Το Συμβούλιο της Ευρώπης δεν είναι μόνο ο παλαιότερος θεσμός με αναφορά στην ευρωπαϊκή ενοποίηση, αλλά και ο θεσμός εκείνος που κατεξοχήν επεξεργάστηκε το ισχύον ευρωπαϊκό πλαίσιο για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ξεκινώντας από την εμβληματική Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, στη βάση της οποίας συγκροτήθηκε και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που έχει καθοριστικό ρόλο στην υπεράσπιση και κατοχύρωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ευρώπη και που συχνά οι αποφάσεις του έχουν φέρει κράτη, της Ελλάδας συμπεριλαμβανομένης, αντιμέτωπα με τις ευθύνες που έχουν, ιδίως όταν έχουμε φαινόμενα μη τήρησης δικαιωμάτων από δημόσιους φορείς. Θυμίζουμε εδώ ότι η νομολογία του ΕΔΔΑ, στο βαθμό που η χώρα μας έχει κυρώσει την ΕΣΔΑ (στην οποία έχει προχωρήσει ούτως ή άλλως και η ΕΕ), είναι καθοριστική και για τις αποφάσεις που παίρνουν τα ελληνικά δικαστήρια.
Το Συμβούλιο της Ευρώπης έχει την Κοινοβουλευτική Συνέλευση που αποτελεί τον βασικό πεδίο που πιέζει τις κυβερνήσεις να συμμορφωθούν με τις αρχές που διέπουν το Συμβούλιο της Ευρώπης, ως προς ζητήματα δημοκρατίας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Και τμήμα των εργασιών της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης είναι και η συζήτηση εκθέσεων που αφορούν τη συμμόρφωση των κρατών – μελών με τις αρχές που διέπουν το Συμβούλιο της Ευρώπης και η λήψη αποφάσεων με συστάσεις προς τα κράτη-μέλη.
Σε αυτό το φόντο, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να δούμε την απόφαση 2674 (2026) της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης, που αφορά τον βαθμό που η Ελλάδα τιμά τις υποχρεώσεις που έχει ως μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης, απόφαση που ελήφθη από τη Συνέλευση στις 29 Σεπτεμβρίου. Η προηγούμενη αντίστοιχη απόφαση ήταν το 2018 (Απόφαση 2023 [2018]).
Η απόφαση αναγνωρίζει στοιχεία προόδου και ως προς την υιοθέτηση συμβάσεων και πρωτοκόλλων, συμπεριλαμβανόμενης και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας και επιμέρους πρωτόκολλα σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα, όμως αναφέρει και συγκεκριμένα προβλήματα που επιμένουν.


Συμβούλιο της Ευρώπης: Διαφθορά, βία κατά μεταναστών, Predator και εμπόδια στις ΜΚΟ παραμένουν προβλήματα
Καταρχάς, το Συμβούλιο της Ευρώπης μέσω της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης εντοπίζει σοβαρά προβλήματα σε σχέση με τη διαφθορά, την διακινδύνευση της δράσης ΜΚΟ που δραστηριοποιούνται στο προσφυγικό, τη βία κατά μεταναστών και τη χρήση του παράνομου κατασκοπευτικού λογισμού Predator. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά στην παρ. 7:
«7. Παράλληλα, η Συνέλευση επισημαίνει σημαντικές και διαρκείς προκλήσεις όσον αφορά τη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών στη χώρα. Μεταξύ άλλων, προκαλούν ανησυχία η διαφθορά μεταξύ υψηλόβαθμων δημόσιων λειτουργών, η κυβερνητική παρέμβαση σε ευαίσθητες δικαστικές έρευνες, η νομοθεσία που θέτει σε κίνδυνο τη δράση των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών στον τομέα της μετανάστευσης και του ασύλου, η βία κατά των μεταναστών από τις δυνάμεις εσωτερικής ασφάλειας, καθώς και η χρήση του λογισμικού κατασκοπείας Predator εναντίον πολιτικών και δημοσιογράφων.»
Ρατσιστική συμπεριφορά της Αστυνομίας
Στην παρ. 13 η έκθεση επισημαίνει τα προβλήματα που υπάρχουν με κρούσματα κακοποίησης και ρατσιστικής συμπεριφοράς από τη μεριά των αστυνομικών αρχών, απέναντι σε ομάδες όπως οι Ρομά.
