Αρχική / Κόσμος / Ο κόσμος γύρω από τον Ράτκο Μλάντιτς

Ο κόσμος γύρω από τον Ράτκο Μλάντιτς


Στο Μουσείο της Πολιορκίας του Σεράγεβο, τοποθετημένο στο σύνορο μεταξύ αυστριακής και οθωμανικής αρχιτεκτονικής στη βοσνιακή πρωτεύουσα, βρίσκει κανείς ηλεκτρονικά παιχνίδια, σχολικά τετράδια διακοσμημένα με γνωστά καρτούν, πακέτα τσιγάρων που ελάχιστα έχουν αλλάξει μέχρι σήμερα, αν εξαιρέσουμε την προσθήκη του γνωστού «κηδειόχαρτου» που προειδοποιεί για τους κινδύνους του καπνίσματος. Αυτή η διακόσμηση δεν υπήρχε από το 1992 μέχρι το 1995, όταν, μεταξύ πολλών ενόπλων, 5500 άμαχοι πέθαιναν στη μεγαλύτερη πολιορκία της νεότερης Ιστορίας.

Αυτοσχέδια χειροβομβίδα σε κουτάκι αναψυκτικού στο Μουσείο της Πολιορκίας στο Σεράγεβο.

Δεν ήταν η μόνη σφαγή που επέφερε η κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας· δεν ήταν καν η μεγαλύτερη. Αλλά το μουσείο αυτό, γεμάτο με τα πράγματα που βρέθηκαν στα σπίτια των κατοίκων που έζησαν τα γεγονότα, υπενθυμίζει πόσο αδιανόητα πρόσφατη είναι αυτή η ιστορία και τι είδους παραχάραξη απαιτείται για να θυμόμαστε τη δεκαετία του ‘90 ως εποχή διεθνούς νηνεμίας: θα πρέπει να διαγράψουμε τον Κόλπο, την Τσετσενία και κυρίως τη Ρουάντα και τη Γιουγκοσλαβία.

Ειδικά όμως η τελευταία – και ειδικότερα όσα συνέβησαν στη Βοσνία ως μέρος αυτής της αργής, βίαιης και βασανιστικής διάλυσης – αποτελεί μέχρι σήμερα την εξαίρεση που διαμόρφωσε τις παγκόσμιες ισορροπίες, το πρότυπο διεθνές status quo που απέτυχε τότε και συνεχίζει να αποτυγχάνει μέχρι σήμερα.

Κακοί του Χόλιγουντ

Ο Ειδικός Απεσταλμένος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ στη Βοσνία, Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ, είχε κάποτε περιγράψει τον Ράτκο Μλάντιτς ως «καλό για το Χόλιγουντ», καθώς «τελειότερη φάτσα ‘κακού’, δύσκολα θα βρεις».

Ο Μλάντιτς, που πέθανε την περασμένη εβδομάδα σε ηλικία 84 ετών, υπήρξε ο στρατάρχης του συνόλου των σερβοβοσνιακών δυνάμεων, άρα de facto συνυπεύθυνος μαζί με τις πολιτικές τους ηγεσίες για όλες τις ωμότητες που αυτές διέπραξαν, ακόμα και γι’ αυτές στις οποίες δεν είχε άμεση συμμετοχή. Παράλληλα, αποτέλεσε κι έναν βολικό «κακό», με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που τον είχε εξωτικοποιήσει στη συνείδησή του ο προαναφερθείς αμερικανός διπλωμάτης.

Γι’ αυτό άλλωστε έγινε και το πρώτο απόρριμμα της «ελληνοσερβικής φιλίας», όταν οδεύοντας σταδιακά προς τη λήξη του πολέμου της Βοσνίας με τον αμερικανικό βομβαρδισμό και τις Συμφωνίες του Ντέιτον, ο ελληνικός Τύπος σταμάτησε να τον συζητά ως λαϊκό ήρωα και παθιασμένο Σέρβο πατριώτη και ανακάλυψε σε αυτόν τον εξτρεμιστή του σερβικού εθνικισμού και τον γενοκτόνο χασάπη των Βόσνιων Μουσουλμάνων στη Σρεμπρένιτσα και αλλού.

