Αρχική / Κόσμος / Τι σημαίνουν για την Ευρώπη οι ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ;

Τι σημαίνουν για την Ευρώπη οι ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ;


Οι ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ, στις 3 Νοεμβρίου, δεν θα κρίνουν μόνο τους συσχετισμούς στο εσωτερικό της αμερικανικής πολιτικής σκηνής.

Το αποτέλεσμα της κάλπης θα καθορίσει ποιο κόμμα θα ελέγχει τη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία κατά τα δύο τελευταία χρόνια της δεύτερης προεδρικής θητείας του Ντόναλντ Τραμπ, με τις συνέπειες να ξεπερνούν τα αμερικανικά σύνορα.

Για την Ευρώπη, η αναμέτρηση έχει ιδιαίτερη σημασία. Από τη στάση της Ουάσινγκτον απέναντι στο ΝΑΤΟ και την Ουκρανία μέχρι τον πόλεμο με το Ιράν, τη σχέση με το Ισραήλ, τις αμυντικές δαπάνες, τους δασμούς και τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών, οι επιλογές του αμερικανικού εκλογικού σώματος μπορούν να επηρεάσουν άμεσα τις διατλαντικές σχέσεις.

Όπως συμβαίνει σε κάθε αμερικανική εκλογική αναμέτρηση, οι πολίτες των ΗΠΑ είναι εκείνοι που θα αποφασίσουν.

Οι σύμμαχοι της Ουάσινγκτον, όμως, θα πρέπει στη συνέχεια να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα.

Η μάχη για τη Βουλή και τη Γερουσία

Και οι 435 έδρες της Βουλής των Αντιπροσώπων θα τεθούν προς εκλογή, σύμφωνα με άρθρο στο GMF (German Marshall Fund of the United States).

Οι Ρεπουμπλικανοί διαθέτουν σήμερα οριακή πλειοψηφία, γεγονός που καθιστά τη μάχη ιδιαίτερα κρίσιμη, ακόμη και αν σχετικά λίγες από τις εκλογικές περιφέρειες θεωρούνται πραγματικά αμφίρροπες.

Οι δημοσκοπήσεις δίνουν στους Δημοκρατικούς ένα μονοψήφιο προβάδισμα σε εθνικό επίπεδο. Αν η τάση αυτή επιβεβαιωθεί στην κάλπη, ιστορικά δεδομένα δείχνουν ότι θα μπορούσε να μεταφραστεί σε ανάκτηση της πλειοψηφίας στη Βουλή.

Η Γερουσία αποτελεί πολύ δυσκολότερο στόχο για τους Δημοκρατικούς. Οι Ρεπουμπλικανοί διαθέτουν πλειοψηφία 53-47 και μόλις 35 από τις 100 έδρες θα κριθούν στις συγκεκριμένες εκλογές.

Για να περάσει η Γερουσία στα χέρια των Δημοκρατικών, απαιτείται η κατάκτηση τεσσάρων επιπλέον εδρών, ενώ ταυτόχρονα το κόμμα θα πρέπει να υπερασπιστεί και δικές του έδρες που βρίσκονται υπό έντονη εκλογική πίεση, μεταξύ άλλων στο Μίσιγκαν.

Έτσι, ακόμη και ένα σημαντικό δημοκρατικό ρεύμα σε εθνικό επίπεδο δεν εγγυάται αλλαγή συσχετισμών στη Γερουσία.

ΝΑΤΟ: Η Ευρώπη απέναντι σε μια πιο συναλλακτική Ουάσινγκτον

Ίσως το σημαντικότερο διακύβευμα για την Ευρώπη αφορά το μέλλον της αμερικανικής σχέσης με το ΝΑΤΟ.

Το 59% των Αμερικανών εξακολουθεί να θεωρεί ότι η συμμετοχή των ΗΠΑ στη Συμμαχία ωφελεί τη χώρα.

Το ποσοστό, ωστόσο, είναι αισθητά χαμηλότερο από το 71% του 2021. Η μεγαλύτερη αλλαγή καταγράφεται στους Ρεπουμπλικανούς, μεταξύ των οποίων η υποστήριξη προς το ΝΑΤΟ έχει υποχωρήσει από 55% σε 38%.

Αντίθετα, η στάση των Δημοκρατικών παραμένει σε μεγάλο βαθμό θετική, με το 82% να θεωρεί ότι η συμμετοχή στη Συμμαχία ωφελεί τις ΗΠΑ.

Ο Τραμπ δήλωσε στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα τον Ιούλιο ότι δεν σκοπεύει να αποσύρει τις Ηνωμένες Πολιτείες από τη Συμμαχία, παρά τις επανειλημμένες απειλές του κατά το παρελθόν. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει επιστροφή στην παραδοσιακή αμερικανική προσέγγιση.

Η Ουάσινγκτον εξακολουθεί να απαιτεί από τους Ευρωπαίους να αναλάβουν μεγαλύτερο μέρος του κόστους της συλλογικής άμυνας. Και ενώ οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αυξάνουν σημαντικά τις αμυντικές δαπάνες, η κυβέρνηση Τραμπ φαίνεται να διευρύνει τις απαιτήσεις της.

