Αρχική / Lifestyle / Πέτρος Λαγούτης: «Μόνοι μας φτιάχνουμε τις φυλακές μας»

Πέτρος Λαγούτης: «Μόνοι μας φτιάχνουμε τις φυλακές μας»


Με αφορμή την παράσταση «Ας περιμένουν οι γυναίκες», ο Πέτρος Λαγούτης μιλά για τις ανδροπαρέες, για την ελληνική νοοτροπία, για τον έρωτα, για το… αν έχει αφήσει μια γυναίκα να περιμένει, αλλά και για την ουσιαστική σχέση που έχει χτίσει με τους δύο γιους του.

Φέτος ζει πρωτόγνωρες εμπειρίες. Ο Πέτρος Λαγούτης μοιράζεται με τη Realnews τα συναισθήματα που του δημιούργησε η παράσταση «Ας περιμένουν οι γυναίκες», η οποία βασίζεται στη θρυλική ταινία του 1998, σε σκηνοθεσία Σταύρου Τσιώλη, που χάρισε στο ελληνικό κοινό ατάκες-σταθμούς και στιγμές ξεκαρδιστικού σουρεαλισμού. Μιλά, ακόμα, για τη ζωή του στη Θεσσαλονίκη, που αποτέλεσε τη βάση της θεατρικής περιοδείας στην οποία συμμετείχε, και για την ανδρική φιλία, ενώ αποκαλύπτει και την υπέροχη σχέση που έχει με τους δύο γιους του, Δημήτρη και Γιώργο.

«Ας περιμένουν οι γυναίκες». Μια παράσταση που κατέβηκε από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα, στο θέατρο Ψυρρή.

Ναι, το κάναμε ανάποδα, γιατί ο παραγωγός μας είναι από τη Θεσσαλονίκη, ήθελε και αυτός να ξεκινήσουμε από τη Θεσσαλονίκη. Κολλούσε και στο έργο, γιατί το χαρακτήρισαν «μια μακεδονική κωμωδία», που ισχύει σε μεγάλο βαθμό, οπότε είχε πολύ ενδιαφέρον όλο αυτό. Και για εμένα προσωπικά είχε μεγάλο ενδιαφέρον, γιατί πρώτη φορά το κάνω αυτό, να έρχομαι Θεσσαλονίκη για τόσο μεγάλο διάστημα. Παίξαμε δυόμισι μήνες περίπου. Ξεκινήσαμε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου, σε διασκευή και σκηνοθεσία Βαγγέλη Λάσκαρη, με τους Τάσο Τζιβίσκο, Νικόλα Βασιλειάδη, Νικίτα Ηλιοπούλου, Μαγδαληνή Μπεκρή και Μαρία Γράμψα, ενώ επί σκηνής παίζει μουσική ο μαέστρος Μιχάλης Χατζηαναστασίου και τραγουδά η ερμηνεύτρια Αλεξάνδρα Μάγκου. Η παράσταση θα συνεχιστεί μέχρι το Πάσχα. Ταυτόχρονα, θα κάνουμε κάποιες βόλτες μεσοβδόμαδα στην επαρχία. Ηδη έχουμε κάνει μια τέτοια εξόρμηση στη Μυτιλήνη, όπου η υποδοχή ήταν πάρα πολύ θερμή. Είναι κάτι πρωτόγνωρο αυτό που ζω με την παράσταση, όλα αυτά μου είναι πολύ καινούργια και το ευχαριστιέμαι πάρα πολύ. Επειδή έχουμε κάνει μια πολύ ωραία παρέα στον θίασο -γιατί αν δεν είσαι μια ωραία παρέα, γίνεται δύσκολο- είμαστε συνέχεια στον δρόμο και μοιάζει πολύ και με το έργο που ανεβάζουμε. Ξέρεις, ήμουν ένας άνθρωπος αρκετά κλειστός σε αυτά, απέφευγα να φεύγω, ειδικά όταν τα παιδιά ήταν μικρότερα, απέφευγα και τις καλοκαιρινές περιοδείες, δεν διαπραγματευόμουν τη βάση μου. Τα χρόνια πέρασαν, τα παιδιά μεγάλωσαν και εγώ μεγάλωσα και το είδα αλλιώς. Είναι πολύ αναζωογονητικό αυτό που νιώθω φέτος.