Διακόσμηση εστιατορίου στο Σεράγεβο.

Ακολούθησε ο πολιτικός επικεφαλής των σερβοβόσνιων, Ράντοβαν Κάρατζιτς, που από πεφωτισμένος και ασυμβίβαστος υπέρμαχος της γιουγκοσλαβικής ταυτότητας, έγινε σταδιακά ο αδίστακτος μαριονετίστας του μακελειού της Βοσνίας.

Και φυσικά, όσο ο ατλαντισμός των ελληνικών κυβερνήσεων από τον Κώστα Σημίτη και μετά γινόταν πιο ειλικρινής, άρα και πιο έντονος, σιγά-σιγά και ο Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, μετατράπηκε στην ελληνική δημόσια σφαίρα από σύμβολο του ανυπότακτου αντι-ιμπεριαλισμού σε μεγάλο ενορχηστρωτή της φρίκης από την ασφάλεια του θρόνου του στο Βελιγράδι.

Ο Μλάντιτς ήταν πράγματι εξτρεμιστής. Ακόμα και η σερβοβοσνιακή και σερβική ηγεσία τον θεωρούσαν λίγο-πολύ απρόβλεπτο, αν και ουκ ολίγα είναι τα στοιχεία ότι υπήρξε αρκετά πρόθυμος, αν όχι να δέχεται τις εντολές της πολιτικής ηγεσίας, τουλάχιστον να την κρατά σε στενή ενημέρωση για τις κινήσεις του στρατεύματός του. Αντίστοιχα, ο Κάρατζιτς ήταν πράγματι αδίστακτος – οι Βόσνιοι μουσουλμάνοι που έζησαν τα χρόνια εκείνα, σήμερα τον θυμούνται ως «ψυχοπαθή».

Ο πιο αδικημένος απ’ όλες τις πλευρές ήταν μάλλον ο Μιλόσεβιτς. Ούτε ηρωικός ιδεολόγος του αντι-ιμπεριαλισμού υπήρξε, ούτε κάποια γκρίζα εξοχότης που ύφαινε τα νήματα της διασποράς του εθνικισμού. Πάνω απ’ όλα υπήρξε ένας εξουσιομανής τυχοδιώκτης, παγιδευμένος στο κέλυφος ενός ικανότατου γραφειοκράτη – και δεν ήταν ο μόνος από τους πρωταγωνιστές της εποχής με αυτά τα χαρακτηριστικά.

Από τη Γιουγκοσλαβία

Στην πραγματικότητα, τα τρία αυτά πρόσωπα με τους διαφορετικούς τους χαρακτήρες, ήταν αυθεντικά γεννήματα της παρακμής του συστήματος που τους είχε αναθρέψει. Κι αυτό παρότι η Γιουγκοσλαβία, το απόλυτο κέντρο και σύμβολο των ενωμένων Βαλκανίων, είχε τον αντι-εθνικισμό μέσα στο γονιδίωμά της, με τις διάφορες εθνότητες και ομάδες να έχουν συνασπιστεί στον πόλεμο κατά των ναζί και των συνεργατών τους, προτού ζήσουν από κοινού κάτω από τη σημαία του σοσιαλισμού.

Άρα όταν η ενότητά της κατέρρευσε, αυτό δεν μπορούσε να οφείλεται παρά σε έναν εθνικισμό μεταφυσικού χαρακτήρα, που εμφανίστηκε σαν τελώνιο για να διαλύσει τους κοινωνικούς δεσμούς της.

