Αναλυτικός οδηγός για τα υπέρ και τα κατά των 72 δόσεων και του εξωδικαστικού μηχανισμού.
Mε στόχο την αντιμετώπιση του υπέρογκου ιδιωτικού χρέους προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία, η κυβέρνηση ενεργοποιεί εντός του Ιουνίου δύο νέες ρυθμίσεις που απευθύνονται σε φυσικά πρόσωπα και επιχειρήσεις με ληξιπρόθεσμες οφειλές. Στο επίκεντρο βρίσκονται η ρύθμιση των 72 δόσεων και η διεύρυνση του εξωδικαστικού μηχανισμού, δύο εργαλεία που μπορούν να λειτουργήσουν είτε εναλλακτικά είτε συμπληρωματικά, ανάλογα με το ύψος των χρεών, την οικονομική κατάσταση και τις πραγματικές δυνατότητες αποπληρωμής κάθε οφειλέτη.
Με τις οφειλές προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία να τραβούν την ανηφόρα, όπως έδειξαν τα πρόσφατα στοιχεία της ΑΑΔΕ και του ΚΕΑΟ, οι νέες ρυθμίσεις επιχειρούν να δώσουν μια διέξοδο σε όσους έχουν εγκλωβιστεί σε παλαιά χρέη και έχουν τη δυνατότητα να προχωρήσουν στη σταδιακή αποπληρωμή τους. Η ρύθμιση των 72 δόσεων προβάλλει ως ένα τυποποιημένο σχήμα αποπληρωμής, στα πρότυπα της πάγιας ρύθμισης οφειλών, ενώ ο εξωδικαστικός μηχανισμός προσφέρει πιο σύνθετες δυνατότητες, καθώς μπορεί, ανάλογα με τα εισοδήματα, την περιουσιακή κατάσταση και το ύψος των οφειλών, να οδηγήσει ακόμη και σε μερική διαγραφή χρέους. Ωστόσο και οι δύο παρεμβάσεις έχουν πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα και εξαρτάται από το προφίλ των χρεών αλλά και τις δυνατότητες του κάθε οφειλέτη να ζυγίσει τα δεδομένα και να αποφασίσει τι τον συμφέρει περισσότερο.
Με μία αίτηση
Η ρύθμιση των 72 δόσεων αποτελεί ένα σχετικά απλό σχήμα αποπληρωμής. Αφορά βεβαιωμένες οφειλές προς τη φορολογική διοίκηση και τον ΕΦΚΑ, οι οποίες έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες έως τις 31 Δεκεμβρίου 2023. Η δυνατότητα αυτή απευθύνεται σε μεγάλο αριθμό οφειλετών, φυσικών προσώπων και επιχειρήσεων που επιθυμούν να τακτοποιήσουν τις εκκρεμότητές τους χωρίς να μπουν σε πιο σύνθετες διαδικασίες αξιολόγησης της οικονομικής τους κατάστασης.
Η ένταξη στη ρύθμιση γίνεται κατόπιν αίτησης του οφειλέτη, η οποία υποβάλλεται ηλεκτρονικά στη φορολογική διοίκηση μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2026. Η υπαγωγή ολοκληρώνεται με την καταβολή της πρώτης δόσης, η οποία πρέπει να καταβληθεί μέσα στην προβλεπόμενη προθεσμία. Οι υπόλοιπες δόσεις καταβάλλονται κάθε μήνα, με ελάχιστο ποσό δόσης τα 30 ευρώ.
Η βασική οφειλή που εντάσσεται στη ρύθμιση επιβαρύνεται με σταθερό ετήσιο επιτόκιο 5,84%. Με αυτόν τον τρόπο, ο οφειλέτης γνωρίζει από την αρχή το πλαίσιο αποπληρωμής και μπορεί να προγραμματίσει καλύτερα τις οικονομικές του υποχρεώσεις. Οι οφειλές δεν πρέπει να τελούν σε καθεστώς ρύθμισης κατά τις 21/4/2026 και να έχουν υπαχθεί έως και την ημερομηνία υποβολής της αίτησης σε καθεστώς ρύθμισης. Βασική προϋπόθεση για την ένταξη στη ρύθμιση είναι ο οφειλέτης να έχει υποβάλει τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος των τελευταίων πέντε ετών, εφόσον η σχετική προθεσμία έχει λήξει.
Παράλληλα, δεν πρέπει να έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για φοροδιαφυγή ή λαθρεμπορία, ενώ θα πρέπει να έχει τακτοποιήσει με νόμιμο τρόπο τυχόν άλλες ληξιπρόθεσμες οφειλές που δεν εντάσσονται στη συγκεκριμένη ρύθμιση. Σε αυτήν εντάσσονται υποχρεωτικά οι απαιτητές ληξιπρόθεσμες οφειλές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της, ενώ οφειλές που βρίσκονται σε αναστολή πληρωμής μπορούν να ενταχθούν προαιρετικά, εφόσον το επιλέξει ο οφειλέτης.