Το Πεντάγωνο έχει ήδη ζητήσει από τις κυβερνήσεις των χωρών-μελών να απαντήσουν σε ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσο στηρίζουν δημοσίως την εξωτερική πολιτική του προέδρου, αν επιβάλλουν περιορισμούς στη χρήση αμερικανικών βάσεων ή αν προωθούν ευρωπαϊκούς κανόνες προμηθειών που περιορίζουν τις συμβάσεις με αμερικανικές εταιρείες.

Εάν οι Ρεπουμπλικανοί διατηρήσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου, είναι πιθανό να υπάρξει περιορισμένη αντίδραση σε μια ακόμη πιο συναλλακτική προσέγγιση του Λευκού Οίκου.

Αντίθετα, ένας έλεγχος έστω και ενός σώματος από τους Δημοκρατικούς θα μπορούσε να λειτουργήσει ως θεσμικό αντίβαρο σε πιθανές κινήσεις αποδυνάμωσης της αμερικανικής δέσμευσης στο ΝΑΤΟ.

Ουκρανία: Το Κογκρέσο ως πιθανό αντίβαρο στον Λευκό Οίκο

Η Ουκρανία αποτελεί ένα ακόμη κρίσιμο πεδίο όπου το αποτέλεσμα των εκλογών μπορεί να αλλάξει τους συσχετισμούς.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν παράσχει νέα βοήθεια προς την Ουκρανία από την έναρξη της δεύτερης θητείας Τραμπ, ενώ ο πρόεδρος δεν υλοποίησε την υπόσχεσή του να επιτρέψει στο Κίεβο τη χρήση τεχνολογίας πυραύλων Patriot.

Την ίδια στιγμή, όμως, στο Κογκρέσο εξακολουθεί να υπάρχει διακομματική υποστήριξη για τη στήριξη της Ουκρανίας.

Τον Ιούνιο, η Βουλή των Αντιπροσώπων ενέκρινε τον «Νόμο για τη Στήριξη της Ουκρανίας», ο οποίος προβλέπει περισσότερα από 1 δισ. δολάρια σε άμεση βοήθεια και έως 8 δισ. δολάρια σε αμυντικά δάνεια.

Η Γερουσία δεν έχει ακόμη ολοκληρώσει τη διαδικασία. Εάν εγκρίνει το μέτρο, θα έχει αποδειχθεί ότι η υποστήριξη προς την Ουκρανία εξακολουθεί να διαθέτει διακομματική βάση.

Το ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο αν το Κογκρέσο θα εγκρίνει κονδύλια. Είναι και αν η κυβέρνηση θα τα διαθέσει στην πράξη.

Προηγούμενες συγκρούσεις μεταξύ Κογκρέσου και Λευκού Οίκου έχουν δείξει ότι η εκτέλεση των αποφάσεων του Κογκρέσου μπορεί να αποτελέσει ξεχωριστό πολιτικό μέτωπο.

Για την Ευρώπη, το ζήτημα είναι ακόμη μεγαλύτερο: η αμερικανική στάση απέναντι στην Ουκρανία συνδέεται άμεσα με την αξιολόγηση της ρωσικής απειλής και με την ευρωπαϊκή ασφάλεια.

Ο πόλεμος στο Ιράν

Ο πόλεμος με το Ιράν μπορεί επίσης να εξελιχθεί σε μακροχρόνια πηγή έντασης στις διατλαντικές σχέσεις.

Εάν η σύγκρουση συνεχιστεί και το επόμενο έτος, η δυσαρέσκεια του Τραμπ για την έλλειψη ευρωπαϊκής υποστήριξης είναι πιθανό να αυξηθεί.

Παράλληλα, το Κογκρέσο μπορεί να επιχειρήσει να περιορίσει τις εξουσίες του προέδρου στη διεξαγωγή στρατιωτικών επιχειρήσεων.

Τον Ιούλιο, η Βουλή ενέκρινε ψήφισμα σχετικά με τις εξουσίες σε καιρό πολέμου, ζητώντας την απομάκρυνση των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων από μη εξουσιοδοτημένες εχθροπραξίες με το Ιράν.

Τέσσερις Ρεπουμπλικανοί ψήφισαν μαζί με τους Δημοκρατικούς, επιτρέποντας την έγκριση του ψηφίσματος.

Η Γερουσία, όμως, το απέρριψε με διαφορά μόλις δύο ψήφων.

Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία ενόψει του επόμενου Κογκρέσου.

Μια διαφορετική σύνθεση της Γερουσίας θα μπορούσε να επιτρέψει την επανεξέταση του ζητήματος και να δημιουργήσει μια νέα θεσμική αντιπαράθεση με τον Λευκό Οίκο.

Ισραήλ: Η αλλαγή της αμερικανικής κοινής γνώμης

Η στάση απέναντι στο Ισραήλ αποτελεί επίσης σημείο όπου οι αμερικανικές και ευρωπαϊκές κοινωνίες εμφανίζουν αυξανόμενες ομοιότητες.