Η αλήθεια είναι όμως ότι η πραγματική ενότητα της Γιουγκοσλαβίας επιτεύχθηκε μόνο ως μια μακρά πορεία ιδιοφυών χειρισμών του Τίτο, ενός προσώπου με το σπάνιο χάρισμα να συνδυάζει την τόλμη του οραματιστή με τις ικανότητες του πραγματιστή, τόσο εντός της επικράτειας την οποία κυβερνούσε, όσο και στη διεθνή πολιτική.

Στις τέσσερις περίπου δεκαετίες που διοίκησε τη χώρα, αποδείχθηκε ο πιο επιδέξιος ταξινομητής του άβακα των διαφορετικών εθνοτήτων. Είναι άλλωστε εντυπωσιακό και μόνο το γεγονός ότι κατάφερε να γίνει αποδεκτός ως αδιαφιλονίκητος «εθνάρχης» της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας, ενώ ο ίδιος ως Κροάτης, δεν προερχόταν από την εθνότητα που είχε την πλειοψηφία και ηγεμονία μέσα στον γιουγκοσλαβικό μηχανισμό διοίκησης.

Παράλληλα, υπήρξε αυτός που πέτυχε ένα αυξημένο επίπεδο διαβίωσης για τους πολίτες της Γιουγκοσλαβίας σε σχέση με τις άλλες σοσιαλιστικές χώρες, εξασφαλίζοντας μία πλεονεκτική ενδιάμεση θέση ανάμεσα στα δύο στρατόπεδα του Ψυχρού Πολέμου.

Οι εθνικισμοί που ξεδιπλώθηκαν στη Γιουγκοσλαβία μετά τον θάνατο του Τίτο ήταν μεν ομόρριζοι, όχι όμως ομοιόμορφοι. Το ένα βασικό κοινό που μοιράζονταν ήταν ότι αποτελούσαν τακτικούς ελιγμούς στην εποχή της ραγδαίας συρρίκνωσης του γιουγκοσλαβικού οικονομικού θαύματος, υποβοηθούμενοι από την προθυμία της Δύσης να αρχίσει να ευνοεί το πέρασμα των σοσιαλιστικών καθεστώτων στην οικονομία της αγοράς.

Το άλλο κοινό ήταν το εγγενώς κωμικό στοιχείο που διαπερνούσε αυτούς τους εθνικισμούς πριν αρχίσουν να χύνουν αίμα: ήταν τόσο μακρά η πορεία της συμβίωσης και της επιμειξίας στη Γιουγκοσλαβία, που το βασικό επίδικο του εθνικισμού, η καθαρότητα, ήταν αδύνατο να διεκδικηθεί. Γι’ αυτό άλλωστε, ο κάθε εθνικισμός κατέληξε να εκδηλώνεται και σαν κάποιου είδους ένοπλο ποδόσφαιρο· διαποτισμένος από τον φανατισμό, στραγγαλισμένος από την υπαρξιακή αγωνία και αδιάφορος για τις αντιφάσεις του.

Προκάτ εθνικισμοί

Έτσι, αυτό που ονομάστηκε σερβικός εθνικισμός στην Κροατία αναφερόταν σε αυτούς που όμνυαν στο παρελθόν του κομμουνιστικού αντάρτικου, κόντρα στον αέρα καθαρόαιμου φασισμού που έφερνε η διακυβέρνηση του Τούτζμαν. Ο Ιζετμπέγκοβιτς στη Βοσνία προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στη ρητορική υπεράσπιση του πολυπολιτισμικού χαρακτήρα της χώρας που κυβερνούσε, την ίδια στιγμή που κεντρικά στην ατζέντα είχε βάλει το ζήτημα της απόσχισης του βοσνιακού κράτους από τον γιουγκοσλαβικό πολυεθνικό σχηματισμό.

