Θυμόμαστε τον υπουργό Άμυνας των ΗΠΑ, Πιτ Χέγκσεθ, να συγκαλεί όλους τους ανώτερους διοικητές του αμερικανικού στρατού για να τους κάνει κήρυγμα για τους υπέρβαρους στρατιώτες, τα μακριά μαλλιά και τις γενειάδες. H ιστορία, όμως έδειξε ότι η τυπολατρία έχει οδηγήσει σε καταστροφές και όχι σε θριάμβους που οραματίζεται ο Χέγκσεθ.
Οι αδέξιες προσπάθειές του Χέγκσεθ να ξεριζώσει από τον στρατό τους «γενειοφόρους», να κάνει έλξεις και να καθυποτάξει το Ιράν, έχοντας στη διάθεσή του τον ισχυρότερο στρατό του κόσμου, θυμίζουν ανάλογες αντιλήψεις με τις οποίες εμφορούνταν πριν 150 χρόνια η Μεγάλη Βρετανία.
Ειδικότερα, το αμερικανικό περιοδικό Foreign Policy επανάφερε στο προσκήνιο τον γνωστό βρετανό ψυχολόγο Νόρμαν Ντίξον, ο οποίος πριν 50 χρόνια, στο έργο του «Για την Ψυχολογία της Στρατιωτικής Ανικανότητας» προσέφερε μια συναρπαστική ματιά στους λόγους για τους οποίους τα στοιχεία που κάνουν τον στρατό να λειτουργεί, τις περισσότερες φορές τείνουν να δρουν εις βάρος της καλύτερης δυνατής απόδοσης στις πιο κρίσιμες στιγμές.
Υπενθυμίζεται ότι οι Βρετανοί γνώριζαν τη μια στρατιωτική καταστροφή μετά την άλλη από τα μέσα του 19ου αιώνα: Ο κατήφορος ξεκίνησε με δύο καταστροφικές εκστρατείες στο Αφγανιστάν, συνεχίστηκε τον Κριμαϊκό Πόλεμο, τον πόλεμο των Μπόερς, την «κρεατομηχανή» των χαρακωμάτων του Α’ ΠΠ, την παράδοση της Σιγκαπούρης το 1942, αλλά και το φιάσκο στη Μάχη του Άρνεμ το 1944.
Τις καταστροφές αυτές ο Ντίξον τις απέδιδε σε μεγάλο βαθμό στις παρωχημένες στρατιωτικές και κοινωνικές αντιλήψεις της Βρετανίας, στα τραύματα και τους κώδικες συμπεριφοράς των βικτωριανών ιδιωτικών σχολείων, καθώς και σε μια μάλλον ξεπερασμένη ψυχολογία.
Σύμφωνα με το Foreign Policy ο Χέγκσεθ κατάφερε να μεταφέρει τη νοοτροπία του ως πρώην αξιωματικός στο υπουργικό του αξίωμα, με τρόπο που θυμίζει έντονα πολλά από όσα ο Ντίξον στηλίτευε στην ηγεσία του βρετανικού στρατού σε καιρό πολέμου, ο οποίος θεωρούσε «στρατιωτική ανοησία» το γυάλισμα των κουμπιών και την ευρύτερη τυπολαγνεία στους στρατώνες.
«Το φαινόμενο περιλαμβάνει την τελετουργική τήρηση των σχέσεων κυριαρχίας-υποταγής της στρατιωτικής ιεραρχίας, την υπερβολική τάξη και την εμμονή με την εξωτερική εμφάνιση», έγραφε ο Ντίξον.
Αυταρχική νοοτροπία
Ο Ντίξον κατέκρινε την «αυταρχική» νοοτροπία, που χαρακτήριζε τη στρατιωτική ιεραρχία των Βρετανών και η οποία προκαλούσε ακαμψία σκέψης. «Οι αυταρχικοί θα είναι λιγότερο πιθανό να κατανοήσουν τις προθέσεις του εχθρού», έγραψε ο Ντίξον, ενώ παράλληλα έχουν την τάση να υποτιμούν τις δυνατότητές του.
Είχε κατά νου το καταστροφικό συμμαχικό Σχέδιο Ντιλ (Dyle Plan) την άνοιξη του 1940, το οποίο υποτίθεται θα προστάτευε τη Γαλλία από τη γερμανική επίθεση. Το σχέδιο βασιζόταν στην εκτίμηση ότι η κύρια γερμανική επίθεση θα εκδηλωνόταν μέσω του Βελγίου, κάτι που αποδείχθηκε λανθασμένο.
