Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι πρώτες εβδομάδες του φθινοπωρινού εξαμήνου στα πανεπιστήμια έχουν αποκτήσει ένα ιδιαίτερα ανησυχητικό προσωνύμιο: «κόκκινη ζώνη». Πρόκειται για την περίοδο περίπου έξι έως δέκα εβδομάδων μετά την έναρξη των μαθημάτων, όταν πάρτι αδελφοτήτων, γυναικείων αδελφοτήτων και μπαρ εκτός πανεπιστημιούπολης βρίσκονται στο επίκεντρο της φοιτητικής ζωής.
Για πολλούς φοιτητές είναι μια περίοδος γνωριμιών και διασκέδασης. Για τους οργανισμούς που ασχολούνται με την πρόληψη της σεξουαλικής βίας, όμως, αποτελεί ταυτόχρονα περίοδο αυξημένου κινδύνου, σύμφωνα με τον Guardian.
Εκεί ακριβώς τοποθετείται και η υπόθεση που συγκλονίζει σήμερα το Πανεπιστήμιο Cornell, επαναφέροντας στο προσκήνιο ένα ερώτημα που τα αμερικανικά πανεπιστήμια αντιμετωπίζουν εδώ και δεκαετίες: τι συμβαίνει όταν οι καταγγελίες για σεξουαλική κακοποίηση συναντούν τις εσωτερικές διαδικασίες των ιδρυμάτων και το ποινικό σύστημα;
👀 ABD’deki Cornell Üniversitesi’ndeki Cornell 7 olayı yeniden gündemde!
20 yaşındaki bir öğrenci, yedi erkek öğrenci tarafından saatler boyunca saldırıya uğradığını söyledi.
📱 İddiaya göre öğrencilerden biri, Snapchat gruplarına mesaj göndererek diğer öğrencileri odaya… pic.twitter.com/HT1BnE0EYf
— eGündem (@egundemhaber) September 30, 2026
Η καταγγελία της Jane Doe
Τον Σεπτέμβριο του 2026, πρώην φοιτήτρια του Cornell, γνωστή στα δικαστικά έγγραφα ως Jane Doe, κατέθεσε αστική αγωγή σχετικά με περιστατικό που, σύμφωνα με την καταγγελία της, σημειώθηκε τον Οκτώβριο του 2024 στο σπίτι της αδελφότητας Chi Phi.
Η γυναίκα υποστηρίζει ότι επτά άνδρες την κακοποίησαν σεξουαλικά επί ώρες, αφού προηγουμένως είχε καταναλώσει αλκοόλ και κεταμίνη.
Όπως αναφέρει, έφτασε στο σπίτι της αδελφότητας ήδη μεθυσμένη και αρχικά συμμετείχε οικειοθελώς στην κατανάλωση ουσιών. Στη συνέχεια, όμως, υποστηρίζει ότι η κατάσταση άλλαξε δραματικά, ότι δεν ήταν πλέον σε θέση να αντιδράσει και ότι οι άνδρες την πίεζαν να συνεχίσει να καταναλώνει κεταμίνη.
Οι επτά άνδρες δεν έχουν καταδικαστεί για ποινικό αδίκημα και αρνήθηκαν τις κατηγορίες κατά την πανεπιστημιακή διαδικασία. Η υπόθεση παραμένει αντικείμενο έρευνας.
7 Cornell frat boys are accused of drugging and raping a young woman. Other men were allegedly told there was “free pussy” upstairs. The accused were reportedly offered the opportunity to mitigate their conduct by writing essays. pic.twitter.com/Q0an5bITeH
— zellie (@zellieimani) September 20, 2026
Μια υπόθεση που είχε αρχικά κλείσει
Η διαχείριση της καταγγελίας από τις αρχές και το Cornell βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. Το 2024 δεν ασκήθηκαν ποινικές διώξεις.
Ο εισαγγελέας της κομητείας Tompkins, Μάθιου Βαν Χούτεν, έχει υποστηρίξει ότι η αρχική κατάθεση της γυναίκας δεν περιέγραφε ότι είχε ναρκωθεί παρά τη θέλησή της ή ότι ήταν ανίκανη να αντιδράσει.
Σύμφωνα με νεότερες πληροφορίες, ωστόσο, προέκυψαν ερωτήματα σχετικά με το ποιο ακριβώς υλικό είχε εξεταστεί τότε. Η υπόθεση άρχισε να παίρνει νέα τροπή μετά την κατάθεση της αστικής αγωγής και τη δημοσιοποίηση πρόσθετων στοιχείων.
Ο Βαν Χούτεν ανακοίνωσε ότι η έρευνα θα επανεξεταστεί, ενώ η κυβερνήτης της Νέας Υόρκης Κάθι Χότζελ διόρισε τελικά τη γενική εισαγγελέα της πολιτείας, Λρετίσια Τζέιμς, ως ειδική εισαγγελέα για την υπόθεση.