Στο Κόσοβο, οι Σέρβοι βρήκαν από νωρίς την ευκαιρία για την αναγκαία θυματοποίησή τους και ο Μιλόσεβιτς κατέληξε να αποτελεί τον επικεφαλής μιας εθνικής αναγέννησής τους, γνωρίζοντας από νωρίς ότι η «Μεγάλη Σερβία» μπορούσε κάλλιστα να γίνει πράξη κρυμμένη πίσω από το λάβαρο της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας. Το δε Κόσοβο υπήρξε η σφήνα της «Μεγάλης Αλβανίας» στην περιοχή και χρησιμοποιήθηκε με απόλυτη προθυμία ως τέτοια.

Γύρω-γύρω, οι ασπόνδυλες ηγεσίες του Μαυροβουνίου, της Σλοβενίας και της Βόρειας Μακεδονίας, άγονταν και φέρονταν από ατζέντες που σχεδιάζονταν αλλού, χωρίς να επιδεικνύουν κάποια αυτοβουλία, άλλη από αυτή της προσκόλλησης στην εκάστοτε ευκαιρία που προέκυπτε.

Υπαίθρια προβολή στο Σεράγεβο ανήμερα της φετινής επετείου της γενοκτονίας στη Σρεμπρένιτσα.

Σε αυτό το περιβάλλον, οι βιαιότητες υπήρξαν αναρίθμητες. Μικροί Μλάντιτς ξεφύτρωσαν σε κάθε πλευρά, προβαίνοντας σε αδιανόητες πράξεις. Η μόνη διαφορά που είχαν οι Σέρβοι και τα στρατεύματά τους ήταν η θηριώδης υπεροπλία τους σε σχέση με όλους τους υπόλοιπους, παράγοντας κάθε άλλο παρά αμελητέος στην κλίμακα της αιματοχυσίας.

Ακόμα χειρότερα, η Γιουγκοσλαβία έγινε ένα ελεύθερο πεδίο για τις διεθνείς δυνάμεις, ακόμα και γι’ αυτές που δεν ήταν και τόσο δυνάμεις, να δοκιμάσουν ό,τι τους κατέβει, χωρίς να είναι σαφές σε τι βαθμό υπήρχε κάποιος μακροπρόθεσμος σχεδιασμός πέραν ενός χυδαίου carpe diem της στιγμής, που δεν έδειχνε ίχνος ενδιαφέροντος για τις συνέπειες.

Οι ΗΠΑ, νικήτριες του Ψυχρού Πολέμου, ανακάλυψαν στη Γιουγκοσλαβία σχεδόν κατευθείαν τα όρια της επαγγελίας της pax americana ότι θα μπορούσαν να αναλάβουν το έργο της αστυνόμευσης του κόσμου. Φάνηκε από την πρώτη πράξη αυτού του δράματος ότι στην πραγματικότητα δεν είχαν καμία ιδέα πώς να επιτελέσουν αυτόν τον ρόλο.

Πέρασαν χρόνια πλήρους αχρηστίας να αντικρίζουν τη σφαγή, ιδίως στη Βοσνία, συνειδητοποιώντας ότι δεν μπορούσαν στην πραγματικότητα να επηρεάσουν κανέναν. Αν αποδυνάμωναν τους Σέρβους, δεν θα μπορούσαν να διασφαλίσουν ότι δεν θα τους αφήσουν έκθετους σε αντίποινα των άλλων κοινοτήτων. Τελικά η λύση που επέλεξαν ήταν ο βομβαρδισμός, συνταγή την οποία συνεχίζουν έκτοτε να εφαρμόζουν με ζήλο, παρά τη μειούμενη επιτυχία της.

Οι Βρυξέλλες με την αυτοπεποίθηση του νέου παίκτη, αποφάσισαν να αρχίσουν να τάζουν αδιακρίτως ευρωπαϊκή προοπτική σε κάθε επίδοξο αποσχιστή, με το εκπληκτικό σκεπτικό ότι αφού συνέβη περίπου αναίμακτα για τη Σλοβενία που έκανε την αρχή, έτσι θα πήγαινε και για τις υπόλοιπες χώρες. Δεν πήγε.