Η παράσταση βασίζεται στην ομότιτλη ταινία του Σταύρου Τσιώλη, η οποία έχει χαραχτεί ανεξίτηλα και για τις ατάκες που μας έχει χαρίσει και γιατί σηματοδότησε μια εποχή γεμάτη απλοχεριά σε χρήμα και συναίσθημα, η οποία φαίνεται να έχει περάσει ανεπιστρεπτί.

Στα συναισθήματα θα έλεγα σίγουρα, με ανθρώπους πιο ανοιχτόκαρδους, πιο πρόθυμους να βουτήξουν στο άγνωστο και στην περιπέτεια. Από εκεί και πέρα, ναι, φαίνεται ότι έχει εξαφανιστεί αυτή η εποχή και γι’ αυτό μας δημιουργεί μια νοσταλγική διάθεση η ύπαρξη αυτών των ανθρώπων. Βλέπουμε και πάρα πολλά κοινά με το σήμερα -θα έλεγα εγώκαι κυρίως όσον αφορά το πολιτικό κομμάτι της παράστασης. Είναι τα τρία μπατζανάκια -τον τρίτο της υπόθεσης τον περιμένουμε να έρθει, είναι μεγαλοστέλεχος του ΠΑΣΟΚ- και μέσα από τους διαλόγους των ηρώων ξεδιπλώνεται πολύ γλαφυρά η νοοτροπία του λαού μας για το τι θα πει πολιτική θέση, και αυτό δεν έχει αλλάξει. Η νοοτροπία του μέσου, του ρουσφετιού, του «να τα πάρουμε» ήταν, είναι και, πολύ φοβάμαι, ότι θα είναι ίδια σε αυτή τη χώρα για πολλά χρόνια ακόμα.

Ποιος είναι ο ρόλος σου;

Παίζω τον Μιχάλη, ρόλο που είχε κάνει ο Αργύρης Μπακιρτζής. Ολο το έργο αποτελεί έναν ύμνο στην ανδρική φιλία. Αυτό δεν μου είναι άγνωστο, γιατί είναι ένα έργο σχέσεων, ειδικά αυτών των τριών και η σχέση τους με τον έρωτα και η σχέση τους με το ταξίδι, η σχέση τους ή η μη σχέση τους με την ευθύνη. Αυτοί οι άνθρωποι μου είναι γνωστοί, τους πρόλαβα και ίσως υπάρχουν ακόμα κάποια απομεινάρια τους. Δεν μπήκαμε καθόλου σε αυτή τη λογική, να φτιάξουμε τον Μπακιρτζή, τον Ζουγανέλη και τον Μπουλά. Είχαμε ένα κείμενο μπροστά μας και φτιάξαμε αυτούς τους ρόλους. Χάρηκα πολύ που ήρθε και είδε την παράσταση στη Θεσσαλονίκη ο κύριος Μπακιρτζής και του άρεσε πάρα πολύ. Νομίζω ότι βρήκαμε το ζουμί του έργου και έτσι ξεκίνησε μια παράσταση που είναι πολύ ζωντανή και προχωρά, γιατί έχει περιθώριο να γεννηθούν και άλλα μέσα από τις σχέσεις των ανθρώπων. Είναι πολύ ανοιχτό το κείμενο του Σταύρου Τσιώλη.