Το 60% των Αμερικανών έχει αρνητική άποψη για το Ισραήλ, ενώ σε δέκα χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ο αντίστοιχος μέσος όρος φτάνει το 71%.

Παράλληλα, σχεδόν τρεις στους τέσσερις Δημοκρατικούς ψηφοφόρους τάσσονται κατά της περαιτέρω στρατιωτικής βοήθειας προς το Ισραήλ.

Η τάση αυτή έχει ήδη πολιτικές συνέπειες. Ορισμένοι Δημοκρατικοί υποψήφιοι για το Κογκρέσο τάσσονται υπέρ της μείωσης ή ακόμη και της διακοπής της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας.

Ωστόσο, ακόμη και αν οι Δημοκρατικοί ανακτήσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου, η δυνατότητά τους να αλλάξουν την πολιτική της Ουάσινγκτον θα είναι περιορισμένη. Η Γερουσία, εφόσον παραμείνει στα χέρια των Ρεπουμπλικανών, μπορεί να μπλοκάρει νομοθετικές πρωτοβουλίες, ενώ ο πρόεδρος διαθέτει το δικαίωμα του βέτο.

Αμυντικές δαπάνες και το δίλημμα «όπλα ή κοινωνικές παροχές»

Ένα ακόμη μέτωπο αφορά τον αμερικανικό αμυντικό προϋπολογισμό.

Η κυβέρνηση Τραμπ και οι Ρεπουμπλικανοί αναμένεται να επιδιώξουν την αναπλήρωση των αμερικανικών αποθεμάτων όπλων που εξαντλήθηκαν εξαιτίας του πολέμου με το Ιράν. Το ζήτημα, όμως, θα συγκρουστεί με τις απαιτήσεις για κοινωνικές δαπάνες.

Οι Δημοκρατικοί δεν θέλουν να βρεθούν αντιμέτωποι με κατηγορίες ότι αφήνουν τη χώρα στρατιωτικά εκτεθειμένη, αλλά ταυτόχρονα αντιδρούν σε περικοπές κοινωνικών προγραμμάτων.

Η σύγκρουση αυτή μεταξύ «όπλων και βουτύρου» θα μπορούσε να καθυστερήσει την έγκριση των αμυντικών πιστώσεων.

Για την Ευρώπη, αυτό μεταφράζεται σε πιθανές καθυστερήσεις στις παραδόσεις οπλικών συστημάτων, μεταξύ άλλων πυραύλων Patriot.

Δασμοί και εμπορικές σχέσεις: Το Κογκρέσο δεν αρκεί

Οι ενδιάμεσες εκλογές δύσκολα θα σημάνουν το τέλος των εμπορικών συγκρούσεων μεταξύ Ουάσινγκτον και Ευρώπης.

Η κομματική διαίρεση στο εσωτερικό των ΗΠΑ είναι έντονη: περίπου επτά στους δέκα Ρεπουμπλικανούς στηρίζουν τους δασμούς του Τραμπ, ενώ αντίστοιχο ποσοστό Δημοκρατικών διαφωνεί.

Ακόμη και σε περίπτωση πλήρους επικράτησης των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο, ο πρόεδρος θα διατηρήσει σημαντικές εξουσίες για την επιβολή στοχευμένων δασμών βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας.

Επιπλέον, οι αμερικανικές επιχειρήσεις που έχουν προσαρμοστεί στους υπάρχοντες δασμούς και επωφελούνται από την προστασία που προσφέρουν θα συνεχίσουν να ασκούν πιέσεις για τη διατήρησή τους.

Ο μεγαλύτερος άγνωστος: Οι χρηματοπιστωτικές αγορές

Πέρα από την εξωτερική πολιτική, υπάρχει ένας ακόμη παράγοντας που μπορεί να επηρεάσει τις σχέσεις ΗΠΑ-Ευρώπης: η χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει προειδοποιήσει ότι μια ενδεχόμενη αναταραχή στις αμερικανικές αγορές, ιδιαίτερα εάν συνδεθεί με υπερβολικές αποτιμήσεις γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη, δεν θα περιοριστεί στις ΗΠΑ.

Οι συνέπειες θα μπορούσαν να μετατραπούν σε πρόβλημα χρηματοπιστωτικής σταθερότητας για την Ευρωζώνη.

Η εμπειρία του 2008 δείχνει πόσο γρήγορα μια κρίση που ξεκινά στην αμερικανική αγορά μπορεί να εξελιχθεί σε παγκόσμιο πρόβλημα.

Τότε, η συνεργασία μεταξύ Κογκρέσου, Λευκού Οίκου και Federal Reserve συνέβαλε στην αποτροπή μιας ακόμη βαθύτερης οικονομικής καταστροφής.

Σήμερα, όμως, το πολιτικό περιβάλλον στην Ουάσινγκτον είναι πολύ πιο πολωμένο.

Ένα διχασμένο Κογκρέσο, ένας πρόεδρος που θα βρίσκεται στα τελευταία χρόνια της θητείας του και μια νέα ηγεσία στη Federal Reserve θα μπορούσαν να δυσκολέψουν τον συντονισμό σε περίπτωση μεγάλης χρηματοπιστωτικής αναταραχής.



Source link