Ο πρόεδρος της Πορτογαλίας, Αντόνιο Ζοζέ Σεγκούρο, υπέγραψε τον νόμο που απαγορεύει την κάλυψη του προσώπου σε δημόσιους χώρους, μια νομοθετική πρωτοβουλία που προωθήθηκε από την άκρα δεξιά και αφορά στην πράξη, μεταξύ άλλων, μουσουλμάνες που φορούν μπούρκα ή νικάμπ.
Ο Πορτογάλος πρόεδρος υποστήριξε ότι το πρόσωπο αποτελεί βασικό στοιχείο της ανθρώπινης ταυτότητας και επικοινωνίας, επισημαίνοντας παράλληλα ότι πρόκειται για ένα ζήτημα με ιδιαίτερη κοινωνική και πολιτιστική ευαισθησία.
Το νομοσχέδιο εγκρίθηκε από το κοινοβούλιο τον περασμένο Ιούλιο, με τη στήριξη του κυβερνητικού συνασπισμού της δεξιάς και των κομμάτων της άκρας δεξιάς. Τα κόμματα της αριστεράς τάχθηκαν κατά της νομοθετικής ρύθμισης.
Με βάση τη νέα νομοθεσία, απαγορεύεται στους δημόσιους χώρους η χρήση ενδυμάτων που καλύπτουν το πρόσωπο ή καθιστούν δυσχερή την αναγνώριση ενός ατόμου. Παράλληλα, προβλέπονται κυρώσεις για όποιον εξαναγκάζει άλλο άτομο να καλύψει το πρόσωπό του για λόγους που σχετίζονται με το φύλο, τη θρησκεία, την ηλικία ή την καταγωγή.
Portugal’s president has enacted a law pushed by the far right banning the concealment of faces in public, a measure widely seen as targeting Muslim women wearing a full-face veil.https://t.co/Oylm5Z6zl5
— Euractiv (@Euractiv) August 19, 2026
Για τους παραβάτες προβλέπονται πρόστιμα από 150 έως 3.000 ευρώ.
Η νομοθεσία περιλαμβάνει, ωστόσο, συγκεκριμένες εξαιρέσεις. Η κάλυψη του προσώπου επιτρέπεται για λόγους υγείας, αλλά και σε περιπτώσεις που σχετίζονται με επαγγελματικές ή καλλιτεχνικές δραστηριότητες, τις καιρικές συνθήκες και άλλες ειδικές περιστάσεις.
Εξαιρέσεις προβλέπονται επίσης σε χώρους λατρείας, διπλωματικές αντιπροσωπείες και αεροσκάφη.
Η συγκεκριμένη ρύθμιση έχει ήδη προκαλέσει πολιτική συζήτηση στην Πορτογαλία, με τους υποστηρικτές της να επικαλούνται ζητήματα ταυτοποίησης και δημόσιας ασφάλειας.
Αντίθετα, κάποιο ακτιβιστές για τα δικαιώματα επισημαίνουν εδώ και καιρό ότι τέτοιες απαγορεύσεις υπονομεύουν ουσιαστικά τα δικαιώματα των γυναικών, καθώς τους υπαγορεύουν τι να φορούν.
Ο Σεγκούρο αναγνώρισε ότι το ζήτημα αυτό είναι «ιδιαίτερα ευαίσθητο από κοινωνική και πολιτισμική άποψη».