Εχεις αφήσει γυναίκα να περιμένει;

Μπορεί άθελά μου (γελά)! Η ταινία και το έργο δεν είναι αυτό. Είναι το ας περιμένουν οι γυναίκες, γιατί εμείς οι άνδρες δεν θέλουμε να ξαναγίνουμε ενήλικες. Αυτό συμβαίνει στην ταινία ουσιαστικά. Βρίσκουν την ευκαιρία να το ξαναζήσουν όλο, το ψάρεμα, τη φιλία, τους χαζο-έρωτές τους. Αλλο που αυτοί τους βιώνουν ως πολύ μεγάλους. Είναι πράγματα που θα ξεχάσουν σε πέντε ημέρες. Αυτό είναι η άρνηση του να αναλάβω την ευθύνη και του εαυτού μου και της οικογένειας και των παιδιών μου, οπότε με αυτή την έννοια μπορεί να έχω αφήσει κάποια να περιμένει. Πολύ επιρρεπής και εγώ στο παιχνίδι, στους φίλους… Οι άνθρωποι μόνοι μας παγιδευόμαστε σε πράγματα, σε συνήθειες που μετά είναι δύσκολο να απαγκιστρωθούμε. Μόνοι μας φτιάχνουμε τις φυλακές μας και γι’ αυτό μετά αναζητούμε τρόπους διαφυγής. Πιστεύω ότι υπάρχουν για όλους πιο ομαλοί τρόποι να πάρουμε τις ανάσες μας, αλλά πάλι έχει σημασία ότι μιλάμε για μια άλλη εποχή όπου το πατριαρχικό στοιχείο ήταν πιο έντονο. Ο άντρας είχε δικαίωμα να βγει, να πάει στο γήπεδο, στο καφενείο πολύ πιο εύκολα από τη γυναίκα. Η σημερινή γενιά των 35 και κάτω το αλλάζει αυτό. Και καλά κάνει και το αλλάζει.

Ποια είναι η δική σου αγαπημένη ατάκα;

Η αγαπημένη ατάκα που λέω είναι: «Διότι οι άνθρωποι δεν συγχωρούν αυτούς που από έρωτα εκπέσανε». Είναι φοβερή αλήθεια. Νομίζω ότι δεν συγχωρούν, γιατί ζηλεύουν. Είτε γιατί δεν μπορούν να δημιουργήσουν στη σχέση τους τον έρωτα είτε γιατί θέλουν να φύγουν από τη σχέση που είναι και δεν μπορούν – είναι εγκλωβισμένοι. Δεν υπάρχει άλλος λόγος. Ζηλεύουν οι άνθρωποι και προτιμούν να κατεβάσουν τον άλλον, παρά να παραδεχθούν ότι θα το ήθελαν και εκείνοι.

Εσύ ζεις τον έρωτα με τα χίλια;

Ναι, πώς αλλιώς! Ο έρωτας είναι αυτό το «έσπασαν τα φρένα και μας έμεινε το γκάζι»… Μεγαλώνοντας μαθαίνεις να είσαι πιο προσεκτικός ή αφήνεις τα πράγματα να συμβούν και αύριο και μεθαύριο, αλλά η τάση είναι να το ζήσεις όλο μέχρι το μεδούλι. Είναι μια φοβερή κινητήριος δύναμη ο έρωτας, δεν το συζητάμε.

Η ανδρική φιλία τι είναι για εσένα;

Η ανδροπαρέα είναι κάτι που συνήθως κρατά από την παιδική μας ηλικία και έχω τέτοιους φίλους. Σε συνδέουν πολλά πράγματα που σε συνέδεαν και τότε, οπότε αυτό δυναμώνει και γιγαντώνει τη σχέση. Ολα αυτά που έκανες παιδάκι, αν καταφέρεις με κάποιους ανθρώπους να τα συνεχίζεις και μεγάλος και άρα να επιστρέφεις στην παιδική σου ηλικία, είναι για εμένα μεγαλειώδες. Γενικά η φιλία είναι κάτι που παίζει τεράστιο ρόλο στη ζωή μου. Δεν θα μπορούσα να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς αυτό. Πλέον, όμως, έχω και πολλές γυναίκες φίλες, με τις οποίες περνώ εξίσου καλά.

