Οι προσφυγές, δύο εκ των θυμάτων των υποκλοπών, του δημοσιογράφου Θανάση Κουκάκη και του πρώην υπουργού του ΣΥΡΙΖΑ, Χρήστου Σπίρτζη στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) για το σκάνδαλο των υποκλοπών, δίνουν μια νέα διάσταση στην υπόθεση. Βάζουν στο επίκεντρο του Δικαστηρίου την Ελληνική Δικαιοσύνη και συγκεκριμένα τον εισαγγελέα του Άρειου Πάγου.
Εν ολίγοις, «μεταφέρουν» στο Στρασβούργο το ερώτημα που επί χρόνια παραμένει ανοιχτό στην Ελλάδα: υπήρξε πραγματικά ανεξάρτητη, αποτελεσματική και αμερόληπτη έρευνα για τις παρακολουθήσεις, ειδικά μετά απ’ όσα αποδείχθηκαν στη δίκη που έγινε και τα ευρήματα της οποίας αγνόησαν παντελώς τόσο ο πρώην εισαγγελέας του Άρειου Πάγου Κωνσταντίνος Τζαβέλας, όσο και ο νυν, Ευάγγελος Μπακέλας;
Η θέση της κυβέρνησης
Αν ρωτήσει κανείς την κυβέρνηση για το θέμα, η απάντηση είναι «ναι, έγινε ανεξάρτητη έρευνα». Επικαλείται τα πορίσματα του Αχιλλέα Ζήση και τη διάταξη του Κωνσταντίνου Τζαβέλα, όπως επίσης και την άρνηση του νυν εισαγγελέα κ. Μπακέλα να ανασύρει την υπόθεση από το αρχείο, παρά τα σχετικά αιτήματα που έγιναν. Το ένα εξ αυτών μάλιστα υποβλήθηκε από τον πρώην πρωθυπουργό, Αντώνη Σαμαρά.
Το γεγονός ότι η έρευνα του κ. Ζήση αποδείχθηκε εξαιρετικά προβληματική -τα κενά της φάνηκαν στην ακροαματική διαδικασία του μονομελούς πλημμελειοδικείου που καταδίκασε πρωτόδικα τους 4 κατηγορούμενους- δεν φαίνεται να απασχολεί κανέναν. Ούτε το γεγονός ότι ο κ. Τζαβέλας όφειλε να δηλώσει κώλυμα μιας και ήταν εισαγγελέας που επόπτευε την ΕΥΠ κατά την επίμαχη περίοδο και είναι ο ίδιος που αρχειοθέτησε την υπόθεση. Ο ελεγχόμενος έγινε ελεγκτής δηλαδή και ουδείς ενοχλείται….
Ο Θανάσης Κουκάκης -θύμα τόσο της ΕΥΠ όσο και του Predator- προσέφυγε εκ νέου στο ΕΔΔΑ, καταγγέλλοντας τον τρόπο με τον οποίο οι ελληνικές δικαστικές αρχές χειρίστηκαν την υπόθεσή του, τόσο ως προς την παρακολούθησή του από την ΕΥΠ όσο και ως προς τη μόλυνση του κινητού του με Predator. Η προσφυγή αφορά, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή, την ελευθερία της έκφρασης και την αποτελεσματική προσφυγή σε εθνικό επίπεδο.
Ανάλογη είναι η θεσμική σημασία της προσφυγής του Χρήστου Σπίρτζη. Οι δύο υποθέσεις συναντώνται σε ένα κρίσιμο σημείο: δεν αφορά πλέον μόνο το εάν κάποιος παρακολουθήθηκε, αλλά το εάν το κράτος διαθέτει μηχανισμούς ικανούς να ελέγξουν πραγματικά την ίδια την κρατική εξουσία. Και αυτό είναι κατεξοχήν ευρωπαϊκό ζήτημα.
Από την εποχή της Pega
Η ελληνική υπόθεση είχε άλλωστε φτάσει εδώ και χρόνια στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μέσω της εξεταστικής επιτροπής PEGA, ασχολήθηκε εκτενώς με την Ελλάδα και άκουσε, μεταξύ άλλων, τόσο τον Θανάση Κουκάκη όσο και τον Χρήστο Σπίρτζη. Οι ίδιοι είχαν θέσει τότε το ερώτημα ποιος βρισκόταν πίσω από το Predator, ποιος έδινε τις εντολές και με ποιον τρόπο μπορούσε να ελεγχθεί η χρήση του.
