Αρχική / Πολιτική / Τι θα μείνει όταν τελειώσουν τα χρήματα;

Τι θα μείνει όταν τελειώσουν τα χρήματα;

Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλη απορρόφηση χωρίς αποτέλεσμα. Χρειάζεται μηχανισμό μετατροπής πόρων σε ζωή, παραγωγή και προοπτική.

Η Ελλάδα δεν έχει μόνο πρόβλημα πόρων. Έχει πρόβλημα μετατροπής.

Εδώ και δεκαετίες ακούμε για προγράμματα, χρηματοδοτήσεις, έργα, εντάξεις, απορροφήσεις, αναπλάσεις, υποδομές και ευρωπαϊκά κονδύλια. Και όμως, το κρίσιμο ερώτημα παραμένει το ίδιο: τι μένει στον τόπο όταν τελειώσει η χρηματοδότηση;

Μένουν καλύτερες δουλειές; Μένουν νέοι άνθρωποι; Μένουν οικογένειες; Μένουν επιχειρήσεις που μεγάλωσαν; Μένουν υπηρεσίες ζωής; Μένει παραγωγική δύναμη; Μένει εμπιστοσύνη ότι κάτι μπορεί πραγματικά να αλλάξει;

Ή μένουν μόνο φωτογραφίες, εγκαίνια, ανακοινώσεις και φάκελοι έργων;

Αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα που δεν ονομάζουμε σωστά.

Η χώρα δεν στερείται δυνατοτήτων. Έχει ανθρώπους, επιστήμονες, επιχειρήσεις, τουρισμό, φυσικό περιβάλλον, πανεπιστήμια, λιμάνια, γεωγραφική θέση και ευρωπαϊκούς πόρους. Αυτό που συχνά δεν έχει είναι ο μηχανισμός που μετατρέπει όλα αυτά σε σταθερό αποτέλεσμα: σε ζωή, παραγωγή, εισόδημα, παιδιά που μένουν στον τόπο τους, επιχειρήσεις που μεγαλώνουν, υπηρεσίες που λειτουργούν και διοίκηση που μπορεί να εκτελεί.

Η Ελλάδα έμαθε να μετρά την απορρόφηση. Πρέπει να μάθει να μετρά το αποτέλεσμα.

Όχι άλλα έργα χωρίς αποτέλεσμα. Όχι άλλη απορρόφηση χωρίς μετατροπή. Όχι άλλες στρατηγικές χωρίς υπεύθυνο.

Γιατί ανάπτυξη δεν είναι να ενταχθεί ένα έργο. Ανάπτυξη είναι να αλλάξει κάτι πραγματικά στη ζωή των ανθρώπων.

Δεν αρκεί να φτιάχνεις δρόμους, αν οι νέοι φεύγουν. Δεν αρκεί να έχεις λιμάνι, αν η περιοχή γύρω του δεν αποκτά παραγωγική αλυσίδα. Δεν αρκεί να έχεις τουρισμό, αν οι εργαζόμενοι δεν βρίσκουν σπίτι και η τοπική κοινωνία δουλεύει μόνο εποχικά. Δεν αρκεί να έχεις πανεπιστήμιο, αν η γνώση δεν συνδέεται με την παραγωγή. Δεν αρκεί να έχεις επιδοτήσεις, αν οι επιχειρήσεις μένουν μικρές, μόνες, χωρίς τεχνολογία, χωρίς εξωστρέφεια και χωρίς προοπτική.

Δεν αρκεί να μιλάμε για δημογραφικό, αν ένας νέος άνθρωπος δεν μπορεί να βρει αξιοπρεπή δουλειά, σπίτι, παιδική φροντίδα, υγεία, σχολείο και αίσθηση μέλλοντος. Το δημογραφικό δεν ξεκινά την ημέρα που ένα ζευγάρι αποφασίζει αν θα κάνει παιδί. Ξεκινά πολύ νωρίτερα. Ξεκινά όταν ένας νέος άνθρωπος κοιτάζει γύρω του και αναρωτιέται: μπορώ να χτίσω ζωή εδώ;

Αν η απάντηση είναι όχι, τότε όσα επιδόματα και αν δοθούν, το πρόβλημα δεν λύνεται.

Το ίδιο ισχύει και για την περιφέρεια. Η περιφέρεια δεν σώζεται με αποσπασματικά έργα. Σώζεται όταν γίνεται τόπος ζωής και παραγωγής: όταν έχει δουλειές με προοπτική, κατοικία, σχολεία, υγεία, ανθρώπους που θέλουν να μείνουν, επιχειρήσεις που μπορούν να μεγαλώσουν, διοίκηση που μπορεί να εκτελέσει και σχέδιο που δεν μένει στα χαρτιά.

