Αρχική / Κόσμος / Κρίστα Πάικ: Από την αποτυχημένη εκτέλεση στις εισαγγελικές παρατυπίες που θα σκότωναν άδικα ανθρώπους

Κρίστα Πάικ: Από την αποτυχημένη εκτέλεση στις εισαγγελικές παρατυπίες που θα σκότωναν άδικα ανθρώπους


«Έχοντας υποστεί πάνω από 20 χρόνια κράτησης στην απομόνωση και μια ολοκληρωμένη απόπειρα θανάτωσής της με θανατηφόρα ένεση, η Κρίστα είναι το άτομο που έχει υποστεί την πιο σκληρή τιμωρία σε ολόκληρη την ιστορία της θανατικής ποινής στις ΗΠΑ», υποστήριξε ένας εκ των δικηγόρων της. Μέσα σε λίγες γραμμές ξεδιπλώθηκαν μεγάλες αντιφάσεις στον αμφιλεγόμενο αυτό θεσμό απονομής δικαιοσύνης.

Το πρώτο άτομο που απογοητεύτηκε με αυτή την δραματική εξέλιξη ήταν η Μέι Μαρτίνεζ, μητέρα της Κολίν Σλέμερ, της 19χρονης που βασάνισε και δολοφόνησε το 1995 η Κρίστα Πάικ  σε δασική περιοχή του Νόξβιλ των ΗΠΑ.

Όπως δήλωσε η ίδια σε τοπικό μέσο ενημέρωσης «η πολιτεία της εξέφρασε την ειλικρινή της συγγνώμη» για την αποτυχημένη εκτέλεση, στην οποία ήταν παρούσα. Είχε μάλιστα ξεκινήσει έρανο για να χρηματοδοτήσει το ταξίδι της στο Τενεσί προκειμένου να παραστεί στην εκτέλεση της Πάικ, δηλώνοντας πως: «Το μόνο που ήθελα ήταν να αποδοθεί δικαιοσύνη». Μετά την αποτυχία της εκτέλεσης παραιτήθηκε και ο επικεφαλής της σωφρονιστικής διοίκησης του Τενεσί όπως ανακοινώθηκε και το Σάββατο 3 Οκτωβρίου.

Στην περίπτωση της Πάικ δεν τίθεται ζήτημα δικαστικής αθώωσής της για τη δολοφονία της Σλέμερ. Τι συμβαίνει, όμως, όταν ένα σύστημα που αποδεδειγμένα κάνει λάθη έχει την εξουσία να επιβάλλει μια ποινή που δεν διορθώνεται;

Σύμφωνα με νεότερα στοιχεία του Death Penalty Information Center, (DPIC) ένας ανεξάρτητος μη κερδοσκοπικός οργανισμός στην Ουάσιγκτον, που ειδικεύεται στη συλλογή και ανάλυση δεδομένων για τη θανατική ποινή στις ΗΠΑ περισσότερες από 600 καταδίκες για εγκλήματα που επισύρουν τη θανατική ποινή ή θανατικές καταδίκες έχουν ανατραπεί ή έχουν οδηγήσει σε απαλλαγές λόγω εισαγγελικών παρατυπιών.

Περισσότερο από το 6,3% όλων των θανατικών καταδικών που επιβλήθηκαν από το 1972 και μετά ανατράπηκαν εξαιτίας εισαγγελικών παρατυπιών ή κατέληξαν σε απαλλαγή. Σύμφωνα με τους ειδικούς μάλιστα, η πραγματική έκταση του προβλήματος είναι πιθανότατα πολύ μεγαλύτερη.

Από τις συνολικά 202 απαλλαγές θανατοποινιτών, τουλάχιστον οι 144, δηλαδή περίπου το 70%, αφορούσαν συγκεκριμένα εισαγγελικές παρατυπίες, μια υποκατηγορία της ευρύτερης κατηγορίας «παρατυπιών από κρατικούς αξιωματούχους», η οποία περιλαμβάνει επίσης παρατυπίες από την αστυνομία και άλλες κρατικές αρχές.

Οι συνηθέστερες μορφές παρατυπιών ήταν η απόκρυψη αποδεικτικών στοιχείων ευνοϊκών για την υπεράσπιση, η οποία εντοπίστηκε στο 35% των καταδικών ή ποινών που ανατράπηκαν, και η ανάρμοστη επιχειρηματολογία, η οποία καταγράφηκε στο 33% των ποινών που ανατράπηκαν.

Σύμφωνα μάλιστα με έκθεση του Fair Punishment Project της Νομικής Σχολής του Χάρβαρντ μόλις πέντε εισαγγελείς, με υψηλά ποσοστά παρατυπιών, ευθύνονται για περισσότερες από 440 θανατικές καταδίκες.

