Η Θεσπρωτία βρίσκεται σήμερα σε ένα κρίσιμο πολιτικό σταυροδρόμι. Σε έναν νομό μονοεδρικό, όπου μία και μόνο κοινοβουλευτική παρουσία καθορίζει τη φωνή, τη διαπραγματευτική ισχύ και τη θέση του τόπου στο κέντρο των αποφάσεων, η επιλογή προσώπου δεν είναι τυπική κομματική διαδικασία. Είναι υπόθεση αξιοπιστίας, σοβαρότητας και πολιτικής επιβίωσης για ολόκληρη την περιοχή.
Και πλέον το ερώτημα τίθεται ανοιχτά μέσα στην ίδια την κοινωνία της Θεσπρωτίας:
Μπορεί η Νέα Δημοκρατία να συνεχίσει να εκπροσωπείται στον νομό από ένα πολιτικό πρόσωπο που έχει συνδεθεί επανειλημμένα με αρνητική δημοσιότητα, δημόσιες αντιδράσεις και εικόνα πολιτικής αδυναμίας;
Ο Βασίλης Γιόγιακας δεν είναι ένας νέος βουλευτής που κρίνεται βιαστικά. Είναι ένας πολιτικός με πολυετή κοινοβουλευτική παρουσία, ο οποίος έχει ήδη κριθεί από τα γεγονότα, τις δημόσιες παρεμβάσεις του και — κυρίως — από το πολιτικό αποτύπωμα που αφήνει πίσω του.
Το σοβαρότερο πλήγμα ήρθε με τις δηλώσεις του για την τραγωδία των Τεμπών. Η φράση «καλώς ή κακώς αυτοί οι άνθρωποι ήταν νεκροί» προκάλεσε πανελλαδική οργή, πολιτική κατακραυγή και τεράστια ηθική ζημιά.
Ανεξαρτήτως των εξηγήσεων που ακολούθησαν και της συγγνώμης που επιχείρησε να δώσει, η ζημιά είχε ήδη γίνει. Για πρώτη φορά εδώ και χρόνια, η Θεσπρωτία βρέθηκε στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης όχι για έργα, όχι για ανάπτυξη, όχι για επενδύσεις, αλλά για μια δήλωση που μεγάλο μέρος της κοινωνίας θεώρησε προσβλητική απέναντι στη μνήμη νεκρών ανθρώπων.
Ακολούθησαν δημόσιες απαιτήσεις ακόμη και για διαγραφή του από τη Νέα Δημοκρατία.
Και εκεί ακριβώς γεννιέται το μεγάλο πολιτικό ερώτημα:
Πόσο ακόμη μπορεί ένας μονοεδρικός νομός να κουβαλά μια τόσο βαριά πολιτική φθορά;
Διότι στη Θεσπρωτία δεν υπάρχει “δεύτερος βουλευτής” για να ισορροπεί τις καταστάσεις. Υπάρχει ένας. Και όταν αυτός ο ένας μετατρέπεται σε πηγή αρνητικής δημοσιότητας, τότε ζημιώνεται συνολικά η εικόνα του τόπου.
Την ίδια στιγμή, η Θεσπρωτία συνεχίζει να βιώνει χρόνια στασιμότητα σε κρίσιμα ζητήματα υποδομών και ανάπτυξης. Οδικοί άξονες, διασυνδέσεις, αξιοποίηση λιμένα, επενδυτικές προοπτικές, τουριστική στρατηγική, αναπτυξιακή ταυτότητα του νομού — όλα κινούνται με ρυθμούς που δεν ανταποκρίνονται ούτε στις δυνατότητες ούτε στη γεωστρατηγική σημασία της περιοχής.
Ακόμη και οι δημόσιες παρεμβάσεις του ίδιου του κ. Γιόγιακα αποκαλύπτουν την αδυναμία επιρροής που έχει αποκτήσει. Η αντιπαράθεσή του με τον υφυπουργό Υποδομών Νίκο Ταχιάο για έργα στην περιοχή δεν κατέληξε σε ουσιαστική κυβερνητική δέσμευση, αλλά σε μια εικόνα εσωτερικής κυβερνητικής σύγκρουσης χωρίς αποτέλεσμα.
Για τον πολίτη της Θεσπρωτίας, όμως, το ζήτημα δεν είναι οι εσωκομματικές εντάσεις. Το ζήτημα είναι ένα:
Ποιος μπορεί πραγματικά να φέρει αποτελέσματα;
Ποιος μπορεί να επιβάλει την ατζέντα της Θεσπρωτίας στην Αθήνα;
Ποιος μπορεί να μπει στα υπουργεία και να φύγει με αποφάσεις αντί για δελτία τύπου;
Διότι ο νομός δεν χρειάζεται πλέον έναν “διαχειριστή πολιτικής παρουσίας”. Χρειάζεται πολιτικό βάρος. Χρειάζεται στρατηγική. Χρειάζεται άνθρωπο με σύγχρονη αντίληψη, πρόσβαση, δυναμισμό και πραγματική ικανότητα διεκδίκησης.
Η αίσθηση που κυριαρχεί πλέον σε μεγάλο κομμάτι της τοπικής κοινωνίας είναι ότι η Θεσπρωτία έχει εγκλωβιστεί σε μια κουρασμένη πολιτική πραγματικότητα. Σε μια λογική κομματικής συντήρησης χωρίς όραμα, χωρίς φρεσκάδα και χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα.
Και αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο σημείο για τη Νέα Δημοκρατία.
Γιατί η κοινωνία της Θεσπρωτίας παραμένει κατά βάση κεντροδεξιά. Όμως η πολιτική ανοχή δεν είναι ανεξάντλητη. Όταν ένας τόπος αισθάνεται ότι μένει πίσω, ότι δεν ακούγεται και ότι η εκπροσώπησή του αναλώνεται σε δημόσιες κρίσεις αντί για ουσιαστικές νίκες, τότε αρχίζει να αναζητά αλλαγή.
Η Νέα Δημοκρατία λοιπόν βρίσκεται μπροστά σε μια ιστορική ευθύνη:
Θα συνεχίσει με μια επιλογή που παράγει φθορά, αντιδράσεις και πολιτικό κόστος ή θα τολμήσει μια πραγματική ανανέωση με πρόσωπα που μπορούν να ξαναδώσουν κύρος, δυναμική και προοπτική στη Θεσπρωτία;
Γιατί σήμερα η Θεσπρωτία δεν ζητά απλώς έναν ακόμη υποψήφιο.
Ζητά σοβαρότητα.
Ζητά αξιοπιστία.
Ζητά δύναμη.
Ζητά εκπροσώπηση αντάξια των δυνατοτήτων της.
Και πάνω απ’ όλα, ζητά να σταματήσει να απολογείται για τους πολιτικούς της.