Η ζωή όμως δεν είναι αφηρημένη έννοια. Αρχίζει από συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Πρώτη από αυτές είναι η κατοικία.

Όχι απλώς να υπάρχουν σπίτια. Να υπάρχει προσιτή, κατάλληλη και σχετικά ασφαλής κατοικία για τους ανθρώπους που θέλουμε να μείνουν ή να επιστρέψουν. Χωρίς κατοικία δεν υπάρχει νέα οικογένεια. Χωρίς κατοικία δεν υπάρχει εργαζόμενος κρίσιμης υπηρεσίας. Χωρίς κατοικία δεν υπάρχει παραγωγική στρατηγική που κρατά ανθρώπους στον τόπο.

Τοπικά Συμβόλαια Ζωής και Παραγωγής

Γι’ αυτό χρειάζεται μια νέα λογική. Χρειάζονται Τοπικά Συμβόλαια Ζωής και Παραγωγής.

Όχι ως ακόμη ένα πρόγραμμα. Όχι ως νέο ταμείο. Όχι ως νέα επιτροπή. Όχι ως κατάλογος έργων. Αλλά ως καθαρός μηχανισμός που υποχρεώνει κάθε περιοχή να απαντήσει σε πέντε απλά και δύσκολα ερωτήματα: ποιο είναι το πραγματικό της πρόβλημα, τι μπορεί να παράγει, ποιους ανθρώπους θέλει να κρατήσει ή να φέρει πίσω, ποιος έχει την ευθύνη να το εκτελέσει και πώς θα μετρηθεί αν πέτυχε.

Ο όρος «Συμβόλαιο» δεν σημαίνει γενική πολιτική υπόσχεση. Σημαίνει δημόσια δέσμευση: ποιος αναλαμβάνει τι, με ποιο χρονοδιάγραμμα, με ποιον δείκτη και με ποια λογοδοσία.

Το ουσιαστικό είναι να πάψουμε να ξεκινάμε από το ερώτημα «τι έργα θέλει μια περιοχή;» και να ξεκινήσουμε από το ερώτημα «ποια αλυσίδα έχει σπάσει σε αυτόν τον τόπο;»

Η αλυσίδα της εργασίας; Της κατοικίας; Της οικογένειας; Της παραγωγής; Της εκπαίδευσης; Των υπηρεσιών ζωής; Της διοίκησης; Της εμπιστοσύνης;

Αν δεν εντοπίσουμε τη σπασμένη αλυσίδα, θα συνεχίσουμε να βάζουμε χρήματα σε λάθος σημεία.

Τι πρέπει να περιλαμβάνει ένα Τοπικό Συμβόλαιο

Ένα τέτοιο Συμβόλαιο πρέπει να έχει λίγα και καθαρά στοιχεία.

Πρώτον, διάγνωση: τι συμβαίνει πραγματικά στην περιοχή.

Δεύτερον, λίγες προτεραιότητες: αν μια περιοχή έχει δέκα προτεραιότητες, στην πραγματικότητα δεν έχει καμία.

Τρίτον, πραγματική παραγωγική αποστολή: δεν αρκεί να ρωτάμε τι μπορεί να παράγει ένας τόπος· πρέπει να ρωτάμε ποιος θα αγοράσει αυτή την αξία, σε ποια αγορά και με ποια ομάδα μπορεί να την παραγάγει.

Κανένα τοπικό πλεονέκτημα δεν γίνεται από μόνο του παραγωγική δύναμη. Χρειάζεται αγορά, πελάτη, ομάδα, κεφάλαιο και δυνατότητα κλίμακας. Το κράτος δεν μπορεί να υποκαταστήσει την αγορά. Μπορεί όμως να αφαιρέσει εμπόδια, να οργανώσει δεξιότητες, να συνδέσει φορείς και να δημιουργήσει τις συνθήκες ώστε η παραγωγή αξίας να γίνει δυνατή.

Τέταρτον, εκτέλεση. Όχι «όλοι μαζί». Όταν όλοι είναι υπεύθυνοι, συνήθως δεν ευθύνεται κανείς. Το ερώτημα είναι απλό: ποιος το τρέχει κάθε μέρα; Ποιος το υπογράφει είναι σημαντικό. Αλλά ακόμη πιο σημαντικό είναι ποιος το τρέχει καθημερινά, με ποιο προσωπικό, με ποια αρμοδιότητα και με ποιο χρονοδιάγραμμα.

