Ερώτηση για το ζήτημα της κοστολόγησης του προγράμματος της ΕΛΑΣ απηύθυνε στον Αλέξη Τσίπρα ο Δημήτρης Τερζής, για λογαριασμό του in.gr, στη συνέντευξη που παραχωρεί στη Θεσσαλονίκη ο πρώην πρωθυπουργός.
«Η κυβέρνηση σας κατηγορεί ότι το πρόγραμμά σας θέτει σε κίνδυνο τη δημοσιονομική ισορροπία και παραβιάζει τους ευρωπαϊκούς κανόνες δαπανών, ενώ κυβερνητικά στελέχη το κοστολογούν από 13 έως 17 δισ. ευρώ. Τι απαντάτε; Και επίσης ποιο είναι το ακριβές πακέτο και χρονοδιάγραμμα των μέτρων σας; Γιατί δεχθήκατε κριτική ότι, κατά την εξειδίκευση, ορισμένα μέτρα άλλαξαν. Και τελικά κύριε πρόεδρε -για να σταματήσει και η συζήτηση περί “λεφτόδεντων” και “προγραμμάτων Θεσσαλονίκης”- θα ζητήσετε επιβεβαίωση της κοστολόγησης από το Ελληνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο; Και θα απαιτήσετε από τη Νέα Δημοκρατία να κάνει το ίδιο για τις εξαγγελίες του Κυριάκου Μητσοτάκη;», ερωτήθηκε, με τον ίδιο να απαντά:
«Ο προπαγανδιστικός μηχανισμός της κυβέρνησης είχε ετοιμάσει την κριτική που θα μου ασκούσε και βεβαίως αυτή η κοστολόγηση που επιχείρησαν να κάνουνε, αυτή η απόπειρα κοστολόγησης -13 δισ. κατ’ έτος μάλιστα είπανε- θα έλεγα ότι δεν ήταν κοστολόγηση, ήταν πίνακας ζωγραφικής, έτοιμος από πριν, σουρεαλιστικού περιεχομένου.
Βέβαια, δεν ξέρω αν αυτή η τάση να υπερκοστολογούν δημόσιες δαπάνες οι υπουργοί της ΝΔ είναι μια τάση που την αποκτήσανε την περίοδο αυτή που έχουν πολλαπλασιάσει τις απευθείας αναθέσεις και τους κλειστούς διαγωνισμούς -αν είναι μια τάση δηλαδή από τον τρόπου που διαχειρίζονται το δημόσιο χρήμα προς ημέτερους- θα έλεγα όμως ότι είναι μια τάση που υποβαθμίζει τον πολιτικό διάλογο και δημιουργεί συνθήκες τοξικότητας στην πολιτική ζωή του τόπου, διότι καλό είναι να αντιπαρατιθέμεθα πάνω σε πραγματικά δεδομένα.
Εμείς επιχειρήσαμε, και με πολύ μεγάλη ακρίβεια και με συντηρητικό τρόπο, κατανείμαμε μέτρα στη βάση της δικής μας λογικής, που ανοίγουν όμως δρόμους και προοπτική, διαμορφώνουν ορίζοντα για τη χώρα, με βάση όμως το δημοσιονομικό πλαίσιο το οποίο έχουμε από το Μεσοπρόθεσμο το οποίο η ίδια η κυβέρνηση έχει καταθέσει: 5,5 δισ. στην τετραετία, το διευρύναμε με νέα έσοδα μέσα από τις προτάσεις για αναδιανομή που καταθέσαμε, περίπου 2 δισ. ευρώ, άρα είχαμε έναν δημοσιονομικό χώρο 7,5 δισ. στην τετραετία. Αυτόν το δημοσιονομικό χώρο εξαντλήσαμε και μέσα στα πλαίσια αυτού του δημοσιονομικού χώρου καταθέσαμε όλες μας τις παρεμβάσεις.
