Αθώα δηλώνει η 46χρονη, που κατηγορείται για εμπλοκή στον εμπρησμό της Marfin και χθες Τρίτη κρίθηκε προσωρινά κρατούμενη μετά την απολογία της, με τον συνήγορό της, Κώστα Παπαδάκη, να αμφισβητεί το σκεπτικό της απόφασης απόφασης, υποστηρίζοντας ότι δεν δόθηκαν απαντήσεις στα βασικά επιχειρήματα της υπεράσπισης, μεταξύ των οποίων και το ζήτημα της ταυτοποίησης από το φωτογραφικό υλικό.
Ο ίδιος κάνοντας λόγο για αυθαιρεσία, ανέφερε πως η πλευρά της 46χρονης θα προχωρήσει σε προσφυγή, ενώ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να δημοσιοποιήσει ανωνυμοποιημένα τα σχετικά έγγραφα της υπόθεσης, καθώς «τελικά το επικοινωνιακό μονοπώλιο του κυβερνητικού ψεύδους είναι αυτό που έχει δημιουργήσει ένα κλίμα στο οποίο υπέκυψε η ανακρίτρια και ο εισαγγελέας».
Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της ανθρωποκτονίας από κοινού κατά συρροή, καθώς φέρεται να είχε υποστηρικτικό ρόλο στην ομάδα που πυρπόλησε το κτήριο της Marfin τον Μάιο του 2010 και είχε σαν αποτέλεσμα τον θάνατο τριών εργαζομένων ανάμεσά τους και μίας εγκύου. Η 46χρονη μέσω του συνηγόρου της παρέδωσε ένα πολυσέλιδο απολογητικό υπόμνημα 30 σελίδων, με το οποίο αντέκρουσε το κατηγορητήριο.
Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης, οι δικαστικές Αρχές, αποφάσισαν την προφυλάκιση της 46χρονης, καθώς τη θεωρούν «ιδιαιτέρως επικίνδυνη και προσηλωμένη στο σχέδιο δράσης της ομάδας» που πραγματοποίησε την εμπρηστική επίθεση στο υποκατάστημα της Marfin.
Marfin – Παπαδάκης: Το επικοινωνιακό μονοπώλιο του κυβερνητικού ψεύδους είναι αυτό που έχει δημιουργήσει ένα κλίμα στο οποίο υπέκυψε η ανακρίτρια και ο εισαγγελέας
Αμφισβητώντας αυτό το σκεπτικό, ο κ. Παπαδάκης, σημείωσε:
«Γνωρίζω το σκεπτικό του ίδιου, το οποίο είναι ανάξιο σχολιασμού για τον απλούστατο λόγο ότι είναι μια αντιγραφή του κατηγορητηρίου και μια στερεότυπη αναπαραγωγή των τυπικών στοιχείων που γράφονται για να δικαιολογήσουν μια προφυλάκιση, χωρίς να απαντάει σε τίποτα από όσα στο υπόμνημα των 37 σελίδων και στην προφορική απολογία της η πελάτισσά μου είπε. Όπως ξέρετε, όλο αυτό τον καιρό υπάρχουν δύο πολύ σημαντικά υπερασπιστικά επιχειρήματα. Πρώτον, ότι δεν υπάρχει ταυτοποίηση της κατηγορουμένης, όχι σύμφωνα με εμένα, αλλά σύμφωνα με την αστυνομία. Και δεύτερον, ότι πριν από τέσσερα χρόνια το ίδιο φωτογραφικό υλικό είχε τεθεί πάλι σε σύγκριση από τη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών, η οποία είχε καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει ταυτοποίηση και μάλιστα τότε η υπόθεση είχε μπει στο αρχείο με διάταξη του εισαγγελέα. Αυτά τα ζητήματα λοιπόν, που είναι τα βασικά υπερασπιστικά επιχειρήματα, δεν έχουν καμία απάντηση στο σκεπτικό της προφυλάκισης. Θα προχωρήσω σε άσκηση προσφυγής και σκέφτομαι πια πολύ σοβαρά τις επόμενες μέρες να δημοσιοποιήσω το σκεπτικό, ανωνυμοποιημένο, και του εισαγγελέα και του ανακριτή και το δικό μας υπόμνημα, για να γίνει αντιληπτό από τον κόσμο το μέγεθος της αυθαιρεσίας της σημερινής προφυλάκισης.
»Όταν ο κατηγορούμενος εκθέτει υπερασπιστικούς ισχυρισμούς, ο ανακριτής, την ώρα μάλιστα που τον προφυλακίζει, οφείλει να δίνει μια απάντηση. Και να λέει δεν έχεις δίκιο διότι δεν είναι έτσι. Δεν έχεις δίκιο γιατί δεν είναι αλλιώς. Όχι να αντιγράφει το κατηγορητήριο και να λέει ορισμένες εκφράσεις που τις έχει ο Κώδικας Ποινικής Δικονομίας για να δικαιολογεί τις προφυλακίσεις χωρίς να τις τεκμηριώνει συγκεκριμένα. Σας είπα ότι θα ασκήσω προσφυγή και θα είμαστε και στα μέσα ενημέρωσης τακτικά, διότι τελικά το επικοινωνιακό μονοπώλιο του κυβερνητικού ψεύδους είναι αυτό που έχει δημιουργήσει ένα κλίμα στο οποίο υπέκυψε η ανακρίτρια και ο εισαγγελέας. Αυτό θα το αλλάξουμε».
