Με πλημμύρες και κατολισθήσεις κινδυνεύουν οι πληγείσες περιοχές, ακόμα και με την πρώτη βροχόπτωση, σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΟΑΣΠ, Ευθύμη Λέκκα.
Αναφερόμενος στην επόμενη μέρα, ο κ. Λέκκας προειδοποίησε ότι μετά από μία πυρκαγιά η οποία καταλαμβάνει τόσο μεγάλη έκταση απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή, ανεξάρτητα από το αν η περιοχή είχε καεί και στο παρελθόν.
Οι συνέπειες δεν περιορίζονται στην υποβάθμιση του φυσικού περιβάλλοντος, στην καταστροφή της χλωρίδας και στην απομάκρυνση της πανίδας, τόνισε μιλώντας στην ΕΡΤ. Ανάλογα με τη γεωλογία και τη μορφή του υδρογραφικού δικτύου, μπορεί να εκδηλωθούν πλημμύρες ακόμη και έπειτα από βροχόπτωση μικρής έντασης.
«Τα πλημμυρικά φαινόμενα μπορούν να εκδηλωθούν μέσα σε έναν μήνα, ουσιαστικά με την πρώτη βροχόπτωση. Ακόμη και αν δεν είναι πολύ ισχυρή, μια απλή βροχή μπορεί να δημιουργήσει τέτοια φαινόμενα», σημείωσε.
Ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος στις μικρές λεκάνες απορροής, όπου τα νερά κινούνται γρήγορα προς τα κατάντη. Μετά τη φωτιά, το έδαφος μένει γυμνό και διαβρώνεται άμεσα, με αποτέλεσμα μαζί με το νερό να μεταφέρονται μεγάλες ποσότητες φερτών υλικών.
«Στον συνολικό όγκο του νερού που ρέει προς τα κατάντη προστίθεται ένας αντίστοιχος όγκος από φερτά υλικά. Αυτό δημιουργεί μεγάλα και ιδιαίτερα καταστροφικά πλημμυρικά φαινόμενα», επισήμανε.
Με προσοχή τα αντιπλημμυρικά έργα
Ο πρόεδρος του ΟΑΣΠ υπογράμμισε ότι πρέπει να εξεταστούν η ποιότητα και η ποσότητα των υπόγειων υδροφόρων οριζόντων, η δυνατότητα φυσικής αναγέννησης του οικοσυστήματος και η σκοπιμότητα κατασκευής αντιδιαβρωτικών έργων και φραγμάτων κατά μήκος των ρεμάτων.
Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι οι παρεμβάσεις αυτές χρειάζονται προσεκτική μελέτη, καθώς ένας λανθασμένος σχεδιασμός μπορεί να επιδεινώσει τα φαινόμενα. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ανέφερε την Κινέτα, όπου μετά την πυρκαγιά του 2018 και τις πλημμύρες του 2019 ορισμένες παρεμβάσεις δεν απέτρεψαν τις εκτεταμένες καταστροφές.
Σύμφωνα με τον ίδιο, θα πρέπει να αποφασιστεί επιστημονικά ποια έργα είναι αναγκαία, πότε πρέπει να γίνουν και σε ποια σημεία είναι προτιμότερο να αφεθεί η φύση να αναγεννηθεί χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση.
Επικίνδυνες ζώνες στα Μέγαρα και το όρος Πατέρα
Ο κ. Λέκκας χαρακτήρισε σύνθετη τη γεωλογική δομή της πληγείσας περιοχής. Όπως ανέφερε, σε αρκετά σημεία υπάρχουν ανθρακικά και ασβεστολιθικά πετρώματα, τα οποία δεν διαβρώνονται εύκολα. Σε άλλες ζώνες, όμως, όπως στα Μέγαρα και στο όρος Πατέρας, τα διαβρωτικά και κατολισθητικά φαινόμενα μπορεί να είναι εντονότερα.
Παράλληλα, επισήμανε ότι η ευρύτερη περιοχή της Ψάθας και του Πόρτο Γερμενού είναι γεωτεκτονικά ενεργή, ξεκαθαρίζοντας ότι αυτό δεν σημαίνει πως υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στις πυρκαγιές και στους σεισμούς.
«Υπάρχει μια συνθετότητα κινδύνων η οποία αναπτύσσεται αμέσως μετά τις πυρκαγιές», τόνισε. Για τον λόγο αυτό, όπως είπε, πρέπει να αξιολογηθεί όχι μόνο η τρωτότητα του φυσικού περιβάλλοντος, αλλά και των κρίσιμων υποδομών, όπως οι γραμμές του ΑΔΜΗΕ και του ΔΕΔΔΗΕ, το οδικό δίκτυο και οι υπόλοιπες «γραμμές ζωής».
«Ο τελικός στόχος είναι να δώσουμε μεγαλύτερη ανθεκτικότητα σε μια περιοχή η οποία, ούτως ή άλλως, διατρέχει υψηλούς κινδύνους», κατέληξε.
Αναφορικά με τις καταστροφικές πυρκαγιές που συνεχίζουν να καίνε στην Αττική, ο κ. Λέκκας εκτίμησε ότι οι ευνοϊκότερες καιρικές συνθήκες δημιουργούν προσδοκίες για την οριοθέτησή τους.
Παράλληλα, υπογράμμισε τη μεγάλη επιχειρησιακή δυσκολία που προκάλεσε ο αριθμός των περιστατικών, καθώς το τελευταίο διάστημα εκδηλώθηκαν περισσότερες από 100 πυρκαγιές σε όλη τη χώρα.
«Υπήρχε τεράστια διασπορά των δυνάμεων, με αποτέλεσμα να υπάρχει πολύ μεγάλη δυσκολία στη διαχείριση της κατάστασης», ανέφερε, τονίζοντας ότι η συνολική εικόνα δεν μπορεί να αξιολογείται με βάση μόνο ένα πύρινο μέτωπο.