Η ρύθμιση παρέχει σημαντικά ευεργετήματα σε όσους την τηρούν κανονικά. Μεταξύ άλλων, προβλέπεται η χορήγηση φορολογικής ενημερότητας, η αναστολή λήψης αναγκαστικών μέτρων είσπραξης και η αναστολή της ποινικής δίωξης για χρέη προς το Δημόσιο. Επίσης, αναστέλλεται η συνέχιση διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης επί απαιτήσεων, κινητών και ακινήτων, ενώ υπό προϋποθέσεις οι κατασχέσεις εις χείρας τρίτων δεν επεκτείνονται σε μελλοντικές απαιτήσεις του οφειλέτη. Πρόκειται για στοιχεία που μπορούν να προσφέρουν ουσιαστική ανάσα, ιδιαίτερα σε επαγγελματίες και επιχειρήσεις που χρειάζονται φορολογική ενημερότητα ή πρόσβαση σε τραπεζικούς λογαριασμούς για να συνεχίσουν τη δραστηριότητά τους.
Ωστόσο, η ρύθμιση συνοδεύεται από αυστηρούς όρους συνέπειας. Ο οφειλέτης χάνει τη ρύθμιση αν δεν καταβάλει δύο συνεχόμενες μηνιαίες δόσεις ή εάν καθυστερήσει τις δύο τελευταίες δόσεις για διάστημα μεγαλύτερο των δύο μηνών. Επίσης, η ρύθμιση μπορεί να χαθεί εάν δημιουργηθούν νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές που δεν εξοφληθούν ή δεν τακτοποιηθούν νόμιμα. Σε περίπτωση απώλειας, το υπόλοιπο της οφειλής καθίσταται άμεσα απαιτητό και επανέρχονται οι συνέπειες της αναγκαστικής είσπραξης.
Πιο πολλοί δικαιούχοι
Ο εξωδικαστικός μηχανισμός αποτελεί μια πιο σύνθετη διαδικασία ρύθμισης οφειλών. Η νέα παρέμβαση διευρύνει το πεδίο εφαρμογής του, επιτρέποντας την ένταξη και μικρότερων οφειλετών, με χρέη από 5.000 έως 10.000 ευρώ, ενώ μέχρι σήμερα το όριο ήταν υψηλότερο. Με αυτή την αλλαγή, περισσότερα νοικοκυριά, επαγγελματίες και μικρές επιχειρήσεις αποκτούν πρόσβαση σε ένα εργαλείο που δεν περιορίζεται σε απλή τμηματική καταβολή, αλλά μπορεί να οδηγήσει σε συνολική αναδιάρθρωση του χρέους. Ο εξωδικαστικός λαμβάνει υπ’ όψιν τη συνολική οικονομική κατάσταση του οφειλέτη. Εξετάζονται τα εισοδήματα, η περιουσία, οι τραπεζικές καταθέσεις, οι υποχρεώσεις και η πραγματική δυνατότητα αποπληρωμής. Με βάση αυτά τα δεδομένα, μπορεί να προκύψει πρόταση ρύθμισης που φτάνει έως και τις 240 μηνιαίες δόσεις, δηλαδή πολύ μεγαλύτερη διάρκεια αποπληρωμής σε σχέση με τις 72 δόσεις. Επιπλέον, το επιτόκιο διαμορφώνεται στο 3% και παραμένει σταθερό καθ’ όλη τη διάρκεια της ρύθμισης, γεγονός που καθιστά το κόστος εξυπηρέτησης χαμηλότερο. Σημαντικό είναι ότι ο εξωδικαστικός μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να οδηγήσει σε διαγραφή τόκων, προσαυξήσεων ή ακόμη και μέρους της βασικής οφειλής.
Τι συμφέρει περισσότερο
Ο εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών και η ρύθμιση των 72 δόσεων αποτελούν δύο διαφορετικά εργαλεία αντιμετώπισης ληξιπρόθεσμων οφειλών, με ξεχωριστή φιλοσοφία, εύρος εφαρμογής και πρακτικά αποτελέσματα για τον οφειλέτη.
Ο εξωδικαστικός μηχανισμός λειτουργεί ως συνολική λύση ρύθμισης, καθώς λαμβάνει υπ’ όψιν το σύνολο της οικονομικής κατάστασης του αιτούντος, δηλαδή τα εισοδήματα, την περιουσία και το σύνολο των οφειλών του. Το βασικό του πλεονέκτημα είναι ότι μπορεί να καλύψει οφειλές προς Δημόσιο και ασφαλιστικά ταμεία, προσφέροντας ενιαία αντιμετώπιση του προβλήματος. Επιπλέον, προβλέπει έως 240 δόσεις, γεγονός που μειώνει σημαντικά τη μηνιαία επιβάρυνση. Ιδιαίτερα σημαντική είναι και η δυνατότητα διαγραφής μέρους της οφειλής, ιδίως προσαυξήσεων και τόκων, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να υπάρξει και μείωση βασικής οφειλής. Το σταθερό επιτόκιο 3% καθιστά τη ρύθμιση πιο ευνοϊκή σε σχέση με άλλες επιλογές. Ωστόσο, ο εξωδικαστικός έχει και μειονεκτήματα.
