Η «R» αποκαλύπτει το σχέδιο του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων μετά την ακύρωση των βιολογικών προγραμμάτων κτηνοτροφίας και μελισσοκομίας.
Στην Αράχωβα, την Τρίτη 26 Μαΐου, παρουσία στελεχών της Γενικής Διεύθυνσης Γεωργίας και Αγροτικής Ανάπτυξης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (DG AGRI), αναμένεται να «κλειδώσει» το σχέδιο ανακατανομής των κονδυλίων που απελευθερώνονται μετά την ακύρωση των προγραμμάτων βιολογικής κτηνοτροφίας και μελισσοκομίας, ύψους 134 εκατ. ευρώ. Στην προγραμματισμένη έβδομη συνεδρίαση της Επιτροπής Παρακολούθησης του Στρατηγικού Σχεδίου της ΚΑΠ 2023-2027, όπου θα εξεταστούν η πορεία υλοποίησης των συγχρηματοδοτούμενων δράσεων και η διαχείριση των κοινοτικών πόρων, η ελληνική πλευρά αναμένεται να συζητήσει με τους εκπροσώπους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής το σχέδιο αξιοποίησης των διαθέσιμων πόρων.
Σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες της Realnews, το επικρατέστερο σχέδιο του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων (ΥΠΑΑΤ) προβλέπει τη μεταφορά του συνόλου των 134 εκατ. ευρώ σε μικρά αρδευτικά έργα και σε στήριξη των παραγωγών που πλήττονται από φυσικές καταστροφές. Με το βλέμμα στραμμένο στις αυξανόμενες πιέσεις που προκαλούν η λειψυδρία, η κλιματική κρίση και η συχνότητα των ακραίων καιρικών φαινομένων στην πρωτογενή παραγωγή, το υπουργείο επιχειρεί να κατευθύνει τους διαθέσιμους πόρους σε παρεμβάσεις που θεωρούνται άμεσης προτεραιότητας για τον αγροτικό τομέα. «Τόσο τα μικρά αρδευτικά έργα όσο και η στήριξη των παραγωγών που πλήττονται από φυσικές καταστροφές εμφανίζουν ήδη αυξημένες χρηματοδοτικές ανάγκες, με τους διαθέσιμους πόρους να κρίνονται ανεπαρκείς σχετικά με τη ζήτηση που καταγράφεται», εξηγούν στην «R» υψηλόβαθμα στελέχη του ΥΠΑΑΤ.
Νέα στρατηγική
Η ανακατανομή των κονδυλίων έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η ελληνική κυβέρνηση, αλλά και ο ίδιος ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Μαργαρίτης Σχοινάς, επιχειρούν να επανακαθορίσουν τις προτεραιότητες χρηματοδότησης του πρωτογενούς τομέα υπό τη σκιά της υπόθεσης του ΟΠΕΚΕΠΕ. Κεντρικός στόχος, σύμφωνα με αρμόδιες πηγές, είναι να ενισχυθεί η διαφάνεια στη διαχείριση των κοινοτικών πόρων, να αποκατασταθεί η αξιοπιστία των ελέγχων και να επανέλθει το κλίμα εμπιστοσύνης στις σχέσεις με τις ευρωπαϊκές Αρχές. Το γεγονός ότι ο νέος υπουργός διαθέτει μακρά ευρωπαϊκή εμπειρία και βαθιά γνώση των κοινοτικών διαδικασιών θεωρείται από κυβερνητικά στελέχη κρίσιμο στοιχείο στη διαχείριση της υπόθεσης, καθώς η ανακατανομή των πόρων απαιτεί συνεννόηση και έγκριση από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Κατά τις ίδιες πληροφορίες, η ηγεσία του ΥΠΑΑΤ έχει ήδη ενημερώσει την DG AGRI για την ακύρωση των προγραμμάτων βιολογικής κτηνοτροφίας και μελισσοκομίας, με τις Βρυξέλλες να αντιμετωπίζουν θετικά την απόφαση αναστολής των συγκεκριμένων δράσεων. Το βασικό ζητούμενο πλέον είναι να ολοκληρωθεί χωρίς καθυστερήσεις η διαδικασία τροποποίησης του στρατηγικού σχεδίου της ΚΑΠ, ώστε οι διαθέσιμοι πόροι να μεταφερθούν σε άλλες παρεμβάσεις του Προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης (ΠΑΑ). Γι’ αυτό η ηγεσία του ΥΠΑΑΤ προσανατολίζεται στην ενίσχυση ήδη υφιστάμενων μέτρων του ΠΑΑ, ώστε τα κονδύλια να μπορέσουν να απορροφηθούν άμεσα χωρίς να απαιτηθεί η δημιουργία νέων δράσεων. Στο υπουργείο εκτιμούν ότι η συγκεκριμένη επιλογή μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο καθυστερήσεων και επιτρέπει την ταχύτερη διοχέτευση των κοινοτικών πόρων στην πραγματική οικονομία. Στο υπουργείο θεωρούν ότι η συγκεκριμένη κατεύθυνση είναι περισσότερο συμβατή με τις νέες προτεραιότητες της ευρωπαϊκής αγροτικής πολιτικής, οι οποίες δίνουν ιδιαίτερη βαρύτητα στην ανθεκτικότητα της παραγωγής, στη διαχείριση των φυσικών πόρων και στην προσαρμογή της γεωργίας στις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης.
