Η σοβαρή πολυσυστηματική νόσος ME/CFS (Μυαλγική Εγκεφαλομυελίτιδα/Σύνδρομο Χρόνιας Κόπωσης), η οποία έγινε ευρύτερα γνωστή μετά την πανδημία της CοViD, βρίσκεται στο επίκεντρο μιας νέας ερευνητικής προσπάθειας στην Αυστρία.
Ο επιδημιολόγος Ματίας Βίλσερ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Βιέννης τιμήθηκε με το πρώτο βραβείο WE&ME Award, συνοδευόμενο από χρηματοδότηση ύψους 450.000 ευρώ, με στόχο να αποκαλύψει τους γενετικούς μηχανισμούς που κρύβονται πίσω από τη νόσο.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, περίπου 73.000 άνθρωποι στην Αυστρία πάσχουν από ME/CFS, μια νευροανοσολογική πάθηση που χαρακτηρίζεται από εξουθενωτική κόπωση, έντονους πόνους, διαταραχές ύπνου και, κυρίως, από τη χαρακτηριστική επιδείνωση των συμπτωμάτων μετά από ακόμη και μικρή σωματική ή πνευματική προσπάθεια (Post-Exertional Malaise – PEM).
Σε πολλές περιπτώσεις, η νόσος οδηγεί σε σοβαρή αναπηρία και αδυναμία εργασίας.
Ο Βίλσερ επισημαίνει ότι το ME/CFS δεν αποτελεί νέα ασθένεια, καθώς είχε καταγραφεί ήδη από την εποχή της ισπανικής Γρίπης. Ωστόσο, μέχρι την πανδημία του κορωνοϊού παρέμενε ουσιαστικά στο περιθώριο της επιστημονικής έρευνας.
Η εμφάνιση των μεταλοιμωδών συνδρόμων μετά από CοViD, με σοβαρότερη μορφή το ME/CFS, έφερε τη νόσο στο προσκήνιο και ανέδειξε την ανάγκη για εντατικότερη μελέτη.
Η νέα έρευνα βασίζεται στην υπόθεση ότι το ME/CFS δεν είναι μία ενιαία ασθένεια, αλλά περιλαμβάνει διαφορετικούς βιολογικούς υποτύπους. Μέχρι σήμερα, η μεγάλη ετερογένεια των ασθενών δυσχέραινε την εξαγωγή σαφών επιστημονικών συμπερασμάτων και, κατ’ επέκταση, την ανάπτυξη αποτελεσματικών θεραπειών.
Οι ερευνητές θα αξιοποιήσουν τα δεδομένα της διεθνούς μελέτης “DecodeME”, της μεγαλύτερης γενετικής έρευνας για το ME/CFS παγκοσμίως, η οποία περιλαμβάνει περίπου 17.000 διαγνωσμένους ασθενείς.
Ενώ προηγούμενες μελέτες επικεντρώθηκαν σε σπάνιες γενετικές μεταλλάξεις, η νέα προσπάθεια θα εξετάσει συχνότερες γενετικές παραλλαγές που εμφανίζονται σε πάνω από το 5% του πληθυσμού και ενδέχεται, σε συνδυασμό μεταξύ τους, να επηρεάζουν την εμφάνιση και την εξέλιξη της νόσου.
Η ερευνητική ομάδα θα συνδυάσει γενετικά και κλινικά δεδομένα, αναλύοντας συμπτώματα, συνοδά νοσήματα, θεραπευτικές παρεμβάσεις και την πορεία της ασθένειας, ώστε να εντοπίσει ομάδες ασθενών με κοινά χαρακτηριστικά. Παράλληλα, θα διερευνηθούν γενετικοί δείκτες που σχετίζονται με φλεγμονώδεις διεργασίες, αυτοάνοσους μηχανισμούς, διαταραχές στην παραγωγή ενέργειας των κυττάρων και προβλήματα του εντερικού φραγμού.
Στόχος είναι να διαπιστωθεί αν οι γενετικοί και οι κλινικοί υποτύποι ταυτίζονται, γεγονός που θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για πιο εξατομικευμένες θεραπευτικές προσεγγίσεις.
Οι επιστήμονες εκτιμούν επίσης ότι, εάν εντοπιστούν γονίδια ή βιολογικές οδοί που εμπλέκονται και σε άλλες ασθένειες, ενδέχεται να αξιοποιηθούν ήδη υπάρχοντα φάρμακα για τη θεραπεία του ME/CFS, μέσω της επαναχρησιμοποίησής τους. Ωστόσο, υπογραμμίζουν ότι πρόκειται ακόμη για βασική έρευνα και ότι θα απαιτηθεί χρόνος μέχρι να υπάρξουν εφαρμογές στην κλινική πράξη.
Πέρα από το έργο του Βίλσερ, το Αυστριακό Ταμείο Επιστημονικής Έρευνας (FWF) χρηματοδοτεί ακόμη τρία ερευνητικά προγράμματα για το ME/CFS, συνολικού προϋπολογισμού 1,3 εκατομμυρίων ευρώ, ενισχύοντας περαιτέρω τις προσπάθειες για την κατανόηση μιας ασθένειας που εξακολουθεί να παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανεξερεύνητη.
Προσθέστε το iatronet.gr στο Discover
Ειδήσεις υγείας σήμερα
Ο καφές μειώνει τον κίνδυνο εμφάνισης ηπατικής νόσου [μελέτη]
Νέα τάση στις ΗΠΑ: Εργαζόμενοι παίρνουν άδεια για την ψυχική τους υγεία
Η μεσογειακή διατροφή ενισχύει την ευεξία σε ανθρώπους άνω των 50 ετών [μελέτη]