Η Τζέιμς καλείται πλέον να εποπτεύσει την ποινική διερεύνηση και να εξετάσει αν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για περαιτέρω δικαστική διαδικασία. Η εξέλιξη αυτή έδωσε νέα διάσταση στην υπόθεση, καθώς η αρχική απόφαση να μην ασκηθούν κατηγορίες αμφισβητείται πλέον δημόσια.
Παράλληλα με την ποινική έρευνα, το Cornell αντιμετωπίζει ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκε την υπόθεση εσωτερικά.
Το πανεπιστήμιο έκλεισε το συγκεκριμένο τμήμα της αδελφότητας και επέβαλε διαφορετικές ποινές στους επτά φοιτητές.
Δύο αποβλήθηκαν, ενώ στους υπόλοιπους επιβλήθηκαν ηπιότερες κυρώσεις, όπως αναστολή, εργασίες και συμμετοχή σε εκπαιδευτικά προγράμματα.
Το Cornell υπερασπίστηκε τη διαδικασία που ακολούθησε, αλλά, μετά τη δημόσια πίεση, συμφώνησε να υπάρξει ανεξάρτητη εξωτερική εξέταση του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίστηκε η καταγγελία.
Παράλληλα, η πανεπιστημιούπολη βρέθηκε αντιμέτωπη με νέες ερωτήσεις σχετικά με το αν όλες οι διαθέσιμες πληροφορίες είχαν διαβιβαστεί στις αρμόδιες αρχές.
Η «κόκκινη ζώνη» και ένα ευρύτερο πρόβλημα
Η υπόθεση του Cornell δεν αντιμετωπίζεται ως ένα μεμονωμένο περιστατικό. Έρχεται να προστεθεί σε μια μακρά συζήτηση για τη σεξουαλική βία στους αμερικανικούς πανεπιστημιακούς χώρους.
Η λεγόμενη «κόκκινη ζώνη» έχει γίνει αντικείμενο μελέτης και δημόσιου διαλόγου λόγω της αυξημένης συχνότητας περιστατικών σεξουαλικής βίας κατά την έναρξη της ακαδημαϊκής χρονιάς. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι, σε μεγάλο ποσοστό των περιστατικών, ο δράστης είναι γνωστός στο θύμα.
Στην περίπτωση του Cornell, η συζήτηση έχει επικεντρωθεί και στη φοιτητική «Greek life», δηλαδή το σύστημα αδελφοτήτων και γυναικείων αδελφοτήτων που αποτελεί σημαντικό κομμάτι της κοινωνικής ζωής σε πολλά αμερικανικά πανεπιστήμια.
Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι συγκεκριμένες κουλτούρες μέσα σε τέτοιες οργανώσεις μπορούν να ενισχύσουν την πίεση για κατανάλωση αλκοόλ και ουσιών και να δημιουργήσουν περιβάλλοντα στα οποία η ανάρμοστη συμπεριφορά δεν αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά.
Η δύναμη της δημόσιας κατακραυγής
Η υπόθεση πήρε δημοσιότητα όταν φοιτητική εφημερίδα Cornell Daily Sun δημοσίευσε editorial με τίτλο «Cornell Won’t, We Will» (Το Cornell δεν θα το κάνει, θα το κάνουμε εμείς) ενώ η υπόθεση προκάλεσε ακόμη και κινητοποιήσεις φοιτητικών οργανώσεων.
Την ίδια στιγμή, όμως, η δημόσια συζήτηση έχει δημιουργήσει και μια δεύτερη μάχη: εκείνη γύρω από την αξιοπιστία της καταγγέλλουσας.
Τα μηνύματα που αντάλλαξε μετά το περιστατικό με ορισμένους από τους άνδρες, καθώς και οι αναφορές της σε συναινετική σεξουαλική επαφή στην αρχή της βραδιάς, χρησιμοποιούνται από επικριτές της για να αμφισβητήσουν την εκδοχή της.
Οι ειδικοί στην αντιμετώπιση της σεξουαλικής βίας επισημαίνουν, ωστόσο, ότι η συμπεριφορά ενός επιζώντα μετά από ένα τραυματικό περιστατικό δεν είναι πάντα γραμμική ή εύκολα κατανοητή.
Η συνέχιση της επικοινωνίας με ένα πρόσωπο που φέρεται να έχει προκαλέσει βλάβη δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη ότι δεν υπήρξε επίθεση και ταυτόχρονα σε πολλές περιπτώσεις περνά αρκετό καιρό χωρίς να συνειδητοποιήσει και να αποδεχτεί ότι έπεσε θύμα βιασμού.
Ωστόσο η υπόθεση έχει ξεπεράσει κατά πολύ τα όρια του Cornell. Στα κοινωνικά δίκτυα, χιλιάδες χρήστες εξέφρασαν τη στήριξή τους στην Jane Doe, ενώ φοιτητές, ακτιβιστές και δημόσια πρόσωπα έθεσαν ζήτημα λογοδοσίας.
Όταν ο δημιουργός περιεχομένου και σχολιαστής Μάικλ Τρέισι απείλησε να δημοσιοποιήσει το όνομα και τα προσωπικά στοιχεία της Τζέιν Ντο – παραβιάζοντας δεκαετίες καθιερωμένων δημοσιογραφικών κανόνων για την κάλυψη υποτιθέμενων θυμάτων βιασμού – οι γυναίκες έσπευσαν το TikTok για να την υπερασπιστούν.
