η επαγγελματική πειθαρχία από νεαρή ηλικία με ακολουθεί σε ό,τι δουλειά και αν κάνω. Προτεραιότητα έχει το έργο. Με ελκύουν ρόλοι που είναι αντίθετοι από το αυτονόητο κάστινγκ. Βαριέμαι λίγο τους ρόλους των ωραίων γυναικών – προτιμώ να είμαι το φάντασμα ή έστω η κακιά».
Η ενασχόλησή της με το σώμα δεν περιορίστηκε ποτέ μόνο στην εμφάνιση. Μέσα από το θέατρο γνώρισε την κινησιολογία, τον χορό και τα ακροβατικά. «Ο σωστός κόουτς είναι σκηνοθέτης, χορογράφος και ψυχολόγος μαζί. Σε βλέπει, σου κάνει προσωπικές παρατηρήσεις, διορθώσεις, σε φέρνει σε ένα αποτέλεσμα που, αν ξεκινούσες μόνος, δεν θα ήξερες πού θα κατέληγε», εξηγεί και συνεχίζει: «Η άσκηση ανέκαθεν ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μου. Αλλά ο χορός είναι η ψυχοθεραπεία μου. Επιστρέφω σπίτι μου άλλος άνθρωπος, χωρίς ένταση, και αγαπώ όλο τον κόσμο».
Προσωπικές ακροβασίες
Η Μ. Δαρμουσλή αναπόφευκτα ισορροπεί ανάμεσα στους πολλούς ρόλους της ως επαγγελματία, μητέρας, συζύγου. Εχει αποκτήσει έναν γιο με τον Παύλο Καπώνη και έναν ακόμη με τον σύζυγό της, σεφ Βασίλη Τσατσάκη, με τον οποίο παντρεύτηκαν το 2020. Η μητρότητα, φυσικά, έχει αλλάξει ριζικά τον τρόπο που βλέπει τη ζωή, με τις απαιτήσεις αλλά και τις συγκινήσεις της. «Κατ’ αρχάς, δεν ήξερα ότι η ημέρα έχει… 28 ώρες. Οτι μπορούμε να επιβιώσουμε και να λειτουργούμε με μόλις τέσσερις ώρες ύπνο σε σταθερή βάση. Μπορεί να φαίνομαι 10 χρόνια μεγαλύτερη, αλλά με το σωστό μακιγιάζ και τα φίλτρα όλα είναι καλά! Α, και δεν μπορούσα να φανταστώ ότι μπορώ να αγαπήσω τόσο και ταυτόχρονα να είμαι έξαλλη…».

Μιλώντας για τα παιδιά της, ο λόγος της μαλακώνει, αποκτά τρυφερό βάθος. «Με τον Αγγελο συγκινούμαι όταν τον βλέπω χαρούμενο με κάτι που πέτυχε ύστερα από σκληρή μάχη. Οταν ξανασηκώνεται έπειτα από μία πτώση. Με τον Μιχάλη, σχεδόν τεσσάρων ετών, κάθε φορά που τρυπώνει ανάμεσα σε εμένα και τον Βασίλη όταν είμαστε αγκαλιά. Και όταν κάνει κάποια μικρή αδεξιότητα και μου λέει από μόνος του “δεν πειράζει”». Οσο για τις προκλήσεις που συναντά στον χώρο της τέχνης; «Δεν υπάρχει μαγικό μυστικό, παρά μόνο δουλειά και πίστη», απαντά απλά. «Με όσο καλύτερη προετοιμασία γίνεται και σκληρή δουλειά για ό,τι περνά από το χέρι μου. Για τα υπόλοιπα: τύχη και προσευχή».

Ξεκαθαρίζει, ωστόσο, ότι ποτέ δεν κυνηγούσε διακρίσεις, ούτε την ενδιέφεραν οι συγκρίσεις. Ο μόνος της αντίπαλος ήταν πάντα ο εαυτός της. «Κάποια στιγμή, μεταξύ σοβαρού και αστείου, έκανα μαθήματα ξυλοπόδαρων. Το μεγαλύτερο μάθημα που πήρα ήταν ότι η ισορροπία δεν είναι προορισμός, είναι διαδρομή. Και την πετυχαίνεις μόνο αναζητώντας τη. Κάποιες στιγμές έχει προτεραιότητα κάποιο από τα τρία, τα άλλα πρέπει να συντονιστούν και να σε υποστηρίξουν».