Δυτική βοήθεια με χοιρινό για τους Μουσουλμάνους της Βοσνίας.

Στις υπόλοιπες επιτυχίες του δυτικού μπλοκ συγκαταλέγεται η γνωστή αποστολή ληγμένων τροφίμων ή προϊόντων με χοιρινό για τους… Μουσουλμάνους της Βοσνίας, οι μαζικές σφαγές κατά των οποίων αποτέλεσαν πεδίο δόξης λαμπρό για τις αραβικές χώρες, προκειμένου να αποκτήσουν ένοπλη επιρροή στα Βαλκάνια.

Ακόμα και για το άλλο στρατόπεδο, των Σέρβων, η Μόσχα, στη δεκαετία της ρεβανσιστικής παρακμής της υπό τον Γιέλτσιν, βρήκε κι έναν άλλο λόγο πέραν της υποταγής της στην αμερικάνικη ατζέντα για να μην έχει κάποια εμπλοκή: ότι το 1991, ο Μιλόσεβιτς και η σερβική ηγεσία υποστήριξαν τους σοβιετικούς αξιωματούχους που επιχείρησαν να ανατρέψουν τον Γκορμπατσόφ και να αποτρέψουν τη διάλυση της ΕΣΣΔ, κάτι που το Κρεμλίνο δεν ήταν πολύ πρόθυμο να ξεχάσει. Ο Μιλόσεβιτς κατέληξε να μην έχει ρωσική στήριξη, αλλά μιας και οι Σέρβοι σφαγίαζαν κυρίως Μουσουλμάνους και πιθανώς λόγω της αντιπαλότητάς τους με τον ΟΗΕ, βρήκαν πρόθυμη υποστήριξη από… το Ισραήλ.

Ο δε ΟΗΕ που ανέλαβε το θεάρεστο έργο της διεθνούς «παρέμβασης» τα χρόνια πριν τον αμερικανικό βομβαρδισμό σημείωσε μεγάλες επιτυχίες που ακόμα προκαλούν τον γέλωτα μέσα στη θανατηφόρα και φρικιαστική τραγικότητά τους: ενδεικτική είναι η σιωπηλή παρουσία των δυνάμεών του στη γενοκτονία της Σρεμπρένιτσα, ο ανθρωπιστικός διάδρομος που κανείς δεν μπορούσε να διασχίσει με ασφάλεια, οι μεγαλόστομες διαβεβαιώσεις που διαψεύστηκαν και πολλά ακόμα.

Καθ’ ημάς

Τίποτα όμως δεν συγκρίνεται σε τραγική γελοιότητα με τη στάση που κράτησε η Ελλάδα. Παραδομένη στον πυρετό της μικροπολιτικής και πλήρως ανίκανη να συνειδητοποιήσει το μέγεθος των συντελούμενων αλλαγών, βάσισε όλη τη στρατηγική της στο ένα ζήτημα που θεώρησε ότι την αφορά στην υπόθεση: το μακεδονικό.

Κάπως έτσι, κυριάρχησε απ’ άκρη σ’ άκρη του ελληνικού πολιτικού φάσματος η ιδέα ότι η νίκη των Σέρβων θα σήμαινε τη διατήρηση της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας, μπλοκάροντας τις αξιώσεις της σημερινής Βόρειας Μακεδονίας για αυτοδιάθεση.