Ο πόνος

Ακόμη όμως και όταν δεν αμφισβητείται η ενοχή, υπάρχει ένα δεύτερο πρόβλημα. Μπορεί το κράτος να εγγυηθεί μια εκτέλεση παρατεταμένη σωματική οδύνη; Η περίπτωση της Πάικ δεν ήταν η πρώτη αποτυχημένη εκτέλεση στις ΗΠΑ. Η Μάρσα Μπλάκμπερν, γερουσιαστής των ΗΠΑ, αντέδρασε στην αποτυχημένη εκτέλεση της Πάικ ζητώντας από την πολιτεία να επαναφέρει την ηλεκτρική καρέκλα. Ωστόσο, και αυτή η μέθοδος έχει το δικό της ιστορικό αποτυχιών.

«Το να αποδεχόμαστε τον θάνατο ως κατάλληλη τιμωρία για ορισμένα εγκλήματα δεν σημαίνει αυτομάτως ότι θα πρέπει να αποδεχόμαστε και την πρόκληση σωματικής οδύνης» αναφέρει σε ανάλυσή του στο The Conversation Λέκτορας Βιοηθικής, Πανεπιστήμιο Μόνας και Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης, Τζούλιαν Κόπλιν.

«Παρότι η διαδικασία του θανάτου μπορεί να περιλαμβάνει πόνο, δεν υποφέρουμε από τον ίδιο τον θάνατο, επειδή όταν αυτός επέρχεται δεν υπάρχουμε πλέον για να τον βιώσουμε. Ο θάνατος αποτελεί τιμωρία όχι επειδή υποφέρουμε από αυτόν, αλλά επειδή μας στερεί όλα τα καλά πράγματα που συνεπάγεται το να είμαστε ζωντανοί» λέει ο Κόπλιν.

Στην περίπτωση της Πάικ, ωστόσο, υπογραμμίζει ότι αυτό που βίωσε δεν ήταν η στέρηση που επιφέρει ο θάνατος, αλλά η σωματική οδύνη που συνδέεται με τη χορήγηση των φαρμάκων, καθώς και οι όποιες ιατρικές επιπλοκές ενδέχεται να ακολουθήσουν. Σε αυτές μπορεί να περιλαμβάνεται εγκεφαλική βλάβη.

«Αν επιβιώσει από αυτή την αποτυχημένη εκτέλεση, ενδέχεται να επιστρέψει στην πτέρυγα των μελλοθανάτων, έχοντας μπροστά της το ενδεχόμενο να προγραμματιστεί εκ νέου η εκτέλεσή της» λέει και καταλήγει πως «όποια κι αν είναι η άποψή μας για το κατά πόσον ο θάνατος μπορεί να αποτελεί κατάλληλη τιμωρία, η οδύνη που συνεπάγονται οι αποτυχημένες εκτελέσεις θα πρέπει να μας προβληματίσει».

Η μεγαλύτερη εικόνα

Αυτά τα ζητήματα, όμως, δεν εμφανίζονται εν κενώ. Η θανατική ποινή παραμένει νόμιμη σε 27 πολιτείες των ΗΠΑ, όμως σύμφωνα με τα στοιχεία η πραγματική εφαρμογή της έχει περιοριστεί δραστικά.

Η θανατική ποινή ήταν κάποτε πολύ συνηθέστερη στις ΗΠΑ. Οι εισαγγελείς τις δεκαετίες του 1980 και του 1990 -μια περίοδο που χαρακτηριζόταν από υψηλά επίπεδα εγκληματικότητας και βίας- ζητούσαν συχνά και εξασφάλιζαν θανατικές καταδίκες. Ο αριθμός των ανθρώπων στην πτέρυγα των μελλοθανάτων διογκώθηκε και έφτασε τις αρκετές χιλιάδες εκείνη την περίοδο.

Ωστόσο, όπως σημειώνει η Washington Post, αποτυχημένες εκτελέσεις όπως αυτή της Πάικ έχουν επίσης προκαλέσει νέες εκκλήσεις για αναστολή των εκτελέσεων, με τους αντιπάλους της θανατικής ποινής να υποστηρίζουν ότι η υπόθεση του Τενεσί καταδεικνύει την εγγενή σκληρότητά της.

Πράγματι, οι εκτελέσεις πραγματοποιούνται πλέον από ένα σχετικά μικρό ποσοστό των πολιτειών, πχ Φλόριντα, Τέξας, ενώ ο ετήσιος αριθμός των εκτελέσεων σε εθνικό επίπεδο έχει μειωθεί σημαντικά από τις αρχές του αιώνα. Οι νέες θανατικές καταδίκες έχουν κατακρημνιστεί, ενώ έχει αυξηθεί ο αριθμός των πολιτειών που απαγορεύουν τη θανατική ποινή.