Το σύνθημα τύπου Σπάρτακου «Είμαι η Jane Doe» κατέκλυσε τα feeds, με χρήστες να μοιράζονται ιστορίες από τις δικές τους εμπειρίες με σεξουαλική επίθεση.
«Όλες μας οι γυναίκες είμαστε η Jane Doe, και όλες θα συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε [sic] μαζί για εκείνη», αναγράφεται στη λεζάντα ενός βίντεο που έλαβε πάνω από 267.000 likes.
@infp3e I AM Jane Doe #fyp #iamjanedoe #janedoe #women #cornelluniversity ♬ son original – infj3e
Από το #MeToo στη νέα γενιά
Αυτή η έκρηξη αναμνήσεων θυμίζει τις πρώτες μέρες του #MeToo, μιας παγκόσμιας εκστρατείας με hashtag κατά της σεξουαλικής κακοποίησης που πυροδοτήθηκε μετά τις αρχικές καταγγελίες εναντίον του καταδικασμένου βιαστή και πρώην κινηματογραφικού παραγωγού Χάρβι Γουάινστιν.
Ωστόσο, η Η Λίζα Γουέιντ, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Tulane και συγγραφέας του βιβλίου «American Hookup: Η νέα κουλτούρα του σεξ στα πανεπιστήμια», δήλωσε ότι θεωρεί αυτή την υπόθεση ως «μεταβολισμό της αποτυχίας του #MeToo», το οποίο είχε υποσχεθεί μια λεγόμενη λογοδοσια το 2017.
Δέκα χρόνια αργότερα, οι influencers της «ανδρόσφαιρας» διδάσκουν στους οπαδούς τους να βλέπουν τις γυναίκες ως σεξουαλικά αντικείμενα, ενώ οι Αμερικανοί επανέλεξαν έναν άνδρα που καυχιόταν με διαβόητο τρόπο ότι άρπαζε τις γυναίκες «από το μ**νί».
Στην υπόθεση του Cornell, οι νεαροί άνδρες δεν έχουν καταδικαστεί για κάποιο έγκλημα, και θα ήταν δύσκολο για τους εισαγγελείς να τους καταδικάσουν για βιασμό λόγω ενός νομικού κενού της πολιτείας της Νέας Υόρκης, το οποίο δεν θεωρεί ένα θύμα ανίκανο να αντιδράσει εάν συμβάλλει οικειοθελώς στη δική της μέθη.
Η εφημερίδα «Free Press», μια έντονα «αντι-woke» έκδοση, επέπληξε το «δικαστήριο της κοινής γνώμης» για το ότι «έχει ήδη τιμωρήσει» τους «Cornell 7».
Η Ντάσα Νεκράσοβα, μία από τις προκλητικές παρουσιάστριες του podcast «Red Scare», πέρασε μεγάλο μέρος αυτής της εβδομάδας προσπαθώντας να εξευτελίσει την Jane Doe και χαρακτηρίζοντας τις γυναίκες που είναι αναστατωμένες για την έλλειψη λογοδοσίας σε αυτή την υπόθεση ως «παραφρονούσες».
«Υπάρχει μια θλίψη, ένας κυνισμός και μια βαθιά απογοήτευση που επίσης καθοδηγούν την αντίδραση σε αυτό», είπε ο Γουέιντ. «Το #MeToo συνέβη, και κανείς δεν νοιάστηκε. Να το πάλι.»
«Έχουμε μια κυβέρνηση που περιορίζει ενεργά τις προστασίες για τις φοιτήτριες που έχουν επιβιώσει από σεξουαλική επίθεση», δήλωσε η Αμάντα Γουόλς, αναπληρώτρια διευθύντρια εξωτερικών υποθέσεων στο Victim Rights Law Center.
Ωστόσο, η Γουόλς, η οποία συνεργάζεται στενά με επιζώσες, αναφέρει ότι οι γυναίκες της Gen Z έχουν εσωτερικεύσει πολύ λιγότερο την ντροπή για τις επιθέσεις που υπέστησαν σε σύγκριση με τις προηγούμενες γενιές, στις οποίες συχνά διδασκόταν ότι οι γυναίκες προκαλούν τη σεξουαλική επίθεση μέσω των πράξεών τους.
«Φαίνεται ότι η εστίαση έχει μετατοπιστεί από το να συζητάμε για το τι έκανε η γυναίκα, και πλέον επικεντρώνεται, πιο σωστά, στη διερεύνηση της συμπεριφοράς των εμπλεκόμενων ανδρών», είπε.
«Πάντα θαυμάζω το πόσο επικεντρώνονται στη συμπεριφορά του ατόμου που τις έβλαψε, αντί να αναρωτιούνται: “Τι θα μπορούσα να είχα κάνει διαφορετικά; Γιατί συνέβη αυτό σε μένα;” Βλέπω τους φοιτητές να αντιδρούν σθεναρά σε αυτό.»









