Έναν βαρύ λογαριασμό πληρώνει καθημερινά η ευρωπαϊκή οικονομία από την άνοδο της τιμής του ντίζελ. Σύμφωνα με μελέτη της περιβαλλοντικής οργάνωσης Transport & Environment (T&E), οι γεωπολιτικές αναταράξεις έχουν αυξήσει το κόστος του καυσίμου σε τέτοιο βαθμό ώστε η Ευρώπη να καταβάλλει περίπου 203 εκατ. ευρώ επιπλέον κάθε ημέρα.
Η επιβάρυνση περνά άμεσα στους οδηγούς και στις επιχειρήσεις. Για ένα επιβατικό αυτοκίνητο ντίζελ, το πρόσθετο κόστος υπολογίζεται περίπου στα 30 ευρώ ανά γέμισμα, ενώ για ένα φορτηγό φθάνει τα 236 ευρώ την εβδομάδα. Στην περίπτωση των εμπορευματικών μεταφορών, η αύξηση δεν περιορίζεται στον ιδιοκτήτη του οχήματος. Μεταφέρεται σταδιακά στην εφοδιαστική αλυσίδα και μπορεί να επηρεάσει το τελικό κόστος προϊόντων και υπηρεσιών.
Το πρόβλημα είναι μεγαλύτερο στην Ευρώπη εξαιτίας της ιστορικά υψηλής εξάρτησής της από το ντίζελ. Περίπου το 38% των επιβατικών αυτοκινήτων που κυκλοφορούν στην Ευρωπαϊκή Ένωση χρησιμοποιούν πετρέλαιο κίνησης, ενώ σχεδόν το 30% αυτών των οχημάτων έχει ηλικία μεγαλύτερη των 15 ετών. Η αντικατάσταση αυτού του τεράστιου στόλου απαιτεί χρόνο και σημαντικές επενδύσεις.
Παράλληλα, η περιορισμένη προσφορά διυλισμένων πετρελαϊκών προϊόντων έχει διευρύνει τη διαφορά ανάμεσα στην τιμή του αργού πετρελαίου και στην τελική τιμή του ντίζελ. Η T&E επισημαίνει ότι μέσα σε αυτό το περιβάλλον τα περιθώρια κέρδους των διυλιστηρίων έχουν αυξηθεί σημαντικά.
Τα στοιχεία για τις ευρωπαϊκές εισαγωγές δείχνουν πόσο μεγάλη έχει γίνει η επιβάρυνση. Σύμφωνα με τη Eurostat, κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2026 η Ευρωπαϊκή Ένωση πλήρωσε 55,8% περισσότερα για τις εισαγωγές πετρελαίου, παρότι η ποσότητα που αγόρασε παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητη. Από τον Απρίλιο έως τον Ιούνιο οι εισαγωγές διαμορφώθηκαν κατά μέσο όρο στα 36,7 εκατ. τόνους τον μήνα, μόλις 1,2% υψηλότερα από τον μέσο όρο του 2025.
Η διαφορά μεταξύ των δύο ποσοστών αποτυπώνει το μέγεθος του προβλήματος: η Ευρώπη δεν καταναλώνει πολύ περισσότερο πετρέλαιο, αλλά πληρώνει πολύ περισσότερα χρήματα για να εξασφαλίσει περίπου τις ίδιες ποσότητες.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναδείχθηκαν στο δεύτερο τρίμηνο του έτους στον μεγαλύτερο προμηθευτή αργού πετρελαίου της ΕΕ, καλύπτοντας το 18,8% των εισαγωγών. Ακολουθούν η Νορβηγία με 14,3% και το Καζακστάν με 13,4%. Η εικόνα δείχνει πόσο έχει μεταβληθεί ο ενεργειακός χάρτης της Ευρώπης και πόσο σημαντική έχει γίνει η διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας.
Το ακριβό ντίζελ έχει ιδιαίτερη σημασία για την ευρωπαϊκή οικονομία επειδή παραμένει βασικό καύσιμο των οδικών εμπορευματικών μεταφορών. Κάθε σημαντική αύξηση της τιμής του επιβαρύνει τις εταιρείες logistics, τις μεταφορικές επιχειρήσεις και τελικά το κόστος διακίνησης προϊόντων σε ολόκληρη την ενιαία αγορά.
Η T&E υποστηρίζει ότι υπάρχουν μέτρα που θα μπορούσαν να περιορίσουν σχετικά γρήγορα τη ζήτηση. Μεταξύ αυτών προτείνει τη μείωση του ορίου ταχύτητας στους αυτοκινητοδρόμους κατά 10 χιλιόμετρα την ώρα, την ενίσχυση της οικονομικής οδήγησης και την ευρύτερη χρήση του car sharing. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της οργάνωσης, ένας τέτοιος συνδυασμός θα μπορούσε να μειώσει τη ζήτηση για ντίζελ έως και κατά 15%.
Σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου, η οργάνωση θεωρεί ότι η βασική απάντηση βρίσκεται στην ταχύτερη ηλεκτροκίνηση των μεταφορών. Υπολογίζει ότι η αντικατάσταση ενός αυτοκινήτου ντίζελ από ηλεκτρικό μπορεί να εξοικονομεί περίπου 1.000 λίτρα πετρελαίου.
Για να δείξει το μέγεθος της σημερινής επιβάρυνσης, η T&E χρησιμοποιεί και μια χαρακτηριστική σύγκριση. Εάν το σημερινό πρόσθετο κόστος του ντίζελ διατηρηθεί μέχρι τα Χριστούγεννα, το συνολικό ποσό που θα έχει καταβάλει επιπλέον η Ευρώπη θα ήταν αντίστοιχο με το κόστος μιας επιδότησης 2.000 ευρώ για την απόσυρση κάθε πετρελαιοκίνητου αυτοκινήτου ηλικίας άνω των 15 ετών στην ΕΕ.
Πέρα από την περιβαλλοντική διάσταση, επομένως, το ντίζελ επιστρέφει ως σοβαρό οικονομικό ζήτημα. Τα 203 εκατ. ευρώ την ημέρα μεταφράζονται σε περισσότερα από 6 δισ. ευρώ τον μήνα, εφόσον η επιβάρυνση παραμείνει στα ίδια επίπεδα. Και όσο οι μεταφορές της Ευρώπης εξακολουθούν να εξαρτώνται σε τόσο μεγάλο βαθμό από το συγκεκριμένο καύσιμο, κάθε νέα αναταραχή στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου θα περνά γρήγορα από τις διεθνείς τιμές στην τσέπη των οδηγών, στο κόστος των επιχειρήσεων και τελικά στις τιμές που πληρώνουν οι καταναλωτές.










