Αν σε κάποιους δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι το σκάνδαλο των υποκλοπών είχε κλείσει οριστικά με την αρχειοθέτηση στην οποία προχώρησε ο πρώην εισαγγελέας του Άρειου Πάγου, Κωνσταντίνος Τζαβέλας, οι τελευταίες εξελίξεις έρχονται να τη διαψεύσουν. Τέσσερις διαφορετικές αιτήσεις, με διαφορετική αφετηρία αλλά κοινό αίτημα, ζητούν πλέον επιτακτικά την ανάσυρση της υπόθεσης από το αρχείο. Και πλέον το βλέμμα στρέφεται στον νέο εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Ευάγγελο Μπακέλα, ο οποίος καλείται να αποφασίσει εάν η ελληνική Δικαιοσύνη θα επανεξετάσει το μεγαλύτερο σκάνδαλο θεσμικής λειτουργίας των τελευταίων ετών.
Η προέλευση των τεσσάρων
Η σημασία των τεσσάρων αιτήσεων δεν βρίσκεται μόνο στον αριθμό τους. Βρίσκεται κυρίως στην προέλευσή τους. Ας θυμηθούμε για ποιες μιλάμε.
Η πρώτη προέρχεται από τον πρώην πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά. Το γεγονός αυτό έχει ιδιαίτερη πολιτική και θεσμική βαρύτητα. Δεν πρόκειται για έναν πολιτικό της αντιπολίτευσης που επιχειρεί να εργαλειοποιήσει την υπόθεση, αλλά για έναν πρώην πρωθυπουργό, ιστορικό στέλεχος της Νέας Δημοκρατίας (παρά τη διαγραφή του), ο οποίος θεωρεί ότι τα νέα στοιχεία που έχουν προκύψει δικαιολογούν την επανεξέταση της δικογραφίας. Μιλάμε επίσης για ένα πολιτικό πρόσωπο που αποτέλεσε στόχο των υποκλοπών.
Με άλλα λόγια, το αίτημα για νέα δικαστική διερεύνηση δεν εκφράζει πλέον μόνο τους πολιτικούς αντιπάλους της κυβέρνησης, αλλά διατυπώνεται και από το εσωτερικό της ίδιας της παράταξης που κυβερνά, άσχετα από το γεγονός ότι ο κ. Σαμαράς δεν ανήκει πλέον στη ΝΔ. Η αίτησή του ενισχύει επίσης και το επιχείρημα περί κατασκοπείας, αδίκημα που αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι το μονομελές πλημμελειοδικείο στην απόφαση που εξέδωσε ζήτησε τη διερεύνησή του. Αλλά ο κ. Τζαβέλλας είχε διαφορετική γνώμη…
Η δεύτερη κατατέθηκε από τον Χρήστο Σπίρτζη, έναν από τους πολιτικούς που βρέθηκαν στο επίκεντρο των παρακολουθήσεων. Η θέση του είναι ότι μετά την αρχειοθέτηση έχουν προκύψει νέα πραγματικά περιστατικά, τα οποία η Δικαιοσύνη δεν μπορεί να αγνοήσει χωρίς να εξετάσει εάν μεταβάλλουν τα συμπεράσματα της αρχικής έρευνας.
Τα νέα στοιχεία
Δύο ακόμα αιτήσεις υπέβαλε ο δικηγόρος Ζαχαρίας Κεσές, επικαλούμενος νέα στοιχεία που προέκυψαν μετά την αρχειοθέτηση. Η σημασία τους έγκειται στο ότι επιχειρούν να τεκμηριώσουν πως η εικόνα που είχε η Δικαιοσύνη όταν έθεσε την υπόθεση στο αρχείο δεν είναι πλέον η ίδια. Από τη στιγμή που εμφανίζονται νέα δεδομένα, η ποινική δικονομία δεν μπορεί να αντιμετωπίζει την αρχειοθέτηση ως αμετάκλητο γεγονός. Αντίθετα, σύμφωνα με τη νομοθεσία, προβλέπει τη δυνατότητα επανεξέτασης όταν προκύπτουν νέα ουσιώδη στοιχεία.
Επί της ουσίας οι αιτήσεις που προέρχονται από κ. Κεσσέ έχουν να κάνουν αφ’ ενός με τις δημόσιες δηλώσεις του Ταλ Ντίλιαν (μετά την καταδίκη του) στις οποίες παραδέχεται ότι πουλάει το Predator σε κυβερνήσεις και κρατικές υπηρεσίες ασφάλειας –δείχνοντας προς την ΕΥΠ και το Μαξίμου, αφετέρου –η δεύτερη αίτηση που κατατέθηκε χθες, Τρίτη,– έχει να κάνει με την αγωγή που κατέθεσε ο κ. Ντίλιαν σε δικαστήριο του Ισραήλ κατά θύματος των υποκλοπών.
Η αποστολή του κ. Μπακέλα
Υπό το βάρος των ανωτέρω, εδώ είναι το σημείο που αρχίζει η δύσκολη αποστολή του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Εν ολίγοις ο κ. Μπακέλας δεν καλείται να αποφανθεί αν ο Κυριάκος Μητσοτάκης γνώριζε, αν η ΕΥΠ συνεργάστηκε με το Predator ή αν ο Γρηγόρης Δημητριάδης είχε οποιαδήποτε εμπλοκή. Αυτά αποτελούν αντικείμενο δικαστικής διερεύνησης, εάν και εφόσον αυτή διαταχθεί.