Το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου βρήκε στο μακεδονικό ένα προνομιακό πεδίο για να σφυροκοπήσει αντιπολιτευτικά την κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, η οποία με τη σειρά της επιχείρησε – μάλλον πιο συνετά, αν και υπερφιλόδοξα – να υποδυθεί τον ρυθμιστή, χρησιμοποιώντας τον ρόλο του ταυτόχρονου συνομιλητή με τη Δύση και τη Σερβία για να φιλοξενήσει μία καθ’ όλα άκαρπη διάσκεψη το 1993 μεταξύ των διαφόρων ηγετών της Γιουγκοσλαβίας στον Αστέρα Βουλιαγμένης για την επίλυση του ζητήματος, που θα βούλιαζε οριστικά με την ακόλουθη επίσκεψη του Έλληνα πρωθυπουργού στο Πάλε.

Έξω από αυτό όμως, η μεγάλη ελληνική τραγωδία ήταν η καθολική αποδοχή της ιδέας της ελληνοσερβικής συμμαχίας στη δημόσια σφαίρα. Πλην ελαχίστων Λακεδαιμονίων, κάποιοι εκ των οποίων έφτασαν στο άλλο άκρο, αδυνατώντας να δουν τα προβλήματα στο ζήτημα, ριζικά διαφορετικές μερίδες των Ελλήνων βρήκαν έναν δικό τους λόγο για να συνταχθούν με τους Σέρβους.

Έλληνες παραστρατιωτικοί στη Βοσνία δίπλα στον Ράντοβαν Κάρατζιτς. (Πηγή: BalkanAcademia.com)

Κάποιοι εξ αριστερών είδαν στον Μιλόσεβιτς τον θαρραλέο ήρωα που επιχειρούσε να διατηρήσει ζωντανό το όραμα του Τίτο κόντρα στις – πραγματικές και αδηφάγες, αλλά υπερεκτιμημένες ως προς την αποτελεσματικότητά τους – διαθέσεις της Δύσης. Εκ δεξιών πάλι, μέχρι τα πολύ δεξιά, κυριάρχησε το «Ελλάς-Σερβία-Ορθοδοξία», ο ενθουσιασμός με τη μιλιταριστική πυγμή των Σέρβων και φυσικά, το μίσος για τους Μουσουλμάνους. Αυτοί οι παράγοντες οδήγησαν στελέχη της ελληνικής ακροδεξιάς να καταταγούν εθελοντικά στο πλευρό των Σερβοβόσνιων, με στοιχεία για κάποιους εξ αυτών ότι συμμετείχαν μέχρι και στις πιο ακραίες θηριωδίες.

Το αποτέλεσμα ήταν μία εθελοτυφλία για τα τεκταινόμενα στη Βοσνία, η οποία αναπόφευκτα έγινε γαργάρα όταν μετά τη λήξη του πολέμου άρχισαν να έρχονται στο φως τα στοιχεία για όσα είχαν διαμειφθεί, ενόσω το διεθνές ακροατήριο διάλεγε κερκίδα – αν και πολλοί μέχρι σήμερα, ανάλογα το στρατόπεδο, επίμονα αρκούνται στο ντιμπέιτ βαρβαρότητας ανάμεσα στην Κράινα και τη Σρεμπρένιτσα.

Φτιάχνοντας το μέλλον

Σιωπηλά και μέσα από αυτό το αδιανόητο σερί αποτυχιών όλων των πλευρών, είτε εντός του πεδίου των μαχών, είτε εκτός, διαμορφώθηκαν επιβαρυντικές κληρονομιές που διαχέονται πολύ πέρα από τα σύνορα της πρώην Γιουγκοσλαβίας.

Η απλή μοιρασιά του Ψυχρού Πολέμου, όχι απόλυτη, αλλά αρκετά πλειοψηφική για να θεωρηθεί γενικός κανόνας, είχε πια σπάσει: οι συγκρούσεις ανά τον κόσμο δεν ήταν πια ανάμεσα σε αντι-ιμπεριαλιστές με σοβιετική στήριξη και εθνικιστές με αμερικάνικη, που καθοδηγούσαν ανάλογα και τα στρατόπεδα που διαμορφώνονταν γύρω από το κάθε ζήτημα εντός των χωρών της Δύσης.