Υπόθεση Marfin: Η δημοσιότητα ασκεί μία πίεση στο θέμα της προφυλάκισης
Για το νομικό πλαίσιο της υπόθεσης ο δικηγόρος Θεόδωρος Καραγιάννης είπε:
«Λεπτομέρειες της δικογραφίας δεν μπορεί να έχει κανείς, ούτε μεγάλες δικογραφίες για να έχει και δεν είναι και ωραίο να παίρνουμε θέση επί δικογραφίας. Αλλά αυτό που έχουμε να πούμε είναι το εξής. Δύο στοιχεία. Καταρχήν σίγουρα, πέρα από το ότι ευχή όλων είναι να βρεθούν οι άνθρωποι που προκάλεσαν όλη αυτή την κατάσταση, σίγουρα όταν έχουμε μια εξιχνίαση υπόθεσης δεκαέξι χρόνια μετά, αμέσως δημιουργείται πάντα μια επισφάλεια στο κατά πόσο πια τα στοιχεία είναι στιβαρά και μπορούν να δέσουν μια υπόθεση. Είναι δεδομένο ότι είναι τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα με όποιον τρόπο και να υπάρχει η διαλεύκανση, υπάρχει μια αλλοίωση στοιχείων. Εξάλλου, τα κακουργήματα πλην της ανθρωποκτονίας, τα υπόλοιπα έχουν παραγραφεί. Από μόνο του το ότι έχει παραγραφεί σημαίνει ότι ο νομοθέτης αναγνωρίζει ότι η αλλοίωση του στοιχείου μετά από τόσα χρόνια είναι μεγάλη. Άρα νομίζω θέλει μια προσοχή. Γιατί υπάρχουν άνθρωποι από πίσω οι οποίοι στο τέλος η ρετσινιά, ακόμη και να αθωωθούν, η ρετσινιά μπορεί να μείνει.
Η δουλειά της δικαιοσύνης είναι, χωρίς να προσβάλλει τη μνήμη αυτών που φύγανε, να μη βρεθεί έστω και ένας άνθρωπος χωρίς λόγο στη φυλακή. Χωρίς να γνωρίζουμε τα στοιχεία, χωρίς να πάρουμε θέση επί τούτου, έχει αποδειχθεί τα τελευταία χρόνια, αυτό νομίζω βγαίνει και με έναν απλό έλεγχο των υποθέσεων, ότι στις υποθέσεις που παίρνουν τα φώτα της δημοσιότητας, οι προφυλακίσεις είναι λίγο πιο εύκολες από ό,τι στις υπόλοιπες περιπτώσεις. Αυτό δεν είναι ορθό. Γιατί αν δείτε τις περιπτώσεις που τα τελευταία δύο, τρία χρόνια απασχόλησαν τα φώτα της δημοσιότητας, είχαμε προφυλάκιση και στο τέλος είτε στο ακροατήριο αποφυλακίστηκαν με οποιονδήποτε τρόπο, είτε ακόμη και αθωώθηκαν οι κατηγορούμενοι, είναι αρκετές.
Αυτό σημαίνει ότι καλώς ή κακώς η δημοσιότητα ασκεί μια «άλφα» πίεση. Ειδικά στην, στην πρώτη άμυνα που είναι η προφυλάκιση και είναι όλοι από πάνω. Δεν θα έπρεπε να συμβαίνει, αλλά νομίζω ότι είναι κοινός τόπος και δύσκολα θεωρώ θα βρεθεί κάποιος να αντιμετωπίσει ότι συμβαίνει».
Και συνέχισε: «Η τεχνολογία μπαίνει στην διαλεύκανση των υποθέσεων τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Όσο αυξάνεται η τεχνολογία στη ζωή μας, τόσο αυξάνεται και στη διαλεύκανση των υποθέσεων. Αυτό είναι που οδηγεί στο ότι μετά από τόσα χρόνια ξανασηκώθηκε η υπόθεση. Το θέμα είναι να εντοπίσουμε όμως μέχρι πού αυτό το ξανασηκώνεται μια υπόθεση, θα οδηγήσει και σε, σε αντίθεση με τα χρόνια που έχουν περάσει και με την όποια αλλοίωση των στοιχείων, που η τεχνολογία όσο και να βελτιώνεται, η αλλοίωση είναι αλλοίωση με τα χρόνια. Γι’ αυτό προβλέπει ο νόμος την παραγραφή. Άρα πρέπει να βρούμε αυτή τη χρυσή ισορροπία. Αυτό που θα πω είναι ότι εμένα μου έκανε εντύπωση ότι – και το μόνο που θα πάρω θέση επί της ουσίας -, ότι η συγκεκριμένη κυρία κατηγορούμενη δέχτηκε και συναίνεσε να εκδοθεί στην Ελλάδα, ενώ μπορούσε να καλυφθεί επίσης από αυτό το δικονομικό εμπόδιο. Γιατί είναι ντροπή για τη χώρα μας, αλλά υπάρχουν πάνω από 5-6 αποφάσεις τα τελευταία χρόνια που ευρωπαϊκές χώρες δεν εκδίδουν τους Έλληνες πολίτες στην Ελλάδα λόγω της κατάστασης των συνθηκών στις ελληνικές φυλακές».