Τα λόγια του Ντίξον σήμερα, όμως, σύμφωνα με το περιοδικό, μοιάζουν σαν να γράφτηκαν για την αποτυχία του Πενταγώνου να προετοιμαστεί για το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν, παρότι το συγκεκριμένο σενάριο είχε αποτελέσει αντικείμενο πολεμικών ασκήσεων επί δεκαετίες».
Σε γενικές γραμμές, ο βρετανικός στρατός απέφευγε την καινοτομία, έδινε μεγαλύτερη αξία στη σωματική ρώμη και τις αθλητικές επιδόσεις παρά στη διανοητική καλλιέργεια («νοοτροπία του φονικού πολεμιστή»), ενώ λάτρευε την παράδοση, τη σχολαστική εμφάνιση, τους κανονισμούς και τους μικροκανονισμούς, όλα όσα ο Ντίξον εντάσσει στην έννοια της «στρατιωτικής ανοησίας».
Οι στρατιωτικοί που διέθεταν σε μεγάλο βαθμό αυτά τα χαρακτηριστικά, συνεχίζει το περιοδικό, προάγονταν φυσιολογικά σε ανώτερους βαθμούς, φτάνοντας τελικά στις υψηλότερες θέσεις, ακριβώς εκεί όπου αυτά τα χαρακτηριστικά ήταν είτε άχρηστα είτε καταστροφικά. Για τον Χέγκσεθ, σήμερα, είναι πολύ σημαντικότερο να είναι κανείς λευκός, άνδρας και ξυρισμένος.
Καμία κριτική
Όσον αφορά την «αλλεργία» του στην κριτική, ο Χέγκσεθ επιβεβαιώνει κάθε παρατήρηση του Ντίξον. Κατά τον πόλεμο στο Ιράν, χαρακτήρισε τον Τύπο «αντιπατριωτικό» επειδή κάλυπτε αντικειμενικά τον πόλεμο. Αντίστοιχα, στα τέλη Ιουλίου, έχασε την ψυχραιμία του όταν ορισμένοι βουλευτές επισήμαναν ότι η αμερικανική αποτυχία στον πόλεμο ήταν τελικά δική του ευθύνη.
Όπως και οι ανεπαρκείς ηγέτες του Ντίξον, που απέφευγαν κάθε είδους δημοσιότητα, έτσι και το Πεντάγωνο του Χέγκσεθ όχι μόνο εκκαθάρισε το επαγγελματικό δημοσιογραφικό σώμα και το απέκλεισε από το κτίριο, αλλά αναθεωρεί κατά βούληση τους αριθμούς των απωλειών και δεν έχει πραγματοποιήσει ενημέρωση Τύπου εν μέσω πολέμου εδώ και σχεδόν τρεις μήνες.
Η πεποίθηση του Ντίξον ότι οι φόβοι γύρω από τον ανδρισμό καθοδηγούν τη συμπεριφορά ορισμένων ανώτερων ηγετών εκδηλώνεται τόσο στη «στρατιωτική ανοησία» όσο και στις αποφάσεις για το προσωπικό και τη δομή των δυνάμεων.
Ο Ντίξον αναφέρεται «στη σημασία που αποδίδεται σε εξωτερικά σημάδια ταύτισης με τον ρόλο του φύλου, όπως το μήκος των μαλλιών», καθώς και σε μια «βαθιά ριζωμένη προκατάληψη απέναντι στις γυναίκες που προσπαθούν να αναλάβουν παραδοσιακά ανδρικούς ρόλους».
Δεν χρειάζεται να ψάξει κανείς πολύ για να βρει τον Χέγκσεθ να επιβάλλει εξετάσεις τεστοστερόνης (και πιθανές ενέσεις) στους αμερικανούς «πολεμιστές», ή μια συστηματική προκατάληψη εις βάρος της προαγωγής γυναικών αξιωματικών και της αύξησης του αριθμού των γυναικών σε μάχιμες μονάδες, όπως σημειώνει το Foreign Policy.
*Στην κύρια φωτογραφία: Δεκαετία του 1940: Σειρά ένστολων δοκίμων στρατιωτικής σχολής σε παρέλαση επιθεώρησης στο Τσέστερ της Πενσυλβάνια (Πηγή:Vintage Images).