Κι εδώ δεν ισχύει σε καμία περίπτωση το κυβερνητικό αφήγημα που έχει γίνει καραμέλα στα χείλη όλων: ότι η Δικαιοσύνη αποφάνθηκε πως δεν υπήρξε εμπλοκή. Όλοι γνωρίζουν πως υπάρχουν νέα στοιχεία, οι δε δηλώσεις του Ταλ Ντίλιαν είναι πολύ συγκεκριμένες και ως προς το ύφος αλλά και ως προς το περιεχόμενό τους.
Τούτων δοθέντων ο εισαγγελέας του Άρειου Πάγου καλείται όμως να απαντήσει σε ένα πολύ πιο κρίσιμο ερώτημα: μπορούν να αγνοηθούν τα στοιχεία που προέκυψαν μετά την αρχειοθέτηση; Κυρίως, γίνεται να αγνοηθούν μετά τις προκλητικές εμφανίσεις του πρωθυπουργικού ανιψιού Γρηγόρη Δημητριάδη, ο οποίος όταν αναφέρεται στις υποκλοπές μιλάει με όρους Μαφίας και υπόκοσμου;
Τα ερωτήματα είναι πολλά περισσότερα απ’ όσα πιστεύουν κάποιοι. Εν προκειμένω ο κ. Δημητριάδης, θα πρέπει να εξηγήσει κάποια στιγμή ποια ευθύνη υποστηρίζει ότι πήρε, για ποιο θέμα, ποιους κάλυψε και γιατί. Ειδικά από τη στιγμή που στη μόλις 2 σελίδων κατάθεσή του στον αντιεισαγγελέα του Άρειου Πάγου, Αχιλλέα Ζήση, φαίνεται πως ο ρόλος του σε σχέση με την ΕΥΠ θύμιζε περισσότερο γραμματειακή υποστήριξη. Αυτά τα κενά στις αφηγήσεις του κ. Δημητριάδη, δεν πρέπει να διερευνηθούν μεταξύ των υπόλοιπων νέων στοιχείων;
Το διακύβευμα
Με τούτα και με εκείνα ερχόμαστε μπροστά στο πραγματικό διακύβευμα για τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Αν απορρίψει και τις τέσσερις αιτήσεις ανάσυρσης, δεν θα αρκεί μία τυπική επίκληση ότι «δεν προέκυψαν νέα στοιχεία».
Θα πρέπει να εξηγήσει αναλυτικά γιατί όλα όσα αποκαλύφθηκαν μετά την αρχειοθέτηση δεν μεταβάλλουν ούτε στο ελάχιστο την αξιολόγηση της υπόθεσης. Θα πρέπει να αιτιολογήσει γιατί ένας πρώην πρωθυπουργός, ένας πολιτικός που υπήρξε στόχος παρακολούθησης και ένας δικηγόρος που επικαλείται νέα αποδεικτικά δεδομένα κάνουν λάθος.
Αντίθετα, εάν διατάξει την ανάσυρση της δικογραφίας, δεν θα σημαίνει ότι αποδίδει ευθύνες σε κανέναν. Θα σημαίνει ότι η Δικαιοσύνη αναγνωρίζει πως, όταν προκύπτουν νέα στοιχεία σε μια υπόθεση που άγγιξε τον πυρήνα της δημοκρατικής λειτουργίας, η διερεύνηση οφείλει να συνεχιστεί. Κάτι που δεν τόλμησε ο προκάτοχός του και άμεσα εμπλεκόμενος στην υπόθεση, Κωνσταντίνος Τζαβέλας.
Το κύρος
Για τον λόγο αυτό, η απόφαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δεν θα κρίνει μόνο την τύχη μιας δικογραφίας. Θα κρίνει και το αν η ελληνική Δικαιοσύνη είναι διατεθειμένη να επανεξετάζει τις δικές της κρίσεις όταν η πραγματικότητα εξελίσσεται μέσω νέων δεδομένων ή αν η αρχειοθέτηση μιας τόσο εμβληματικής υπόθεσης θα αποδειχθεί, στην πράξη, αμετάκλητη ανεξάρτητα από όσα θα ακολουθήσουν.
Κι αυτό επειδή υπάρχει κι ένα Εφετείο μπροστά μας, με ό,τι και αν σημαίνει αυτό για τις αποφάσεις που θα παρθούν σήμερα… Και εξηγούμαστε: Η πλευρά Ντίλιαν έχει υποστηρίξει ότι διαθέτει αποδείξεις συνεργασίας με την ΕΥΠ. Αν όντως αυτό ισχύει και αποδειχθεί, τότε το χτύπημα στο κύρος της ελληνικής Δικαιοσύνης για τους χειρισμούς της στην έρευνα των υποκλοπών, θα είναι πραγματικά τεράστιο. Θα επιφέρει, δε, συνέπειες τη δυναμική των οποίων δεν μπορούμε καν να αντιληφθούμε αυτή τη στιγμή.