«13. Η Συνέλευση εκφράζει την ανησυχία της για τις αναφερόμενες περιπτώσεις κακομεταχείρισης, κακοποίησης ή ακόμη και ρατσιστικής συμπεριφοράς εκ μέρους των δυνάμεων εσωτερικής ασφάλειας, ιδίως εναντίον των Ρομά, όπως επιβεβαιώνεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου, καθώς και για το γεγονός ότι, από το 2018, οι ελληνικές αρχές δεν έχουν ακόμη συγκροτήσει έναν αποτελεσματικό και πλήρως ανεξάρτητο φορέα για την εξέταση καταγγελιών κατά της αστυνομίας.
Δεδομένου ότι για αυτά τα προβλήματα υπάρχουν – καταδικαστικές – αποφάσεις από το ΕΔΔΑ, έκθεση υπογραμμίζει ότι αναμένει οι ελληνικές αρχές να κάνουν πράξη τις συστάσεις που έχει δώσει το δικαστήριο στις αποφάσεις του που αφορούν παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη χώρα μας.
«Η Συνέλευση αναμένει ότι τα μέτρα συμμόρφωσης που έλαβε η Ελλάδα για την εκτέλεση των αποφάσεων του Δικαστηρίου και την εναρμόνιση του νομικού της πλαισίου με τη νομολογία του Δικαστηρίου θα επιτρέψουν την πλήρη και αποτελεσματική εφαρμογή των αποφάσεων του Δικαστηρίου, ιδίως όσον αφορά τις ενέργειες των οργάνων εκτέλεσης, τις συνθήκες κράτησης, τη νομιμότητα της κράτησης και τις συνθήκες υποδοχής των αλλοδαπών, το δικαίωμα στην ελευθερία, την εκτέλεση τελεσίδικων εγχώριων δικαστικών αποφάσεων, την ελευθερία της έκφρασης και την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι»


Τέμπη και ΟΠΕΚΕΠΕ: «σημαντικές υποθέσεις διαφθοράς»
Το Συμβούλιο της Ευρώπης μέσω της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης επισημαίνει τη μεγάλη σημασία που έχει η καταπολέμηση των φαινομένων διαφθοράς και υπογραμμίζει τη σημασία που έχουν δύο μεγάλες υποθέσεις που αφορούν τόσο αιρετούς όσο και κρατικούς αξιωματούχους, αυτή που αφορά τα χρηματοδοτημένα από την ΕΕ έργα που δεν ολοκληρώθηκαν που δεν ολοκληρώθηκαν, με αποτέλεσμα να οδηγηθούμε στην τραγωδία των Τεμπών, αλλά και αυτή που αφορά το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ.
«17. Πρέπει να επιτευχθεί πρόοδος στον τομέα της καταπολέμησης της διαφθοράς, με βάση τις συστάσεις της Ομάδας Κρατών κατά της Διαφθοράς (GRECO). Ειδικότερα, δύο σημαντικές υποθέσεις στις οποίες εμπλέκονται εκλεγμένοι εκπρόσωποι και δημόσιοι λειτουργοί και οι οποίες βρίσκονται επί του παρόντος υπό ποινική έρευνα πρέπει να επιλυθούν με διαφάνεια και ικανοποιητικό τρόπο:
17.1 η ανεπαρκής και καθυστερημένη υλοποίηση βασικών έργων σιδηροδρομικής υποδομής που χρηματοδοτήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία οδήγησε στη σιδηροδρομική καταστροφή του Τέμπι στις 26 Φεβρουαρίου 2023, με αποτέλεσμα την απώλεια 57 ανθρώπινων ζωών·
17.2 η μαζική απάτη σχετικά με τις γεωργικές επιδοτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης».
Ιδιαίτερη σημασία έχει η επισήμανση της απόφασης ότι η Ελλάδα πρέπει να δώσει συνταγματικό καθεστώς στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας, δηλαδή να την εντάξει στις Ανεξάρτητες Αρχές που προβλέπονται από το Σύνταγμα και η επιλογή της διοίκησης γίνεται από τη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής με αυξημένη πλειοψηφία 3/5, ώστε να κατοχυρώνεται η ανεξαρτησία της, σε αντίθεση με το σημερινό καθεστώς της που είναι αυτό μιας κοινής Ανεξάρτητης Αρχής.
«Η Συνέλευση καλεί την Ελλάδα να απονείμει συνταγματικό καθεστώς στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας, προκειμένου να ενισχυθεί η ανεξαρτησία, η αποτελεσματικότητά της, η πολιτική λογοδοσία της έναντι του Κοινοβουλίου, καθώς και η εγχώρια και διεθνής αξιοπιστία της. Επιπλέον, η Εθνική Αρχή Διαφάνειας θα πρέπει να είναι αρμόδια για την εποπτεία της χρηματοδότησης των πολιτικών κομμάτων και για τον έλεγχο των οικονομικών συμφερόντων και των δηλώσεων περιουσιακών στοιχείων των κατόχων πολιτικών αξιωμάτων.»