Η διαδικασία είναι πιο σύνθετη και χρονοβόρα, καθώς απαιτεί συγκέντρωση οικονομικών στοιχείων και αναμονή μέχρι την έκδοση της πρότασης. Επιπλέον, ο οφειλέτης δεν γνωρίζει εξαρχής με απόλυτη βεβαιότητα τον αριθμό των δόσεων ή το τελικό ποσό, αφού αυτά προκύπτουν από τον αλγόριθμο. Ο οφειλέτης που επιλέγει τον εξωδικαστικό πρέπει να συναινέσει στην άρση του τραπεζικού και φορολογικού απορρήτου, ώστε οι πιστωτές, το Δημόσιο και ο ΕΦΚΑ να αποκτήσουν πλήρη εικόνα της οικονομικής του κατάστασης. Αυτό σημαίνει ότι η ρύθμιση δεν βασίζεται απλώς σε μια αίτηση και έναν αριθμό δόσεων, αλλά σε μια συνολική αξιολόγηση της βιωσιμότητας της οφειλής.
Για ορισμένους οφειλέτες αυτό μπορεί να θεωρηθεί μειονέκτημα, καθώς απαιτεί μεγαλύτερη διαφάνεια και περισσότερα στοιχεία. Για άλλους, όμως, είναι ακριβώς το στοιχείο που μπορεί να οδηγήσει σε πιο δίκαιη και ουσιαστική ρύθμιση.
Αντίθετα, η ρύθμιση των 72 δόσεων είναι πιο απλή, άμεση και προβλέψιμη. Ο οφειλέτης γνωρίζει εξαρχής το ποσό και τον αριθμό των δόσεων, ενώ η ένταξη γίνεται γρήγορα μέσω των ηλεκτρονικών συστημάτων της ΑΑΔΕ ή του ΚΕΑΟ, χωρίς διαπραγμάτευση ή πολύμηνη αναμονή. Είναι κατάλληλη κυρίως για όσους μπορούν να αντέξουν υψηλότερη μηνιαία δόση. Η ρύθμιση των 72 δόσεων συμφέρει κυρίως όσους έχουν παλαιές ληξιπρόθεσμες οφειλές, μπορούν να ανταποκριθούν σε μια σχετικά σύντομη περίοδο αποπληρωμής και θέλουν μια άμεση, απλή και προβλέψιμη λύση. Είναι κατάλληλη για όσους δεν επιθυμούν έλεγχο της περιουσιακής τους κατάστασης, δεν χρειάζονται «κούρεμα» χρέους και ενδιαφέρονται κυρίως να σταματήσουν μέτρα είσπραξης, να λάβουν φορολογική ενημερότητα και να επανέλθουν σε μια κανονικότητα. Το μειονέκτημά της είναι ότι δεν προβλέπει «κούρεμα», έχει υψηλότερο επιτόκιο (5,84%) και αφορά περιορισμένο πεδίο οφειλών. Δεν δίνει ενιαία λύση όταν υπάρχουν παράλληλα χρέη σε τράπεζες ή servicers, με αποτέλεσμα ο οφειλέτης να επιβαρύνεται ταυτόχρονα από πολλές ρυθμίσεις.
Οι 72 δόσεις είναι μια πιο γρήγορη, απλή και λιγότερο απαιτητική λύση, αλλά χωρίς δυνατότητα διαγραφής χρέους και με υψηλότερο επιτόκιο. Ο εξωδικαστικός είναι πιο σύνθετος και απαιτεί πλήρη οικονομική διαφάνεια, όμως προσφέρει μεγαλύτερη διάρκεια, χαμηλότερο επιτόκιο και πιθανότητα ουσιαστικής μείωσης της οφειλής. Για τον οφειλέτη που μπορεί να πληρώσει και θέλει άμεση τακτοποίηση, οι 72 δόσεις είναι πρακτική λύση. Για εκείνον όμως που χρειάζεται πραγματική ελάφρυνση και βιώσιμη αναδιάρθρωση εκτιμάται ότι ο εξωδικαστικός είναι πιο συμφέρουσα επιλογή. Οι οφειλέτες θα αποφασίσουν ποια από τις δύο παρεμβάσεις είναι η πλέον συμφέρουσα για την τακτοποίηση των οφειλών τους.









