Ζούμε σε μια χώρα που κυριολεκτικά λούζεται από τον ήλιο. Με μια καθημερινότητα που είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη φύση, τις βόλτες στην ύπαιθρο και το φως, θα ήταν απολύτως λογικό να πιστεύουμε ότι όσοι ζούμε στην Ελλάδα έχουμε την καλύτερη δυνατή σχέση με τη βιταμίνη D.
Κι όμως, η πραγματικότητα μας διαψεύδει ελαφρώς. Μια μεγάλη ανάλυση σε 8.780 συμπολίτες μας έδειξε ότι το 72,7% βρέθηκε με επίπεδα βιταμίνης D κάτω από το όριο επάρκειας, με μια μέση τιμή στα 25,1 ng/ml. Πριν όμως αρχίσουμε να ανησυχούμε, αξίζει να θυμόμαστε πως αυτοί οι άνθρωποι έκαναν ούτως ή άλλως αιματολογικές εξετάσεις, άρα το ποσοστό αυτό δεν αντικατοπτρίζει απαραίτητα ολόκληρο τον πληθυσμό με απόλυτη ακρίβεια.
Πώς όμως εξηγείται αυτό το παράδοξο; Ας δούμε τι πραγματικά συμβαίνει στον οργανισμό μας και πώς μπορούμε να βρούμε την ισορροπία, μακριά από μύθους και υπερβολές.
Η σύγχρονη ζωή πίσω από το τζάμι
Η βασική αιτία κρύβεται στον τρόπο που ζούμε σήμερα. Οι περισσότεροι από εμάς περνάμε τις ωραιότερες και πιο φωτεινές ώρες της ημέρας μέσα σε γραφεία, κάτω από λάμπες. Ακόμα κι αν το γραφείο μας λούζεται στο φως δίπλα σε ένα τεράστιο παράθυρο, το τζάμι λειτουργεί ως ασπίδα, μπλοκάροντας σχεδόν όλη την πολύτιμη UVB ακτινοβολία που χρειαζόμαστε.
Πολύ συχνά, το αντηλιακό μπαίνει στο στόχαστρο ως ο μεγάλος «ένοχος». Στα εργαστήρια, είναι αλήθεια πως ένας υψηλός δείκτης προστασίας (SPF) σταματά την UVB ακτινοβολία, εμποδίζοντας τη σύνθεση της βιταμίνης. Στην πραγματική ζωή, όμως, βάζουμε πολύ λιγότερο αντηλιακό από όσο θα έπρεπε, με αποτέλεσμα να είναι σπάνιο να ευθύνεται αποκλειστικά αυτό για την έλλειψη. Η προστασία του δέρματός μας σε κάθε περίπτωση παραμένει αδιαπραγμάτευτη.
Η γεωγραφία και ο χρόνος που περνά
Ο λεγόμενος «χειμώνας της βιταμίνης D», δηλαδή οι μήνες που ο ήλιος δεν είναι αρκετά δυνατός, διαρκεί μόλις δύο μήνες στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Στην Κρήτη, αυτή η περίοδος πρακτικά δεν υπάρχει καν.
Για να καταλάβουμε τη διαφορά, στη Γερμανία ο αντίστοιχος «χειμώνας» φτάνει τους τέσσερις μήνες και στη Σκανδιναβία αγγίζει τους έξι με οκτώ.
Ένας άλλος παράγοντας είναι η ηλικία μας, καθώς όσο μεγαλώνουμε, το δέρμα μας δυσκολεύεται περισσότερο να συνθέσει τη βιταμίνη D ακόμα και όταν εκτίθεται στον ήλιο.
Ακούγοντας το σώμα μας
Η αλήθεια είναι πως το σώμα μας σπάνια «φωνάζει» όταν του λείπει η βιταμίνη D, καθώς η κατάσταση αυτή είναι συνήθως εντελώς αθόρυβη. Όταν εμφανίζονται κάποια μικρά σημάδια, αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν:
- Μια επίμονη αίσθηση κούρασης, ακόμα και μετά από έναν καλό ύπνο.
- Μυϊκή αδυναμία ή ελαφρείς πόνους στη μέση, τις αρθρώσεις και τα οστά.
- Μια ανεξήγητα πεσμένη διάθεση ή δυσκολία στο να συγκεντρωθούμε.
- Την τάση να αρρωσταίνουμε πιο εύκολα από ιώσεις.
Το πρόβλημα είναι ότι αυτά τα σημάδια είναι πολύ γενικά. Μπορεί απλώς να φταίει ο κακός ύπνος, μια ευαισθησία στον θυρεοειδή ή λίγη αναιμία. Για αυτόν τον λόγο, δεν πρέπει ποτέ να βγάζουμε μόνοι μας διάγνωση, αλλά να συμβουλευόμαστε τον γιατρό μας. Αυτό που είναι επιστημονικά βέβαιο, είναι πως οι πολύ σοβαρές και μακροχρόνιες ελλείψεις δημιουργούν προβλήματα στα οστά.