Υποκλοπές: να συνεχιστεί η έρευνα της υπόθεσης
Σε σχέση με την υπόθεση των υποκλοπών, η απόφαση δεν υιοθετεί την κυβερνητική θέση που είναι περίπου ότι «δεν τίθεται κάποιο ζήτημα», αλλά αντιθέτως επαναλαμβάνει την απαίτηση να ερευνηθεί η υπόθεση και να αποτελέσουν τμήμα της έρευνας όλα τα στοιχεία, με αποφυγή πρακτικών άρνησης χορήγησης στοιχείων (βλ. ΕΥΠ).
«21. Σύμφωνα με το Ψήφισμα 2513 (2023) «Pegasus και παρόμοιο λογισμικό υποκλοπής καθώς και μυστική κρατική παρακολούθηση», η Συνέλευση επαναλαμβάνει το αίτημά της προς τις ελληνικές αρχές:
21.1 να την ενημερώσουν, καθώς και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη Δημοκρατία μέσω του Νόμου (Επιτροπή της Βενετίας), σχετικά με τη χρήση του λογισμικού υποκλοπής Predator στη χώρα τους·
21.2 να διεξάγουν αποτελεσματικές, ανεξάρτητες και άμεσες έρευνες για όλες τις επιβεβαιωμένες και φερόμενες περιπτώσεις κατάχρησης του λογισμικού υποκλοπής Predator, να παρέχουν επαρκή αποκατάσταση στα θύματα που έχουν αποτελέσει στόχο σε περιπτώσεις παράνομης παρακολούθησης και να επιβάλλουν κατάλληλες κυρώσεις, είτε ποινικές είτε διοικητικές, προκειμένου να τιμωρηθούν όλες οι διαπραχθείσες καταχρήσεις παραβιάσεις δικαιωμάτων·
21.3 να αποφεύγουν τη χρήση κανόνων γενικής μυστικότητας για να αρνούνται την πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με τη χρήση του λογισμικού υποκλοπής Predator στους μηχανισμούς εποπτείας και στα πρόσωπα που έχουν αποτελέσει στόχο.»
Σε σχέση με τα ζητήματα ελευθερίας του Τύπου, η απόφαση επισημαίνει ότι η χώρα μας πρέπει να κάνει ακόμη μεγαλύτερη πρόοδο σε μια σειρά από τομείς:
«22. Η Συνέλευση καλεί την Ελλάδα να σημειώσει περαιτέρω πρόοδο όσον αφορά τη διασφάλιση της συμμόρφωσης του νομικού της πλαισίου και των πρακτικών της με τον Ευρωπαϊκό Νόμο για την Ελευθερία των Μέσων Ενημέρωσης σε τομείς όπως η ρύθμιση, η διαφάνεια στην ιδιοκτησία, ο πλουραλισμός, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης δημόσιας υπηρεσίας και η χρηματοδότηση.»


Να σταματήσουν τα pushbacks
Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι διαπιστώσεις και συστάσεις που κάνει το Συμβούλιο της Ευρώπης μέσω της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης για τα ζητήματα που αφορούν το μεταναστευτικό και το προσφυγικό, υποδεικνύοντας στις ελληνικές αρχές την ανάγκη να σταματήσουν όλες οι επιχειρήσεις επαναπροώθησης, τα γνωστά pushbacks:
«23. Η Συνέλευση διαπιστώνει ότι η Ελλάδα, παρότι αντιμετωπίζει την πρόκληση του να αποτελεί ένα από τα κύρια σημεία εισόδου μεταναστών στην Ευρώπη, κατάφερε να αναπτύξει ένα σύστημα ελεγχόμενης διαχείρισης των συνόρων, εν όψει της έναρξης ισχύος του Ευρωπαϊκού Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο. Η Συνέλευση, ωστόσο, τονίζει την επιτακτική ανάγκη η χώρα να αποφύγει τις παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου, συμπεριλαμβανομένης της διακοπής οποιωνδήποτε επιχειρήσεων επαναπροώθησης (pushback), και να εφαρμόσει πλήρως τις αποφάσεις του Δικαστηρίου. Απαιτούνται επίσης μεγαλύτερες προσπάθειες για τη βελτίωση των συνθηκών υποδοχής και της παροχής βοήθειας σε ευάλωτα άτομα.»
