Με ταχύτητα εξαπλώνεται μεγάλη πυρκαγιά που ξέσπασε στον δυτικό Καναδά, με τους κατοίκους να τρέπονται σε φυγή για να σωθούν.
Αφού έλαβαν οδηγία των Αρχών να απομακρυνθούν εσπευσμένα από το σπίτι τους στις τρεις τα ξημερώματα, ο Λάρι και η Μόρα Γκούντμαν σχημάτισαν μαζί με γείτονές τους οχηματοπομπή και έφυγαν σε αναζήτηση ασφαλούς τοποθεσίας.
Πολλοί ήταν ηλικιωμένοι, που φοβούνταν να οδηγήσουν νύχτα, είπε η Μόρα Γκούντμαν στο Γαλλικό Πρακτορείο στη Γουέστ Κελόουνα, στην επαρχία της Βρετανικής Κολομβίας, στο δυτικό τμήμα του Καναδά, που υποδέχεται πυροπαθείς αφού ξέσπασε η φωτιά την οποία οι Αρχές αποκαλούν «Bald Range».
Η πυρκαγιά, η οποία εκδηλώθηκε την Παρασκευή το απόγευμα κοντά στη λίμνη Οκανάγκαν, στο νότιο τμήμα της επαρχίας, πήρε πολύ γρήγορα μεγάλες διαστάσεις, οδηγώντας στην εσπευσμένη απομάκρυνση 20.000 και πλέον κατοίκων από τα σπίτια τους.
Οι καναδικές αρχές έχουν προειδοποιήσει πως η κατάσταση υπάρχει κίνδυνος να χειροτερέψει ακόμη περισσότερο λόγω της ξηρασίας στην περιοχή. Κήρυξαν κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Η επαρχία ζήτησε τη συνδρομή της ομοσπονδιακής κυβέρνησης για να στεγαστούν προσωρινά οι άνθρωποι που εγκατέλειψαν τα σπίτια τους.
Μία 80χρονη πέθανε προσπαθώντας να φύγει από το σπίτι της για να σωθεί από τη φωτιά, ανακοίνωσε την Κυριακή η καναδική χωροφυλακή.
Το ζευγάρι των Γκούντμαν ζει στην Πίτσλαντ, κοινότητα που βρισκόταν στην πορεία της πυρκαγιάς. Αφού επιβεβαίωσε πως όλοι είχαν φορτώσει τα υπάρχοντα που ήθελαν να πάρουν μαζί τους στα αυτοκίνητα, η Μόρα είπε πως ο Λάρι εγκατέστησε λάμπα πάνω στο καπό για να βελτιώσει την ορατότητα καθώς η οχηματοπομπή άρχιζε να μετακινείται προς τη Γουέστ Κελόουνα, 20 χιλιόμετρα σε ευθεία γραμμή.
Ο Λάρι Γκούντμαν, από την πλευρά του, θεωρεί πως το γεγονός ότι οι άνθρωποι μπόρεσαν να φύγουν έγινε από «τύχη». Δεν ξέρει αν η κοινότητά τους και το σπίτι τους είναι ακόμη όρθια ή κάηκαν.
«Τρώμε περισσότερο απ’ ό,τι στο σπίτι», σχολίασε η Μόρα Γκούντμαν, εξηγώντας πως τοπικά εστιατόρια και οργανώσεις έχουν κινητοποιηθεί για να προσφέρουν υποστήριξη στους πυροπαθείς.
Αβεβαιότητα στον Καναδά
Στη Γουέστ Κελόουνα, ο Ρομπ Χένσον, του Στρατού της Σωτηρίας, σημείωσε πως η πυρκαγιά έπληξε ανθρώπους από πολύ διαφορετικά κοινωνικοοικονομικά στρώματα. «Μας βοηθούν μετανάστες που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το αγρόκτημα όπου δούλευαν συνήθως, έμειναν χωρίς ρούχα ή οτιδήποτε άλλο», περιφράφει.
Η φετινή περίοδος των πυρκαγιών στον Καναδά είναι από τις πιο καταστροφικές που έχουν καταγραφτεί ποτέ, καθώς η πελώρια χώρα θερμαίνεται δυο φορές ταχύτερα από τον υπόλοιπο πλανήτη.
Ο Καναδάς, στον οποίο βρίσκεται πάνω από το ένα τέταρτο των αγριών δασών του Βορρά, από τα οποία το 40% είναι ανεκμετάλλευτο – με άλλα λόγια, έχει αφεθεί στη φυσική του κατάσταση – δεν διαθέτει τα απαιτούμενα μέσα, σε όρους έμψυχου και άψυχου υλικού, για να σβήνει το σύνολο των πυρκαγιών που εκδηλώνονται και επικεντρώνει τις προσπάθειές του στην προστασία κατοικημένων τομέων.
Πάνω από 40 εκατομμύρια στρέμματα κυρίως δασικών εκτάσεων έχουν καεί από την αρχή της χρονιάς, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα δεδομένα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης. Συγκριτικά, το 2023, χρονιά τραγικού ρεκόρ, είχαν καεί κάπου 180 εκατομμύρια στρέμματα.
Δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες και σε πόλεις όπως το Τορόντο, τους τελευταίους μήνες, η ποιότητα του αέρα συγκαταλεγόταν στις χειρότερες στον κόσμο.
Η Οτάβα προσπαθεί να προσαρμοστεί ενισχύοντας τον στόλο πυροσβεστικών αεροσκαφών της και ενθαρρύνοντας πιο προληπτική διαχείριση των δασών, αλλά τα μέτρα που λαμβάνει δείχνουν τα όριά τους.
«Ο κόσμος βρίσκεται απλά σε ανασφάλεια», σχολίασε ο Ρομπ Χένσον. «Θέλει να ξαναβρει την προηγούμενη ζωή του – κι είναι δύσκολο».









