Τρεις δεκαετίες στον χώρο της διεθνούς ανάπτυξης και της αειφορίας, δύο από τις οποίες τις πέρασε εντός του συστήματος του ΟΗΕ, FAO και UNEP, έως τις αίθουσες διαπραγμάτευσης των μεγάλων πολυμερών συμφωνιών, έχουν δώσει στον δρα Στέφανο Φωτίου μια σπάνια ικανότητα: να βλέπει τα μεγάλα συστημικά προβλήματα χωρίς να χάνει την επαφή με την καθημερινή τους διάσταση. Συνταξιοδοτήθηκε τον Μάιο του 2026 από τον FAO, όπου διετέλεσε διευθυντής του Γραφείου για τους Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης. Η συνομιλία μας έγινε λίγο πριν από την αποχώρησή του.
Σχολιάζοντας την επίπτωση που έχει η σημερινή γεωπολιτική κρίση στις αλυσίδες εφοδιασμού τροφίμων, ο Στέφανος Φωτίου δηλώνει απογοητευμένος. «Προσωπική μου πεποίθηση είναι ότι περάσαμε τον Covid και τον πόλεμο στην Ουκρανία και δεν νομίζω ότι άλλαξε τίποτα στις εφοδιαστικές αλυσίδες», λέει απευθείας. «Κανένας δεν πήρε μαθήματα και κανένας δεν προσπαθεί να τις κάνει πιο ανθεκτικές».
Αυτή η ευθύτητα χαρακτηρίζει ολόκληρη τη σκέψη του. Ο Φωτίου διακρίνει δύο δομικά ελαττώματα στην παγκόσμια αγροδιατροφική αλυσίδα: την έλλειψη διαφάνειας και τον πολύ στενό ορίζοντα σχεδιασμού. Από τη μια, εκατομμύρια μικροί αγρότες πουλούν σε τιμές λίγων σεντ ανά κιλό, ενώ οι καταναλωτές πληρώνουν πολλαπλάσια ευρώ στο ράφι. Στη μέση, ένας διψήφιος αριθμός εταιρειών επεξεργασίας και διανομής ελέγχει ουσιαστικά ολόκληρο το σύστημα. Από την άλλη, ο εταιρικός σχεδιασμός κινείται σε ορίζοντα έξι έως δώδεκα μηνών – χρόνος ανεπαρκής για να χτίσει οποιοσδήποτε ανθεκτικές δομές. «Χρειάζεται τουλάχιστον πενταετής ορίζοντας», τονίζει, και αυτό, λέει, δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς ισχυρότερο κανονιστικό πλαίσιο από τα κράτη.
Η πιο αποκαλυπτική στιγμή της συζήτησης έρχεται όταν μιλάει για το κόστος της υγιεινής διατροφής στην Ελλάδα. Ο Φωτίου παραθέτει συγκεκριμένο αριθμό: σύμφωνα με εκτιμήσεις του FAO, για να τραφεί υγιεινά ένα άτομο στη χώρα μας χρειάζονται περίπου 4,5 ευρώ ημερησίως, σε όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης. Για μια τετραμελή οικογένεια, αυτό μεταφράζεται σε 540 ευρώ τον μήνα – ένα ποσό που, λαμβάνοντας υπ’ όψιν το επίπεδο του βασικού μισθού, αποκαλύπτει ένα βαθύ κοινωνικό χάσμα. Το κόστος αυτό, μάλιστα, δεν μένει στάσιμο: από το 2019 έως σήμερα έχει αυξηθεί κατά 38%, σε όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης.