Το Μητρώο ΜΚΟ να συμμορφωθεί με το Ευρωπαϊκό Πλαίσιο
Σε σχέση με τα ζητήματα που έχουν προκύψει με το Μητρώο ΜΚΟ που προωθεί το υπουργείο Μετανάστευσης, η απόφαση υπογραμμίζει ότι αυτό πρέπει να συμμορφώνεται με το πλαίσιο που έχει διαμορφώσει το Συμβούλιο της Ευρώπης.
«Η Συνέλευση λαμβάνει υπόψη τη γνωμοδότηση της Επιτροπής της Βενετίας σχετικά με τις νομοθετικές τροποποιήσεις του 2026 που αφορούν το μητρώο των ΜΚΟ, το μητρώο των μελών των ΜΚΟ και την ποινική ευθύνη των εγγεγραμμένων μελών των ΜΚΟ, η οποία εκδόθηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 2026. Η Συνέλευση καλεί τις ελληνικές αρχές να λάβουν υπόψη όλες τις ανησυχίες και τις συστάσεις που περιλαμβάνονται στη γνωμοδότηση αυτή, ώστε οι απαιτήσεις καταχώρισης να συνάδουν πλήρως με το νομικό πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης και οι επιβαλλόμενες ποινικές κυρώσεις να είναι αναλογικές προς τα αδικήματα.»
Θυμίζουμε ότι σε σχέση με την εγγραφή των ΜΚΟ στο Μητρώο του υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου πρόσφατα το ΣτΕ έκρινε ακύρωσε ή έκρινε αντισυνταγματικές κομβικές διατάξεις που αφορούσαν την εγγραφή οργανώσεων, το Μητρώο Μελών, τη δημοσιοποίηση χορηγών και την επανεγγραφή μετά από διαγραφή ενώ απηύθυνε προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για προϋποθέσεις εγγραφής που συνδέονται με ποινικές διώξεις ή καταδίκες μελών της διοίκησης και νομίμων εκπροσώπων των ΜΚΟ.
Επισημαίνουμε ότι ως προς αυτό το ζήτημα η Επιτροπή της Βιέννης, δηλαδή η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη Δημοκρατία μέσω του Δικαίου, με επείγουσα γνώμη της επεσήμανε μεταξύ άλλων ότι: «το Μητρώο ΜΚΟ και το Μητρώο Μελών ΜΚΟ θα μπορούσαν να βελτιωθούν περαιτέρω όσον αφορά την προβλεψιμότητα και τη νομική σαφήνεια και ότι ορισμένες από τις ισχύουσες απαιτήσεις εγγραφής, όπως περιγράφονται στην παρούσα γνώμη, υπερβαίνουν το αναγκαίο σε μια δημοκρατική κοινωνία, συνιστώντας στις αρχές να λάβουν μέτρα για την αντιμετώπιση του προβλήματος αυτού. Η Επιτροπή συνιστά επίσης στις αρχές να θεσπίσουν εξαιρέσεις από την ποινική ευθύνη για τα αδικήματα διευκόλυνσης σε περιπτώσεις παροχής βοήθειας για τη διάσωση ζωής και διάσωσης ή παροχής βασικής φροντίδας σε παράνομους μετανάστες. Επιπλέον, η Επιτροπή διαπιστώνει ότι η διάταξη σχετικά με την επιβαρυνόμενη ποινική ευθύνη δεν συνάδει με την αρχή της προβλεψιμότητας, της νομικής βεβαιότητας και της ατομικής ποινικής ευθύνης, και εκφράζει την ανησυχία της ότι η θέσπιση της εν λόγω διάταξης ενδέχεται να οδηγήσει σε δυσανάλογες ποινές. Τέλος, συνιστά στις αρχές να αποσαφηνίσουν νομοθετικά τις περιστάσεις υπό τις οποίες η ατομική ευθύνη μπορεί να οδηγήσει στη διαγραφή μιας οργάνωσης από το μητρώο.»
Τέλος, η απόφαση της συνέλευσης επαναλαμβάνει τις συστάσεις που έχουν γίνει και στο παρελθόν σε σχέση για την ανάγκη κύρωσης της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τις Εθνικότητες και τον Ευρωπαϊκό Χάρτη για τις Περιφερειακές και μειονοτικές γλώσσες ενώ η συνέλευση «εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι οι ελληνικές αρχές δεν προτίθενται προς το παρόν να επικυρώσουν αυτές τις δύο συμβάσεις, αναφερόμενη, ιδίως, στο νομικό πλαίσιο που θεσπίζει η Συνθήκη της Λωζάννης για τη μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης, καθώς και στην προστασία που παρέχει η ελληνική νομοθεσία στα δικαιώματα της ατομικής αυτοπροσδιορισμού και της ελευθερίας του συνεταιρίζεσθαι.