Εχεις και μια άλλη οικογενειακή ανδροπαρέα, με τους δύο γιους σου…

Αυτό που καταφέραμε με τα παιδιά και είμαι πολύ υπερήφανος γι’ αυτό, είναι να μη χαθούμε σε κανένα στάδιο της ανάπτυξής τους, γιατί είναι κάτι που πολύ συχνά συμβαίνει: στην εφηβεία ή λίγο αργότερα, οι γονείς να απομακρυνθούν από τα παιδιά. Εμείς δεν το πάθαμε και αυτό έχει ως αποτέλεσμα σήμερα που ο ένας κοντεύει τα 24 και ο άλλος είναι 20 χρόνων να είμαστε πολύ κοντά και να μπορούμε να μοιραζόμαστε τα πάντα. Είμαστε σχετικά κοντά και σε ηλικία, για σχέση πατέρα με γιους και αυτό είναι υπέροχο. Τα λέμε πάρα πολύ και έχουμε τις συνήθειές μας. Με τον μικρό θα πάμε πολύ γήπεδο, γιατί είναι και αυτός φαν της μπάλας, ενώ όλοι μαζί θα οργανώσουμε ένα ταξίδι στο εξωτερικό, πάλι με αφορμή το γήπεδο. Πρόσφατα πήγαμε στη Βαρκελώνη, περάσαμε καταπληκτικά. Πάντα μας συνδέει το παιχνίδι. Τους λέω να κανονίσουν μπάλα με τους φίλους τους και θα πάω και εγώ. Ομως, το σημαντικότερο είναι ότι τα λέμε και τα επικοινωνούμε όλα ή σχεδόν όλα. Δεν είναι εύκολο, γιατί νομίζω ότι οι γονείς δεν μπορούν να μπουν στον κόσμο του παιδιού και απομακρύνονται. Νομίζω ότι δεν το έπαθα αυτό, καταφέραμε σε όλα τα στάδια να παραμείνει ζωντανή η σχέση μας.

Ο μεγάλος γιος σου, Δημήτρης, ακολουθεί τα βήματά σου και της μητέρας του, Μυρτώς Αλικάκη, στην υποκριτική. Τον βλέπουμε στη σειρά «Το σόι σου» στον Alpha. Τον συμβουλεύεις;

Ταυτόχρονα κάνει και πρόβες με την ομάδα του Παπαϊωάννου. Θα ανεβάσουν την παράσταση «Ρέκβιεμ για το τέλος του έρωτα», που επιστρέφει στην αίθουσα «Σταύρος Νιάρχος» της ΕΛΣ από τις 24 Ιανουαρίου, σε σύλληψη, σκηνοθεσία και χορογραφία του Δημήτρη Παπαϊωάννου, σε μουσική Γιώργου Κουμεντάκη και διεύθυνση Θεόδωρου Κουρεντζή. Εμαθα ότι έχουν εξαντληθεί τα εισιτήρια. Είμαστε δίπλα του. Αν αυτός ζητήσει τη γνώμη μας για κάτι, θα του μιλήσουμε. Κάθε χώρος έχει τις δυσκολίες του, τις παγίδες του, τις ομορφιές και τις ασχήμιες του. Από τη στιγμή που αυτή ήταν δική του απόφαση, του έχω εμπιστοσύνη και για το πώς θα κινηθεί μέσα σε αυτόν τον χώρο και για τις επιλογές του. Από εκεί ξεκινούν όλα. Αν δεν έχεις εμπιστοσύνη, αρχίζεις να βλέπεις παντού κινδύνους.

Ο μικρότερος γιος σου βαδίζει σε άλλα επαγγελματικά μονοπάτια;

Ο Γιώργος θέλει να σπουδάσει σεφ. Το έχουμε στο σπίτι με τη μαγειρική, μαγειρεύουμε όλοι. Βέβαια, όταν κάποιος θέλει να μας παρουσιάσει το πιάτο του, τον αφήνουμε να το ετοιμάσει μόνος του.

Τα παιδιά ήρθαν να σε δουν στη Θεσσαλονίκη;

Ηθελαν να έρθουν, αλλά δεν τα κατάφεραν. Ο μικρός δούλευε, ο μεγάλος είχε πρόβες και τελικά θα δουν το έργο στην Αθήνα. Το θέλαμε πολύ και το ταξιδάκι, θα περνούσαμε ωραία στη Θεσσαλονίκη παρεούλα, αλλά δεν έβγαινε με τίποτα.





Source link