Φτάσαμε έτσι το ΝΑΤΟ, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και ο αγγλοσαξονικός Τύπος να βγάζουν λάβρες διακηρύξεις κατά του εθνικισμού, την ίδια στιγμή που στήριζαν το πιο αυθεντικό εθνικιστικό αίτημα: την απόσχιση εθνών-κρατών από μια πολυεθνική ομοσπονδία. Είδαμε τους ίδιους τους κήρυκες της παγκόσμιας αμερικανικής ηγεμονίας να εξευτελίζουν τους φορείς που έχουν για την εφαρμογή της, από τη στιγμή που όλα τα διεθνή όργανα έγιναν βορά στις λομπίστικες διαπραγματεύσεις στο εσωτερικό τους, αποτυγχάνοντας να έχουν οποιοδήποτε αποτέλεσμα.

Στιγμιότυπο από την Πολιορκία του Σεράγεβο με παιδιά στα οδοφράγματα.

Είδαμε επίσης πολέμαρχους που διαπράττουν περήφανοι ρατσιστικές εθνοκαθάρσεις να χαιρετίζονται ως τελευταία προπύργια του υπαρκτού σοσιαλισμού, την ίδια στιγμή που οι εκφυλισμένες γραφειοκρατίες των κομμουνιστικών κομμάτων μεθόδευαν «μεταρρυθμίσεις» στην κατεύθυνση της αγοράς.

Εκεί ήταν που άρχισαν να εμφανίζονται και τα ταυτοτικά μπερδέματα που πλήττουν τις παλιές πολιτικές ταξινομήσεις μέχρι σήμερα: σε κάθε μεγάλη διεθνή σύγκρουση από τότε, η Αριστερά διχάζεται ανάμεσα στην «νατοϊκή» Αριστερά των επεμβάσεων και την αντι-ιμπεριαλιστική Αριστερά που δεν θέλει να βλέπει τα κακώς κείμενα. Κατ’ αντιστοιχία, η πάλαι ποτέ αμερικανόφιλη Δεξιά, διχοτομήθηκε σε αυτή που προασπίζεται τον εκπορευόμενο από την Ουάσινγκτον αρπακτικό εκσυγχρονισμό και εκείνη που προτιμά τους πιο γνήσιους υπερασπιστές του εθνικισμού και του φονταμενταλισμού.

Έχει τόσο λίγη σημασία να αξιολογεί κανείς ηθικά έναν σφαγέα, περίπου όση και να μετράει τη θρεπτική αξία που έχει το χυμένο γάλα. Η συζήτηση που ακολούθησε τον θάνατο του Ράτκο Μλάντιτς, επικεντρωμένη στο πρόσωπό του, καταντά κατ’ ελάχιστον παρελκυστική.

Το σημαντικό είναι ότι ένας κόσμος που γεννήθηκε περίπου τότε και ο οποίος οδεύει ταχύτατα προς την καταστροφή του, έχει αποτύχει να καταλάβει τι παρήγαγε τη Βοσνία και πόσο αυτή αποχαλίνωσε την ανεξέλεγκτη εντροπία εκείνου του στερεώματος που κάποτε συστήθηκε αυτάρεσκα ως καθεστώς παγκόσμιας ειρήνης.

YouTube thumbnailYouTube thumbnail

Η συγκλονιστική μικρού μήκους ταινία του Ζαν-Λικ Γκοντάρ, Je Vous Salue, Sarajevo (1993) με ελληνικούς υπότιτλους.

  • Στην κύρια φωτογραφία: Διαδήλωση στη Μπάνια Λούκα ενάντια στη σύλληψη του Ράτκο Μλάντιτς, 2011 (Rade Nagraisalović / Wikimedia Commons). Φωτογραφίες όπου δεν σημειώνεται άλλη πηγή: Γιάννης-Ορέστης Παπαδημητρίου.



Source link