Το σκάνδαλο των βιολογικών
Η ακύρωση των προγραμμάτων βιολογικής κτηνοτροφίας και μελισσοκομίας πραγματοποιήθηκε μετά τα εκτεταμένα ευρήματα που αποκάλυψαν οι έλεγχοι του ΥΠΑΑΤ, πριν από περίπου έναν χρόνο, σε παραγωγούς και φορείς πιστοποίησης, προκαλώντας σοβαρούς τριγμούς στο σύστημα διαχείρισης των κοινοτικών ενισχύσεων. Τα στοιχεία που παρουσίασε το ΥΠΑΑΤ θεωρούνται ενδεικτικά της έκτασης του προβλήματος. Σε σύνολο 737 δειγματοληπτικών και επιτόπιων ελέγχων που πραγματοποιήθηκαν σε παραγωγούς, το 35% των περιπτώσεων εμφάνισε ευρήματα μη συμμόρφωσης, ενώ επιπλέον 20,5% των αιτούντων αποχώρησε οικειοθελώς μετά την ανακοίνωση των ελέγχων. Συνολικά, περισσότεροι από τους μισούς ελεγχόμενους παραγωγούς (55,5%) είτε αποχώρησαν είτε παρουσίασαν προβλήματα συμμόρφωσης.
Στη βιολογική μελισσοκομία, σε 380 ελέγχους, το 27% εμφάνισε ευρήματα μη συμμόρφωσης, ενώ ένα 16% αποχώρησε από τη διαδικασία, ανεβάζοντας το συνολικό ποσοστό προβληματικών περιπτώσεων στο 43%. Ακόμη πιο ανησυχητική ήταν η εικόνα στη βιολογική κτηνοτροφία, όπου το 44% των ελέγχων είχε ευρήματα και επιπλέον 25% των παραγωγών αποχώρησε οικειοθελώς, με το συνολικό ποσοστό να φτάνει το 69%.
Ιδιαίτερο προβληματισμό προκάλεσε και η εκρηκτική αύξηση των αιτήσεων συμμετοχής στα προγράμματα βιολογικής παραγωγής τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου, οι βιολογικοί παραγωγοί αυξήθηκαν κατά περίπου 250% μέσα σε μία τετραετία, φτάνοντας από περίπου 34.000 το 2020 στους 119.000 το 2024! Παράλληλα, μόνο για τη δράση της βιολογικής μελισσοκομίας, με διαθέσιμο προϋπολογισμό 19 εκατ. ευρώ, κατατέθηκαν αιτήσεις ύψους 166 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας υπερκάλυψη που άγγιξε το 874%! Οι έλεγχοι επεκτάθηκαν και στους 16 εγκεκριμένους φορείς πιστοποίησης βιολογικής παραγωγής. Σύμφωνα με τα στοιχεία, επιβλήθηκαν συνολικά οκτώ χρηματικά πρόστιμα σε έξι φορείς πιστοποίησης, ενώ σε τρεις φορείς αποφασίστηκε εξάμηνη αναστολή έγκρισης λειτουργίας.
Στο πλαίσιο αυτό, έχει ήδη συγκροτηθεί ειδική task force για τη βιολογική παραγωγή, στην οποία συντονιστής θα είναι ο γενικός γραμματέας Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Σπύρος Πρωτοψάλτης, με βασική αποστολή την αυστηροποίηση των ελέγχων και την αναμόρφωση του πλαισίου πιστοποίησης των βιολογικών προϊόντων. «Θέλουμε να προστατεύσουμε τους πραγματικούς παραγωγούς που εργάζονται σωστά, τηρούν τους κανόνες και επενδύουν στην πράξη στη βιολογική παραγωγή. Γι’ αυτό προχωράμε σε νέο πλαίσιο ελέγχων, πιο αυστηρές κυρώσεις, καλύτερη ιχνηλασιμότητα και αξιοποίηση ψηφιακών εργαλείων», έχει δηλώσει σχετικά ο γενικός γραμματέας και πρόεδρος της task force για τη βιολογική παραγωγή, Σπ. Πρωτοψάλτης.









