Αν μη τι άλλο, η φετινή εννεάμηνη δικαστική περίοδος του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ -που μόλις ολοκληρώθηκε με τη θερινή διακοπή εργασιών- ήταν πραγματικά γεμάτη.
Και δη με υποθέσεις βαρύνουσας σημασίας για την εφεξής πορεία μιας διχασμένης υπερδύναμης.
Κατακλύστηκε από νομικές διαμάχες που πυροδότησαν οι πολιτικές της δεύτερης προεδρίας Τραμπ και της ρεπουμπλικανικής κυβέρνησής του.
Προστατευόμενο από το αμερικανικό Σύνταγμα, ώστε να λειτουργεί ως αντίβαρο στην εκτελεστική και νομοθετική εξουσία, το Ανώτατο Δικαστήριο θεωρείται ένας από τους πιο ισχυρούς και ανεξάρτητους θεσμούς στον κόσμο.
Με τις φετινές αποφάσεις του, ωστόσο, δείχνει να πασχίζει να διατηρήσει αυτή την εικόνα, στο φόντο της υφιστάμενης συντηρητικής (υπερ)πλειοψηφίας στις τάξεις του -6 έναντι μόλις 3 προοδευτικών δικαστών-, η οποία εδραιώθηκε με τρεις διορισμούς κατά την πρώτη προεδρική θητεία Τραμπ.
Μετά την επάνοδό του στον Λευκό Οίκο, ο πρόεδρος-μεγιστάνας των κρυπτονομισμάτων και των ακινήτων δοκιμάζει διαρκώς τις αντοχές των θεσμών και τα όρια των προεδρικών εξουσιών στις ΗΠΑ.
Με ορισμένες ετυμηγορίες του το Ανώτατο Δικαστήριο επέφερε σημαντικά πλήγματα στον Τραμπ και στις MAGA πολιτικές του: για τους δασμούς, την ανεξαρτησία της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (FED) μέσω της υπόθεσης Λίζα Κουκ, και το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα στην εκ γενετής ιθαγένεια, το οποίο διαφυλάχθηκε σε συγκυρία-ορόσημο, εν μέσω των εορτασμών για τα 250 χρόνια από τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας.
Στο σύνολο, ωστόσο, αποτελούν εξαιρέσεις.
Επί της ουσίας, προώθησε επιθετικά τη συντηρητική ατζέντα -πολιτική και κοινωνική- και κάθε άλλο παρά περιόρισε το «ξεχείλωμα» της εκτελεστικής εξουσίας, χωρίς αυτό να αποτελεί απαραίτητα κάποια προσωπική χάρη στον Τραμπ.
Για την ακρίβεια, οι αποφάσεις που ελήφθησαν στη διάρκεια αυτής της δικαστικής περιόδου επικρίνονται ευρέως ότι αναδιαμορφώνουν την ισορροπία εξουσιών, ενισχύοντας σημαντικά τη δικαστική και την εκτελεστική, εις βάρος της νομοθετικής.
Ήτοι του Κογκρέσου, όπου οι πολιτικές ισορροπίες θα κριθούν εκ νέου στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.

Οι δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, στην τρέχουσα σύνθεσή του, που παραμένει απαράλλακτη από τον Ιούνιο του 2022 (REUTERS/Evelyn Hockstein/File Photo)
Διπλό «παιχνίδι»
Όσες αποφάσεις έλαβε το Ανώτατο Δικαστήριο κατά των πολιτικών του προέδρου, το έκανε -λόγω σύνθεσης- με κατά περίπτωση υπέρβαση των ιδεολογικών ορίων, προκειμένου να επιτευχθεί πλειοψηφία.
Όμως ακόμη και αυτή η περιστασιακή σύμπραξη μεταξύ συντηρητικών και προοδευτικών δικαστών συνέβη κυρίως σε συνταγματικά εξόφθαλμες υποθέσεις, ενώ η συντηρητική πλειοψηφία έδειχνε να εξισορροπεί επίμαχες για τον Λευκό Οίκο αποφάσεις του δικαστηρίου με άλλες.
Απέρριψε ως αντισυνταγματικούς τους ανταποδοτικούς δασμούς Τραμπ, άφησε ωστόσο ανοιχτό νομικό «παράθυρο».
Απαγόρευσε την ανάπτυξη της Εθνοφρουράς σε πόλεις ενάντια στη βούληση των τοπικών αρχών, όμως επέτρεψε εκτεταμένες επιδρομές και ελέγχους από την ομοσπονδιακή υπηρεσία μετανάστευσης ICE.
Προστάτευσε μεν την εκ γενετής ιθαγένεια (σημειωτέον με τον συντηρητικό δικαστή Μπρετ Κάβανο να επικαλείται με… νόημα όχι το Σύνταγμα, αλλά νόμο), υποστήριξε δε τη σκληρή μεταναστευτική πολιτική του Τραμπ, διευκολύνοντας τις απελάσεις, την άρνηση εισόδου ακόμη και σε άτομα με νομικό καθεστώς στις ΗΠΑ και τον δραστικό περιορισμό της πολιτικής ασύλου.
Κόντρα στα προεδρικά σχέδια, έκρινε με οριακή πλειοψηφία 5-4 ότι είναι έγκυρη η καταμέτρηση επιστολικών ψήφων που παραλαμβάνονται μετά την ημέρα των εκλογών, αρκεί η σφραγίδα ταχυδρομείου να αποδεικνύει ότι στάλθηκαν το αργότερο μέχρι την ημέρα διεξαγωγής τους.