Όλα τα υπόλοιπα θα έλεγα είναι αντικείμενο φαντασίας, αλλά και μιας μοχθηρής επικοινωνιακής στρατηγικής. Είδα υπουργούς να κάνουν αναρτήσεις που θα γέλαγαν αν τις διάβαζαν ακόμα και πρωτοετείς φοιτητές οικονομικών σχολών. Μπερδεύουνε τον δημοσιονομικό χώρο με τις επενδύσεις, μπερδεύουνε την περιουσία με το εισόδημα…
Δεν είναι αδαείς, δεν είναι άσχετοι, το κάνουνε επίτηδες, διότι έχουν μια στρατηγική να δημιουργήσουνε την εικόνα στην ελληνική κοινωνία και στους πολίτες -που δεν έχουν βεβαίως κανέναν λόγο να γνωρίζουν λεπτομέρειες περί των οικονομικών- ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος μέσα στο υφιστάμενο πλαίσιο. Θέλουνε να επιτείνουνε το κλίμα της αναξιοπιστίας. Εκεί ποντάρουνε.
Τη δεύτερη μέρα όμως της ομιλίας μου στη Θεσσαλονίκη, την Πέμπτη το πρωί, ανακοινώσαμε ότι θα καταθέσουμε το πρόγραμμά μας προς αξιολόγηση στο Εθνικό Δημοσιονομικό Συμβούλιο, και εκεί άλλαξε το τροπάρι. Εκεί άρχισαν να λένε “α, δεν καταλάβαμε ότι μίλαγες για την τετραετία, νομίζαμε ότι μίλαγες για τον πρώτο χρόνο”. Πολύ καλά είχαν καταλάβει και αυτό.
Εδώ λοιπόν είμαστε θύματα μιας επικοινωνιακής πολιτικής η οποία είναι παιδαριώδης και πρέπει να μιλήσουμε για τα πραγματικά προβλήματα αυτού του τόπου και πώς θα τα ξεπεράσουμε.
Το πρόβλημά τους λοιπόν, και ο λόγος για τον οποίον επιχειρούν αυτή τη στρεψοδικία, είναι ότι εμείς καταθέσαμε ένα σχέδιο που αλλάζει την πορεία της χώρας, έχει διαφορετικό κοινωνικό πρόσημο, και το καταθέσαμε ακριβώς μέσα στα υπάρχοντα δημοσιονομικά πλαίσια και τους περιορισμούς. Γιατί αριστερή πολιτική δεν είναι να αγνοείς την ύπαρξη των περιορισμών, αριστερή πολιτική δεν είναι να προσποιείσαι ότι δεν σου βάζει όρια η πραγματικότητα, αριστερή πολιτική είναι να εξαντλείς κάθε δυνατότητα μέσα στα υφιστάμενα πραγματικά όρια και να διευρύνεις αυτά τα όρια. Δεν είναι για μας πολιτική η τέχνη του εφικτού, αλλά η τέχνη της διεύρυνσης του εφικτού.
Και θέλω να σας θυμίσω ότι το δικό μου οικονομικό επιτελείο έχει πρόσωπα που δεν είναι χθεσινά. Έχει πρόσωπα που αποκτήσανε πολύ μεγάλη εμπειρία και τα φέρανε βόλτα, και τα καταφέρανε, σε πολύ δύσκολες στιγμές για τη χώρα. Δεν είναι καπετάνιοι του γλυκού νερού, έχουνε θαλασσοδαρθεί σε τρικυμίες και είναι αυτοί με τους οποίους μαζί καταφέραμε να βγάλουμε τη χώρα από το κλίμα της αναξιοπιστίας στο οποίο μας είχαν βυθίσει οι πολιτικές του κυβερνώντος σήμερα κόμματος – που οδήγησε τη χώρα στην κρίση με 15% έλλειμα και μας οδήγησε στα μνημόνια.
Και θέλω αν πω ότι ο τελευταίος που μπορεί να δίνει συμβουλές δημοσιονομικής σταθερότητας σε εμένα είναι ο κ. Μητσοτάκης. Όχι μόνο γιατί κυβέρνησε σε ασύγκριτα καλύτερες δημοσιονομικά συνθήκες απ’ ό,τι εγώ. Κυρίως διότι η ίδια η παρουσία του έχει αποδείξει, ως πρόεδρος της ΝΔ: Ανέλαβε ένα κόμμα με χρέη 200 εκατ. ευρώ και το έχει τριπλασιάσει, το έχει πάει πάνω από 600.
Δεν θα μιλάμε λοιπόν σε εμάς, δεν θα μας κουνάνε το δάχτυλο, σε σχέση με το τι είναι και τι δεν είναι νοικοκυρεμένη δημοσιονομική πολιτική».









