Το 2019, η παρουσιάστρια του MSNBC Στέφανι Ρουλ άφησε έναν περίεργο υπαινιγμό εις βάρος του γερουσιαστή των ΗΠΑ, Λίντσεϊ Γκράχαμ, λέγοντας ότι ο Ντόναλντ Τραμπ γνώριζε «κάτι αρκετά “ακραίο” για εκείνον». Τι υποτίθεται ότι γνώριζε ο Τραμπ όμως για τον άλλοτε σφοδρότερο επικριτή του;
Υπενθυμίζεται ότι ο υπερσυντηρητικός και εξαιρετικά αμφιλεγόμενος γερουσιαστής υπήρξε το 2015 και στις αρχές του 2016, φανατικός εχθρός του Τραμπ, τον οποίο κατήγγειλε ως «έναν δημαγωγό που υποδαυλίζει τον φυλετικό διχασμό, έναν ξενοφοβικό, έναν θρησκευτικό φανατικό» που «εκπροσωπεί ό,τι χειρότερο υπάρχει στην Αμερική».
Ξαφνικά όμως, κατά την τελευταία δεκαετία της ζωής του, ο Γκράχαμ υπέστη μια δραματική πολιτική αλλαγή, καθώς μεταμορφώθηκε σε έναν από τους πιο φανατικούς υποστηρικτές του. Άρχισε να προσεγγίζει τον Τραμπ όταν κέρδισε τις προκριματικές εκλογές των Ρεπουμπλικανών τον Μάιο του 2016. Η διαδικασία αυτή επιταχύνθηκε μετά την εκλογή του Τραμπ στην προεδρία τον Νοέμβριο.
Προς τι αυτή η αλλαγή του Γκράχαμ;
Μια θεωρία που ήταν δημοφιλής μεταξύ των φιλελεύθερων της και των συντηρητικών του κινήματος «Never Trump» ήταν ότι ο Γκράχαμ, για τον οποίο κυκλοφορούσαν ευρέως φήμες πως ήταν κρυφός ομοφυλόφιλος, είχε πέσει θύμα εκβιασμού από τον Τραμπ, που τον απειλούσε με υλικό που του είχε παράσχει ο Βλαντίμιρ Πούτιν.
Αυτό ακριβώς υπονοούσε η παρουσιάστρια του MSNBC.
Ωστόσο, όπως αναφέρει το περιοδικό The Nation, η θεωρία του εκβιασμού δεν στηρίχθηκε ποτέ σε αποδείξεις και είχε το επιπλέον μειονέκτημα ότι παρουσίαζε τον Γκράχαμ ως θύμα και όχι ως κάποιον που έκανε συνειδητές επιλογές για τη ζωή του.
«Η πραγματική ιστορία της ιδεολογικής μεταστροφής του Γκράχαμ είναι πολύ χειρότερη από οποιαδήποτε θεωρία συνωμοσίας» όπως σημειώνει ο αμερικανός δημοσιογράφος Τζιτ Χέερ.
Ο λόγος, συνεχίζει, είναι ότι ο Γκράχαμ εγκατέλειψε τις αρχές του για τους χειρότερους δυνατούς λόγους: για να παραμείνει κοντά στο κέντρο της εξουσίας, να αποτρέψει προκλήσεις από υποψηφίους του MAGA στις προκριματικές εκλογές και να προσελκύσει τον Τραμπ προς τη βαθιά μιλιταριστική κοσμοθεωρία του ίδιου του Γκράχαμ.
«Ο Γκράχαμ υπέκυψε στον Τραμπ επειδή γνώριζε ότι ο δημαγωγός εξέφραζε ένα σημαντικό τμήμα της εκλογικής βάσης του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, ένα τμήμα που το κόμμα δεν μπορούσε να αποξενώσει αν ήθελε να κερδίζει εκλογές» υπογραμμίζει ο Χέερ.
Σε συνέντευξή του στο CNN τον Μάρτιο του 2016, ο Γκράχαμ εκτίμησε ότι μεταξύ 35% και 40% των Ρεπουμπλικανών πιστεύουν ότι «ο κόσμος που γνώριζαν μεγαλώνοντας χάνεται. Νιώθουν ότι οι Μεξικανοί τούς παίρνουν τις δουλειές… Υπάρχει μια αγορά εκεί έξω για το “στείλτε τους όλους πίσω”».