Πέμπτον, σύνδεση με πραγματικά εργαλεία. Κάθε δράση πρέπει να έχει διαδρομή: χρηματοδοτική, διοικητική, τεχνική, επιχειρηματική. Αν δεν υπάρχει διαδρομή, δεν είναι σχέδιο. Είναι ευχή. Το Τοπικό Συμβόλαιο δεν χρηματοδοτεί αυτομάτως δράσεις. Τις υποχρεώνει όμως να αποκτήσουν σαφή ωρίμανση και αντιστοίχιση με τα κατάλληλα διαθέσιμα εργαλεία.

Και, πάνω απ’ όλα, δημόσια λογοδοσία.

Ο πολίτης πρέπει να μπορεί να δει τι συμφωνήθηκε, ποιος το εκτελεί, τι προχωρά, τι καθυστερεί, γιατί καθυστερεί και τι αλλάζει. Η λογοδοσία δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι ο μόνος τρόπος να μη χαθεί πάλι η ευθύνη μέσα σε υπουργεία, δήμους, περιφέρειες, υπηρεσίες, φορείς, συμβούλους και επιτροπές.

Πιλοτική εφαρμογή, όχι γενικευμένη εξαγγελία

Η πρόταση δεν χρειάζεται να ξεκινήσει σε όλη τη χώρα. Αυτό θα ήταν λάθος. Πρέπει να ξεκινήσει πιλοτικά: μικρά, σοβαρά, μετρήσιμα, σε τρεις περιοχές διαφορετικού τύπου.

Μία περιοχή που έχει παραγωγική δυνατότητα αλλά δεν τη μετατρέπει σε αξία. Μία περιοχή που δοκιμάζεται δημογραφικά ή γεωγραφικά. Μία περιοχή όπου υπάρχει ανάπτυξη ή δραστηριότητα, αλλά πιέζονται η κατοικία, η καθημερινότητα και οι υπηρεσίες ζωής.

Δεν χρειάζεται από την πρώτη ημέρα βαρύς νόμος-πλαίσιο. Χρειάζεται όμως καθαρή πράξη εκκίνησης, ρόλοι, κριτήρια, ευθύνη και δημόσια λογοδοσία.

Σε 12 μήνες δεν θα έχει λυθεί το δημογραφικό ούτε θα έχει αλλάξει όλη η παραγωγική δομή μιας περιοχής. Αυτό που πρέπει να αξιολογηθεί στην αρχή είναι αν ο μηχανισμός δουλεύει: αν επιλέχθηκαν σωστά οι κρίσιμοι κόμβοι, αν υπήρξε υπεύθυνος εκτέλεσης, αν ξεκίνησαν οι πρώτες ορατές κινήσεις και αν η ευθύνη δεν χάθηκε.

Η Θεσπρωτία ως παράδειγμα

Η Θεσπρωτία μπορεί να λειτουργήσει ως παράδειγμα αυτής της λογικής. Όχι ως πολιτικό αίτημα. Όχι επειδή «αδικείται». Αλλά επειδή είναι χαρακτηριστική περιοχή με δυνατότητες που δεν έχουν μετατραπεί επαρκώς σε τοπική ισχύ: λιμάνι, Εγνατία, διασυνοριακή θέση, τουρισμό, φυσικό περιβάλλον, ανθρώπους, δυνατότητες υγείας, αγροδιατροφής, υπηρεσιών και εκπαίδευσης.

Το ερώτημα δεν είναι μόνο αν υπάρχουν δυνατότητες. Είναι αν υπάρχουν οι άνθρωποι που μπορούν να τις στηρίξουν και αν αυτοί οι άνθρωποι μπορούν να ζήσουν στον τόπο με κατοικία, υπηρεσίες, οικογένεια και προοπτική.

Αυτό είναι που πρέπει να αλλάξει στον δημόσιο διάλογο.

Ο πολίτης δεν πρέπει να ρωτά μόνο «τι έργο θα γίνει;» Πρέπει να ρωτά: τι θα αλλάξει στη ζωή μου; Ποιος έχει την ευθύνη; Πότε θα φανεί αποτέλεσμα; Πώς θα μετρηθεί; Τι θα γίνει αν δεν αποδώσει;

Από εδώ και πέρα, κάθε έργο, κάθε πρόγραμμα, κάθε χρηματοδότηση πρέπει να απαντά σε ένα απλό ερώτημα: τι αλλάζει στη ζωή του τόπου;

Αν δεν αλλάζει τίποτα, δεν είναι ανάπτυξη. Είναι απλώς απορρόφηση.

Για πρώτη φορά, ας μη ρωτήσουμε μόνο πόσα χρήματα θα πάρουμε.

Ας ρωτήσουμε: τι θα μείνει όταν τελειώσουν τα χρήματα;

Σωτήρης Γιάκης