Ο ρόλος της βιταμίνης D πέρα από τα οστά
Η βιταμίνη D δεν φροντίζει μόνο τον σκελετό μας, αλλά λειτουργεί περισσότερο σαν ορμόνη που «μιλάει» στα κύτταρα του ανοσοποιητικού μας.
Μια σπουδαία μελέτη, η οποία παρακολούθησε 25.871 ενήλικες άνω των 50 ετών, έδειξε ότι όσοι έπαιρναν 2.000 IU βιταμίνης D καθημερινά για πέντε χρόνια, είχαν 22% λιγότερες πιθανότητες να εμφανίσουν κάποιο αυτοάνοσο νόσημα συγκριτικά με όσους πήραν εικονικό φάρμακο. Αν και είναι ένα εξαιρετικά ελπιδοφόρο στοιχείο, αφορά μείωση κινδύνου και όχι θεραπεία.
Επιπλέον, εντοπίζεται μια σημαντική σχέση ανάμεσα στη βιταμίνη D και τον θυρεοειδή. Είναι συχνό το φαινόμενο οι άνθρωποι με θυρεοειδικές διαταραχές να παρουσιάζουν χαμηλά επίπεδα της βιταμίνης, χωρίς ωστόσο να είναι ακόμη ξεκάθαρο αν το ένα αποτελεί την αιτία του άλλου.
3 απλοί τρόποι για να βρούμε την ισορροπία
Η λύση στο «ελληνικό παράδοξο» είναι απλή, αρκεί να κάνουμε τις σωστές κινήσεις στην καθημερινότητά μας:
- Ο σωστός ήλιος: Το να βγαίνουμε έξω νωρίς το πρωί ή αργά το απόγευμα είναι υπέροχο για να μην καούμε, αλλά δεν βοηθά καθόλου στη βιταμίνη D. Χρειαζόμαστε τον ήλιο όταν ο δείκτης UV είναι πάνω από 3, δηλαδή τις μεσημεριανές ώρες των θερμών μηνών. Αρκούν 10-20 λεπτά με γυμνά χέρια και πόδια, χωρίς ποτέ να αφήσουμε το δέρμα μας να κοκκινίσει και πάντα φορώντας αντηλιακό.
- Μικρές αλλαγές στο πιάτο μας: Μπορούμε να εντάξουμε στη διατροφή μας τα λιπαρά ψάρια (σολομός, σαρδέλα), τους κρόκους αυγών και τα εμπλουτισμένα γαλακτοκομικά. Τα μανιτάρια προσφέρουν βιταμίνη D2, η οποία όμως είναι λιγότερο δραστική από την D3.
- Εξετάσεις με μέτρο: Δεν χρειάζεται να τρέχουμε όλοι για αιματολογικές. Η εξέταση έχει ουσιαστικό νόημα αν ανήκουμε σε ομάδες κινδύνου (άτομα μεγαλύτερης ηλικίας, εγκυμοσύνη, παχυσαρκία, οστεοπόρωση, ελάχιστη έκθεση στον ήλιο). Ο γιατρός είναι εκείνος που θα κρίνει αν χρειαζόμαστε συμπλήρωμα και σε τι ποσότητα, μιας και οι υπερβολές μπορούν να επιβαρύνουν τα νεφρά μας. Το ελάχιστο που μπορούμε να κάνουμε για την υγεία μας είναι ο ετήσιος προληπτικός έλεγχος.
Τελικά, δεν υπάρχει λόγος για πανικό. Το να φροντίζουμε τα επίπεδα της βιταμίνης D είναι μια διαδικασία προβλέψιμη, εύκολη και διαχειρίσιμη. Την επόμενη φορά που θα κάνετε το καθιερωμένο σας τσεκ-απ, μια φιλική κουβέντα με τον γιατρό σας είναι υπεραρκετή για να βεβαιωθείτε ότι ο οργανισμός σας παραμένει γεμάτος φως και ενέργεια, έστω κι αν χρειαστεί μια μικρή «βοήθεια» απ’ έξω.
Προσθέστε το iatronet.gr στο Discover
Ειδήσεις υγείας σήμερα
ΕΟΦ: Προσωρινή απαγόρευση παράλληλων εξαγωγών για 91 φάρμακα [κατάλογος]
ΕΕΠΕ: Να σταματήσει το μπλόκο στους παθολόγους για τη συνταγογράφηση της TSH
Νέο Biolact Start Cran Syrup από την InterMed με πατενταρισμένη σύνθεση για την υποστήριξη της υγείας του ουροποιητικού