Το 2020 ο Γκράχαμ θα έλεγε: «Δεν είχα ποτέ μεγαλύτερη πρόσβαση σε πρόεδρο απ’ όση έχω με τον Ντόναλντ Τραμπ».
Πολεμοχαρής
Σύμφωνα με τον συγγραφέα του βιβλίου «Η διαφθορά του Λίντσεϊ Γκράχαμ», Γουίλιαμ Σάλεταν, «το παζάρι του Γκράχαμ – να δείχνει επιείκεια απέναντι στη συμπεριφορά του Τραμπ στο εσωτερικό, ενώ τον πίεζε στην εξωτερική πολιτική – απέδωσε. Από τη Συρία μέχρι το Ιράν και τη Βόρεια Κορέα, ο Τραμπ έκανε όσα ήθελε ο Γκράχαμ».
Αποδείχθηκε ότι οι περιστασιακές χειρονομίες του Τραμπ προς μια λιγότερο παρεμβατική εξωτερική πολιτική δεν ήταν παρά προεκλογική ρητορική.
Στην πράξη, ο Τραμπ μπορούσε να είναι εξίσου πολεμοχαρής με τον Τζορτζ Μπους τον νεότερο, γεγονός που ενθουσίαζε τον Γκράχαμ.
Όπως σημειώνει ο Σάλεταν, ο Τραμπ «έπιασε κουβέντα με [τον Γκράχαμ] και του ζήτησε συμβουλές για την εθνική ασφάλεια. Ο Γκράχαμ το λάτρεψε. Αυτό ήταν που ήλπιζε ο γερουσιαστής. Αν δεν μπορούσε να γίνει πρόεδρος, ήθελε να διαμορφώσει την εξωτερική πολιτική του προέδρου».
Αν εξεταστεί αποκλειστικά με αυτούς τους συναλλακτικούς όρους, η συμμαχία Γκράχαμ–Τραμπ ωφέλησε τον γερουσιαστή, σημειώνει το The Nation.
Δικαιολογώντας τον ρατσισμό του Τραμπ
Ο Σάλεταν σημειώνει ότι ο Γκράχαμ «κατρακύλησε σε μια πολωμένη κοσμοθεωρία που καθιστούσε ευκολότερο να εκλογικεύει την αφοσίωσή του» στον Τραμπ.
Το 2019, ο Γκράχαμ κατηγόρησε τους Δημοκρατικούς ότι προσπαθούσαν «ουσιαστικά να καταστρέψουν την Αμερική όπως την ξέρουμε».
Την ίδια χρονιά, ο Τραμπ παραληρούσε ότι η βουλεύτρια Ιλχάν Ομάρ, αμερικανίδα πολίτης, θα έπρεπε να επιστρέψει στην «πατρίδα» της, τη Σομαλία.
Ο Γκράχαμ πρόσφερε την ανειλικρινή απολογία ότι ο Τραμπ ήταν απλώς θυμωμένος με όσους τον επέκριναν.
Σύμφωνα με τον Γκράχαμ, «ένας σομαλός πρόσφυγας που θα αγκάλιαζε τον Τραμπ δεν θα είχε κληθεί να επιστρέψει πίσω. Αν είσαι ρατσιστής, θέλεις να επιστρέψουν πίσω όλοι όσοι είναι από τη Σομαλία».
Ίσως περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο νομοθέτη της εποχής του, ο Γκράχαμ υπήρξε μια εμβληματική μορφή, σημειώνει ο Τζιτ Χέερ, καταλήγοντας πως η σταδιοδρομία του καταδεικνύει ότι ο τραμπισμός δεν ήταν κάποια ανωμαλία.
«Αντιθέτως, ο αυταρχισμός του Τραμπ άνθησε χάρη στην πρόθυμη συμμαχία ισχυρών συστημικών προσωπικοτήτων όπως ο Γκράχαμ, των οποίων κύρια προτεραιότητα ήταν η διατήρηση της αμερικανικής αυτοκρατορικής κυριαρχίας πάνω στον πλανήτη, ακόμη και με τίμημα την καταστροφή της αμερικανικής δημοκρατίας».