Το ζήτημα, εξηγεί, δεν είναι μόνο ποσοτικό. «Δεν αρκεί να καλύψουμε τις 2.200 θερμίδες που χρειάζεται ένας άνθρωπος ημερησίως· πρέπει να τις καλύψουμε σωστά – με ιχνοστοιχεία, ολικούς υδατάνθρακες, βιταμίνες, και όχι με άδειες θερμίδες». Αυτός είναι ο πυρήνας αυτού που ο ίδιος αποκαλεί «διατροφική ασφάλεια» – μια έννοια ευρύτερη από την απλή επισιτιστική επάρκεια και πολύ πιο δύσκολα μετρήσιμη. Ενδεικτικά αναφέρει το σιρόπι καλαμποκιού – ένα συστατικό που εμφανίζεται σχεδόν παντού στα τυποποιημένα τρόφιμα, προϊόν της υπερπαραγωγής καλαμποκιού στις ΗΠΑ που απορροφήθηκε μέσω της βιομηχανίας τροφίμων και θεωρείται πλέον από διατροφολόγους ένα από τα πιο προβληματικά πρόσθετα.
Στο ερώτημα αν η αειφορική γεωργία μπορεί να είναι οικονομικά βιώσιμη και για τον αγρότη, ο Φωτίου είναι κατηγορηματικός: «Η αειφορία δεν καθιστά τον αγρότη λιγότερο βιώσιμο – έχει αποδειχθεί ότι εφόσον γίνει η μετάβαση σε πιο υγιή οικοσυστήματα μέσω αγροοικολογικών μεθόδων, η παραγωγή γίνεται πιο φθηνή». Φροντίζει, ωστόσο, να διευκρινίσει μια σημαντική παρεξήγηση: η αειφορία δεν ταυτίζεται με τη βιολογική γεωργία. Είναι μια πιο ευέλικτη προσέγγιση, που δεν αποκλείει τη χρήση φυτοχημικών, αλλά απαιτεί συνετή διαχείριση των πόρων. Το πρόβλημα παραμένει ίδιο: ποιος χρηματοδοτεί τη μεταβατική περίοδο των πέντε έως δέκα χρόνων που χρειάζεται για να ανακάμψουν τα εξαντλημένα εδάφη; Ο ιδιωτικός τομέας, λέει, δεν έχει κίνητρο να το κάνει με τον σημερινό τρόπο λογιστικής σκέψης.
Υστερα από είκοσι χρόνια στον ΟΗΕ, ο Φωτίου δεν κρύβει ότι η αισιοδοξία του έχει περάσει από δοκιμασίες. Η Σύνοδος του Ρίο το 1992 παραμένει, για τον ίδιο, η στιγμή – σταθμός: το θεμέλιο πάνω στο οποίο χτίστηκαν τόσο οι μεγάλες περιβαλλοντικές συμφωνίες όσο και η Ατζέντα 2030 με τους 17 Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης. Αλλη σπάνια στιγμή διεθνούς συσπείρωσης γύρω από τη βιωσιμότητα υπήρξε, κατά τον ίδιο, η Συμφωνία του Παρισιού για την Κλιματική Αλλαγή. Από εκεί και έπειτα, όμως, βλέπει μια σταθερή υποχώρηση της πολιτικής βούλησης. «Η πολιτική αφήγηση για θέματα βιωσιμότητας φθίνει», παραδέχεται.
Αυτό που τον κρατά αισιόδοξο δεν είναι οι κυβερνήσεις, αλλά οι νέες γενιές. «Η μοναδική ελπίδα που έχουμε είναι οι νέοι να απομακρυνθούν από το μοντέλο της υπερκατανάλωσης – αυτό που η δική μου γενιά και οι επόμενες είχαν ως δεδομένο – και να διεκδικήσουν ένα διαφορετικό αναπτυξιακό παράδειγμα».
Το επόμενο βήμα του Φωτίου είναι η δημιουργία του Food Diplomacy Network, μιας παγκόσμιας πλατφόρμας που θα φέρνει σε διάλογο κυβερνήσεις, επιχειρήσεις, ακαδημαϊκούς και κοινωνία πολιτών, με κεντρικό αίτημα: τα τρόφιμα να αντιμετωπίζονται ως στρατηγικό ζήτημα κρατικής πολιτικής – στο ίδιο επίπεδο με την ενέργεια, την άμυνα και την εξωτερική πολιτική.