Αλλά προς τέρψιν των Ρεπουμπλικανών, εξάλειψε τους περιορισμούς στις προεκλογικές δαπάνες των κομμάτων και κατέστησε πιο δύσκολο για τις μειονότητες να αμφισβητήσουν εκλογικούς χάρτες ως φυλετικά μεροληπτικούς, βάσει του ιστορικού νόμου του 1965 για τα πολιτικά δικαιώματα.
Άνοιξε έτσι την πόρτα για την κατά το δοκούν επαναχάραξη εκλογικών περιφερειών, πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
Επαναβεβαίωσε την ανεξαρτησία της FED, έδωσε όμως ασυλία στον πρόεδρο για τις επίσημες πράξεις του και πρωτοφανείς εξουσίες να απολύει επικεφαλής ανεξάρτητων οργανισμών και ρυθμιστικών αρχών.
«Εξουσία άγνωστη ακόμη και στο βρετανικό Στέμμα, εναντίον του οποίου επαναστάτησαν οι Ιδρυτές Πατέρες», σχολίασαν τα τρία προοδευτικά μέλη του Ανώτατου Δικαστηρίου, Σόνια Σοτομαγιόρ, Έλενα Κέιγκαν και Κετάντζι Μπράουν Τζάκσον.

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, στο Οβάλ Γραφείο (REUTERS/Aaron Schwartz)
«Μπρα ντε φερ» εξουσιών στις ΗΠΑ
Υπό αυτό το πρίσμα, όλο και περισσότεροι στις ΗΠΑ πλέον αναρωτιούνται εάν υφίσταται αυτό που αποκαλούν «checks and balances» και αποτελεί διαχρονικά θεμέλιο λίθο της φιλελεύθερης αμερικανικής δημοκρατίας.
Πρόκειται για τα θεσμικά αντίβαρα και τους μηχανισμούς ελέγχου μεταξύ των τριών εξουσιών -εκτελεστικής, νομοθετικής και δικαστικής- ώστε να αποτρέπεται η υπερσυγκέντρωση εξουσιών από έναν μόνο κλάδο.
Ως έχουν σήμερα τα πράγματα, αυτές οι ισορροπίες έχουν διαταραχθεί.
«Το Ανώτατο Δικαστήριο πέρασε τη δικαστική περίοδο που μόλις ολοκληρώθηκε παραμερίζοντας το Κογκρέσο και συγκεντρώνοντας εξουσία για τους ανερχόμενους κλάδους της κυβέρνησης: την προεδρία και το ίδιο το δικαστήριο», γράφει το Axios.
Και εξηγεί: «οι αποφάσεις για τα χρήματα, τις θέσεις εργασίας, τις ψήφους και την υγεία των ανθρώπων μεταφέρονται προς τον πρόεδρο και εννέα διορισμένους, με ισόβια θητεία δικαστές».
Όμως αυτό το μπρα ντε φερ στις ΗΠΑ δεν σταματά εδώ, παρατηρεί το Bloomberg.
«Ο Ντόναλντ Τραμπ μπορεί να έχει χτίσει την υπερπλειοψηφία του Ανωτάτου Δικαστηρίου» με συντηρητικούς δικαστές, επισημαίνει, όμως «οι συμπάθειές τους έγκεινται λιγότερο στο λαϊκιστικό κίνημα MAGA (Make America Great Again) και των προσωπικών συμφερόντων του ηγέτη του, και περισσότερο σε μια συντηρητική νομική επανάσταση που επωάζεται από τη δεκαετία του 1980», επί προεδρίας Ρόναλντ Ρίγκαν.
Στόχος είναι η ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας, ο περιορισμός του ρυθμιστικού ρόλου του κράτους, αποδυνάμωση της προοδευτικής νομοθεσίας και ενίσχυση της συντηρητικής ατζέντας.
«Ο πραγματικός τίτλος της φετινής δικαστικής περιόδου είναι: Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφασίζει υπέρ του εαυτού του, με ψήφους 6–3», λέει χαρακτηριστικά στο Axios ο καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Τζόρτζταουν, Στιβ Βλάντεκ, ακόμη κι αν αυτό γίνεται σε βάρος του Κογκρέσου, των κατώτερων δικαστηρίων και, «πού και πού» του προέδρου Τραμπ.
Πιθανές «καραμπόλες»
Οι φήμες οργιάζουν εν τω μεταξύ για επικείμενη συνταξιοδότηση ενός από τους έξι συντηρητικούς δικαστές του Ανώτατου Δικαστηρίου.
Επικεντρώνονται στους δύο γηραιότερους, τον 78χρονο Κλάρενς Τόμας και τον 76χρονο Σάμιουελ Αλίτο, οι οποίοι διορίστηκαν επί των προεδρίων Τζορτζ Μπους του πρεσβύτερου και του νεότερου αντιστοίχως.
Τυχόν αποχώρηση σύντομα ενός εκ των δύο δεν θα επιφέρει κάποια αλλαγή στην πλειοψηφία 6 προς τρεις, υπέρ των συντηρητικών.
Θα δώσει όμως στον Τραμπ την ευκαιρία να διορίσει, ως εν ενεργεία πρόεδρος των ΗΠΑ, και τέταρτο δικαστή.
Η επόμενη δικαστική περίοδος θα ξεκινήσει στις 5 Οκτωβρίου.
Μόλις ένα μήνα, δηλαδή, πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.









