Αρχική / Υγεία / Γιατί το να κρατάμε κακία μπορεί να βλάπτει την υγεία μας

Γιατί το να κρατάμε κακία μπορεί να βλάπτει την υγεία μας


Η συγχώρεση αναδεικνύεται όλο και πιο συχνά ως παράγοντας ψυχικής υγείας με μετρήσιμη επίδραση στην ευημερία μας, σύμφωνα με νέα διεθνή επιστημονικά δεδομένα.

Ανάλυση που δημοσιεύθηκε στο «NPJ Mental Health Research» και βασίστηκε σε περισσότερους από 200.000 ανθρώπους από 23 χώρες καταγράφει ότι η συστηματική τάση προς τη συγχώρεση -όχι απλώς ως αντίδραση σε ένα μεμονωμένο γεγονός αλλά ως σταθερό χαρακτηριστικό της συμπεριφοράς- συνδέεται με υψηλότερα επίπεδα ψυχολογικής ευημερίας σε διαφορετικά πολιτισμικά περιβάλλοντα.

Η έρευνα, υπό τον κοινωνικό ψυχολόγο Richard Cowden του Harvard, εντάσσεται σε μια ευρύτερη μετατόπιση του επιστημονικού ενδιαφέροντος: από το ερώτημα αν η συγχώρεση είναι εφικτή μετά από ακραία τραύματα, στο τι συμβαίνει όταν μετατρέπεται σε καθημερινή πρακτική. Οι επιστήμονες χρησιμοποιούν τον όρο «dispositional forgiveness» για να περιγράψουν αυτή τη σταθερή προδιάθεση. Τα ευρήματα δείχνουν ότι όσοι εμφανίζουν υψηλότερα επίπεδα αυτής της στάσης αναφέρουν καλύτερες επιδόσεις σε πολλούς τομείς της ζωής, ιδιαίτερα στην ψυχική υγεία, τη συναισθηματική ισορροπία, την αίσθηση νοήματος και τις κοινωνικές σχέσεις.

Η βάση δεδομένων προήλθε από το Global Flourishing Study, μια μεγάλη διεθνή ερευνητική πρωτοβουλία που εξετάζει την εξέλιξη της ανθρώπινης ευημερίας σε διαφορετικές κοινωνίες. Η μέτρηση της συγχώρεσης βασίστηκε σε μια απλή αυτοαναφορική ερώτηση σχετικά με το πόσο συχνά οι συμμετέχοντες συγχωρούν όσους τους έχουν πληγώσει. Στη συνέχεια, οι ερευνητές συνέκριναν τα αποτελέσματα με 56 δείκτες που περιλάμβαναν ψυχική και σωματική υγεία, διαπροσωπικές σχέσεις, οικονομική σταθερότητα, αίσθηση σκοπού και χαρακτηριστικά προσωπικότητας.

Τα αποτελέσματα έδειξαν σταθερή συσχέτιση ανάμεσα στην τάση να συγχωρούμε και τη βελτιωμένη ψυχολογική κατάσταση έναν χρόνο αργότερα. Αντιθέτως, η σχέση με τη σωματική υγεία ήταν ασθενέστερη, γεγονός που υποδηλώνει ότι η συγχώρεση επηρεάζει κυρίως τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βιώνουν συναισθήματα και σχέσεις. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι πρόκειται για συσχέτιση και όχι για αιτιώδη σχέση, ωστόσο τα δεδομένα ενισχύουν δεκαετίες προηγούμενων κλινικών και ψυχολογικών μελετών.

Η λεγόμενη «μη συγχωρητική στάση» ή «unforgiveness» συνδέεται με αυξημένο άγχος, κατάθλιψη και παρατεταμένες αντιδράσεις που σχετίζονται με το στρες, όπως υψηλότερα επίπεδα κορτιζόλης, αυξημένη αρτηριακή πίεση και μυϊκή ένταση. Ερευνητές περιγράφουν αυτή την κατάσταση ως σύνθετη γνωστικο-συναισθηματική απόκριση που περιλαμβάνει πικρία, εχθρότητα, φόβο, θυμό και τάσεις εκδίκησης ή αποφυγής.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι διακρατικές διαφορές. Σύμφωνα με τα στοιχεία, τα υψηλότερα ποσοστά ανθρώπων που δηλώνουν ότι συγχωρούν συχνά ή πάντα καταγράφηκαν στη Νιγηρία (92%), την Αίγυπτο (87%), την Ινδονησία (85%), την Κένυα (85%) και τη Νότια Αφρική (84%). Στον αντίποδα, χαμηλότερα ποσοστά εμφανίστηκαν στην Τουρκία (41%), την Ιαπωνία (57%), το Χονγκ Κονγκ (62%) και την Πολωνία (65%). Το Ηνωμένο Βασίλειο βρέθηκε στο 72%, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες στο 78%. Οι ερευνητές εξετάζουν πλέον ποιοι πολιτισμικοί, κοινωνικοοικονομικοί και πολιτικοί παράγοντες επηρεάζουν αυτές τις διαφορές. Η υψηλή συγχωρητικότητα σε χώρες που έχουν βιώσει έντονες συλλογικές πιέσεις ή κοινωνική αστάθεια αποτέλεσε απρόσμενο εύρημα.

Αυτό εγείρει νέα ερωτήματα, για το κατά πόσο η συγχώρεση μπορεί να λειτουργεί ως μηχανισμός κοινωνικής ανθεκτικότητας.

Παράλληλα, αυξάνεται το ενδιαφέρον για τη συγχώρεση ως θεραπευτική πρακτική. Δομημένες παρεμβάσεις, είτε ατομικές είτε ομαδικές, έχουν δείξει ότι μπορούν να μειώσουν την κατάθλιψη και να ενισχύσουν την ελπίδα. Οι περισσότερες βασίζονται σε γνωστική επανεκτίμηση του τραυματικού γεγονότος, αναγνώριση της πραγματικότητας της βλάβης και σταδιακή μετατόπιση της προσοχής προς πιο λειτουργικές ερμηνείες.

Το ερευνητικό πεδίο διευρύνεται πλέον πέρα από την ατομική ψυχοθεραπεία και στρέφεται προς τη δημόσια υγεία. Ερευνητές εξετάζουν αν η συγχώρεση μπορεί να διδαχθεί μέσω σχολικών προγραμμάτων ή δημόσιων εκστρατειών, με στόχο τη βελτίωση της συναισθηματικής ζωής ολόκληρων κοινοτήτων. Προκαταρκτικά μοντέλα, όπως αυτά που εξετάζονται στη Νέα Ζηλανδία, επιχειρούν να υπολογίσουν τις πιθανές κοινωνικές επιδράσεις μιας τέτοιας στρατηγικής.

Η επιστημονική κοινότητα αντιμετωπίζει πλέον τη συγχώρεση όχι μόνο ως ηθική επιλογή αλλά και ως πιθανό εργαλείο πρόληψης της ψυχικής επιβάρυνσης, των κοινωνικών συγκρούσεων και της μακροχρόνιας συναισθηματικής φθοράς.

Με πληροφορίες από Washington Post



Source link