Οι νέες θανατικές καταδίκες μειώθηκαν επίσης δραματικά, από εκατοντάδες κάθε χρόνο κατά τη δεκαετία του 1990 σε 23 νέες θανατικές καταδίκες πέρυσι, σύμφωνα με το Death Penalty Information Center, το οποίο παρακολουθεί την εφαρμογή της θανατικής ποινής.

Είναι γεγονός ότι ενώ η κυβέρνηση Ντόναλντ Τραμπ μέσω του υπουργείου Δικαιοσύνης ζητά τη θανατική ποινή σε δεκάδες υποθέσεις, μέχρι στιγμής η υπηρεσία δεν έχει εξασφαλίσει καμία νέα ομοσπονδιακή θανατική καταδίκη κατά τη δεύτερη θητεία του Τραμπ.

Γιατί υποχωρεί

Η γενικότερη υποχώρηση της θανατικής ποινής πιθανότατα οφείλεται σε διάφορους παράγοντες, σύμφωνα με ειδικούς, μεταξύ των οποίων τα χαμηλότερα ποσοστά βίαιης εγκληματικότητας, ένα κύμα αθωώσεων που ανέδειξε σφάλματα του συστήματος απονομής δικαιοσύνης και η συνολική βελτίωση της νομικής υπεράσπισης.

«Οι ένορκοι και το ευρύ κοινό κατανοούν πλέον λίγο καλύτερα πώς λειτουργεί και πώς δεν λειτουργεί το σύστημα της θανατικής ποινής», δήλωσε η Έμιλι Χιουζ, καθηγήτρια Νομικής στο Πανεπιστήμιο της Αϊόβα.

«Όσο αυξάνεται η πληροφόρηση, τόσο αυξάνεται και ο σκεπτικισμός, και το βλέπουμε αυτό να αποτυπώνεται στις αποφάσεις των ενόρκων», πρόσθεσε η Χιουζ, η οποία διοργανώνει κάθε χρόνο εκπαιδευτικά σεμινάρια για δικηγόρους υπεράσπισης σε υποθέσεις θανατικής ποινής. «Το βλέπουμε στις αποφάσεις των εισαγγελέων να μη ζητούν τη θανατική ποινή. Το βλέπουμε στις πολιτείες που αποφασίζουν να σταματήσουν».

Η υποστήριξη προς τη θανατική ποινή «μειώνεται σε ορισμένους κύκλους επειδή είναι απλώς υπερβολικά δαπανηρή», δήλωσε ο Ντάνιελ Νάγκιν, καθηγητής δημόσιας πολιτικής και στατιστικής στο Carnegie Mellon. «Αποτελεί πηγή ατελείωτων εφέσεων και οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται ότι είναι εξαιρετικά δαπανηρή».

Οι υποστηρικτές της θανατικής ποινής υποστηρίζουν ότι η λύση είναι να επιταχυνθεί η διαδικασία, μεταξύ άλλων ενδεχομένως περιορίζοντας το χρονικό διάστημα κατά το οποίο οι καταδικασμένοι μπορούν να ασκούν ένδικα μέσα.

Ωστόσο, η πραγματική εκτέλεση των θανατικών ποινών έχει αποδειχθεί δύσκολη για ορισμένες πολιτείες, όπως έδειξε το Τενεσί δύο φορές φέτος.

Ορισμένες πολιτείες δυσκολεύονται επίσης να εξασφαλίσουν τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται στις θανατηφόρες ενέσεις, καθώς οι φαρμακευτικές εταιρείες αντιτίθενται στη χρήση των προϊόντων τους για τη θανάτωση ανθρώπων. Αυτό έχει οδηγήσει τις πολιτείες σε έναν αγώνα δρόμου για την εξεύρεση φαρμάκων και, σε ορισμένες περιπτώσεις, στην υιοθέτηση άλλων μεθόδων, όπως η ηλεκτροπληξία, το εκτελεστικό απόσπασμα ή η χρήση αζώτου για τη στέρηση οξυγόνου από τον κρατούμενο.

Μπορεί να υπάρχει κάποιου είδους μορατόριουμ στις εκτελέσεις, αλλά αν αυτές δεν μπορούν ρεαλιστικά να πραγματοποιηθούν χωρίς να ενέχουν σημαντικό κίνδυνο πρόσθετης οδύνης, λέει ο δρ. Κόπλιν, «δεν είναι σαφές κατά πόσον μπορούν να δικαιολογηθούν, ακόμη και για όσους πιστεύουν ότι ο θάνατος, κατ’ αρχήν, αποτελεί κατάλληλη τιμωρία για ορισμένα εγκλήματα».



Source link