Η ευρωπαϊκή διάσταση, επομένως, δεν ξεκινά σήμερα. Το Στρασβούργο είναι ο επόμενος σταθμός μιας υπόθεσης που έχει ήδη προκαλέσει σοβαρό ενδιαφέρον στις Βρυξέλλες. Και υπάρχει μια ουσιώδης διαφορά: το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μπορεί να ασκεί πολιτικό και θεσμικό έλεγχο, ενώ το ΕΔΔΑ εξετάζει εάν ένα κράτος παραβίασε συγκεκριμένα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Στην περίπτωση των υποκλοπών, αυτό σημαίνει ότι το ελληνικό κράτος δεν θα κληθεί απλώς να απαντήσει στο ερώτημα «ποιος παρακολουθούσε ποιον». Θα πρέπει να εξηγήσει εάν το συνολικό θεσμικό πλαίσιο παρείχε επαρκείς δικλίδες ασφαλείας, εάν υπήρξε αποτελεσματική δικαστική διερεύνηση και εάν οι εμπλεκόμενοι μπορούσαν να προσφύγουν σε έναν πραγματικά ανεξάρτητο μηχανισμό.
Αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή η υπόθεση Κουκάκη συνδέει δύο διαφορετικές μορφές παρακολούθησης: την κρατική παρακολούθηση από την ΕΥΠ και την παράνομη χρήση κατασκοπευτικού λογισμικού Predator.
Ζήτημα Δημοκρατίας
Είναι ίσως περιττό να αναφέρουμε ότι το ζήτημα ξεπερνά τα πρόσωπα. Αφορά την ίδια την ποιότητα της δημοκρατίας σε μια χώρα-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Συμβουλίου της Ευρώπης. Γιατί η προστασία των επικοινωνιών, η ελευθερία του Τύπου και η δυνατότητα ελέγχου των υπηρεσιών πληροφοριών δεν είναι εσωτερική ελληνική υπόθεση. Είναι μέρος του ευρωπαϊκού κράτους δικαίου.
Όταν λοιπόν έχεις ήδη 4 πρωτόδικα καταδικασμένους για τις υποκλοπές, νέα στοιχεία που προέκυψαν από τη δίκη, αλλά το κυριότερο, έχουν σημειωθεί παρεμβάσεις εκ μέρους του Ταλ Ντίλιαν -ιδιοκτήτη της Intellexa- που «δείχνουν» για τη χρήση του Predator το Μαξίμου, και η ελληνική Δικαιοσύνη αρνείται να ασχοληθεί εκ νέου με την υπόθεση, τότε υπάρχει ζήτημα. Κατά συνέπεια, σε αυτό το ζήτημα επιχειρούν να απαντήσουν οι προσφυγές των θυμάτων: στο ερώτημα της θεσμικής λογοδοσίας.
Για το κράτος δικαίου
Για πρώτη φορά το ελληνικό Predatorgate δεν είναι μόνο μια πολιτική σύγκρουση Αθήνας–αντιπολίτευσης, ούτε μια αντιπαράθεση κυβέρνησης και δημοσιογράφων που ασκούν ερευνητική δημοσιογραφία. Γίνεται ευρωπαϊκή υπόθεση κράτους δικαίου.
Και το ερώτημα που τίθεται πλέον στο Στρασβούργο είναι πολύ ευρύτερο από το ποιος κρατούσε το λογισμικό παρακολούθησης. Είναι αν, σε μια ευρωπαϊκή δημοκρατία, μπορεί τελικά να υπάρχει αποτελεσματικός έλεγχος εκείνων που έχουν την εξουσία να παρακολουθούν τους άλλους.
Τέλος, αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι στο Στρασβούργο έχει προσφύγει εδώ και καιρό ο Νίκος Ανδρουλάκης, ο οποίος 4 χρόνια μετά και δεν έχει ενημερωθεί για ποιους λόγους βρέθηκε σε καθεστώς παρακολούθησης από την ΕΥΠ. Το Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είχε δώσει διορία έως τον περασμένο Φεβρουάριο στην ελληνική κυβέρνηση προκειμένου να καταθέσει τις θέσεις της για το θέμα. Βρισκόμαστε εν αναμονή έκδοσης της απόφασης.









