Καθώς η υποστήριξη προς τα λαϊκιστικά κινήματα ενισχύεται σε πολλές χώρες του κόσμου, ο όρος «λαϊκισμός» έχει γίνει πλέον μέρος της καθημερινής πολιτικής συζήτησης. Χρησιμοποιείται για να περιγράψει πολιτικούς και κινήματα που συχνά έχουν ελάχιστα κοινά μεταξύ τους, τόσο ως προς την ιδεολογία όσο και ως προς τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες μέσα στις οποίες αναπτύσσονται.
Στη δεξιά πλευρά του πολιτικού φάσματος έχουν χαρακτηριστεί λαϊκιστές πολιτικοί όπως ο Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ, ο Ζαΐρ Μπολσονάρο στη Βραζιλία και ο Ναρέντρα Μόντι στην Ινδία, ενώ στην αριστερά έχουν ενταχθεί σε αυτή την κατηγορία πρόσωπα όπως ο Πάμπλο Ιγκλέσιας στην Ισπανία και ο Τζούλιους Μαλέμα στη Νότια Αφρική.
Η πολυσημία του όρου γίνεται ακόμη μεγαλύτερη από το γεγονός ότι οι μελετητές δεν χρησιμοποιούν έναν ενιαίο ορισμό για τον λαϊκισμό.
Ορισμένοι τον αντιμετωπίζουν ως ιδεολογία, άλλοι ως ένα είδος πολιτικού λόγου ή τρόπο επικοινωνίας και άλλοι ως μια μορφή πολιτικής εκπροσώπησης και διακυβέρνησης.
Παρά τις διαφορές, ωστόσο, οι περισσότερες προσεγγίσεις συμφωνούν σε ένα βασικό χαρακτηριστικό: ο λαϊκισμός παρουσιάζει την κοινωνία ως μια σύγκρουση ανάμεσα σε δύο αντίπαλες ομάδες, τον «αγνό λαό» από τη μία πλευρά και τις «διεφθαρμένες ελίτ» από την άλλη.
Η έννοια του «λαού» βρίσκεται επομένως στον πυρήνα της λαϊκιστικής πολιτικής. Παρ’ όλα αυτά, γνωρίζουμε σχετικά λίγα για το τι σημαίνει στην πράξη για τους ίδιους τους υποστηρικτές το να θεωρούν τον εαυτό τους μέρος αυτής της ομάδας.
Μεγάλο μέρος της έρευνας έχει επικεντρωθεί στα λαϊκιστικά κόμματα και στους ηγέτες τους, εξετάζοντας τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζουν τη δική τους εκδοχή του «λαού» ως ηθικά ανώτερη από τις ελίτ.
Η έρευνα της πολιτικού επιστήμονα Clara Juarez Miro εξετάζει την άλλη πλευρά: τι σημαίνει αυτή η ταύτιση για τους ανθρώπους που στηρίζουν και εκλέγουν τους λαϊκιστές πολιτικούς.
Μια έννοια απεριόριστα ευέλικτη
Ορισμένοι μελετητές έχουν υποστηρίξει ότι η αοριστία γύρω από το ποιοι ακριβώς αποτελούν «τον λαό» δεν αποτελεί αδυναμία του λαϊκισμού, αλλά ένα από τα βασικά στοιχεία της ελκυστικότητάς του, όπως γράφει η Miro σε άρθρο της στο The Conversation.
Η έννοια είναι αρκετά ευρεία και ευέλικτη ώστε να μπορεί να προσαρμόζεται σε διαφορετικές χώρες, κοινωνίες και πολιτικές ιδεολογίες. Με αυτόν τον τρόπο, διαφορετικές ομάδες ψηφοφόρων μπορούν να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους στον «λαό» και να αισθανθούν ότι αποτελούν μέρος μιας ευρύτερης κοινότητας με κοινά συμφέροντα, αξίες και προβλήματα.
Το ίδιο συμβαίνει και με όρους όπως «κατεστημένο» και «ελίτ». Δεν περιγράφουν πάντοτε μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα. Αντίθετα, μπορούν να αποκτήσουν διαφορετικό περιεχόμενο ανάλογα με τον πολιτικό φορέα που τους χρησιμοποιεί και τον στόχο που θέλει να εξυπηρετήσει.
Έτσι, οι άνθρωποι που περιλαμβάνονται στον «λαό» μπορεί να διαφέρουν σημαντικά από περίπτωση σε περίπτωση. Πολιτικοί της δεξιάς μπορούν να χρησιμοποιούν την έννοια για να αναφερθούν σε μια κοινότητα που βασίζεται στην εθνική, πολιτισμική ή θρησκευτική ταυτότητα.
Η Γαλλίδα δεξιά λαϊκίστρια Μαρίν Λε Πεν, για παράδειγμα, έχει χρησιμοποιήσει την έννοια του γαλλικού λαού για να προωθήσει πολιτικές που δίνουν προτεραιότητα στους Γάλλους πολίτες.
Αντίστοιχα, το ισπανικό ακροδεξιό λαϊκιστικό κόμμα Vox χρησιμοποιεί συχνά την έκφραση «ισπανικός λαός», παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως πολιτική δύναμη που εκφράζει αυθεντικά τη βούλησή του.
Σε άλλες περιπτώσεις, ο «λαός» ορίζεται κυρίως με οικονομικούς όρους. Η Γερμανίδα πολιτικός Σάρα Βάγκενκνεχτ, της οποίας οι θέσεις συνδυάζουν στοιχεία της αριστερής οικονομικής πολιτικής με απόψεις που συχνά συνδέονται με τη δεξιά, αναφέρεται σε κοινωνικές ομάδες που θεωρεί ότι έχουν παραμεληθεί από το πολιτικό σύστημα. Πρόκειται για ανθρώπους που αισθάνονται οικονομικά πιεσμένοι, πολιτικά αόρατοι ή «ξεχασμένοι» από τους κυβερνώντες.
Η ίδια ευελιξία είναι εμφανής και στην Ελλάδα. Ιδιαίτερα κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης, η πολιτική αντιπαράθεση οργανώθηκε σε μεγάλο βαθμό γύρω από τη σύγκρουση ανάμεσα στην κοινωνία και το πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο.
Η έντονη αμφισβήτηση των παραδοσιακών κομμάτων, η αντίδραση στα μέτρα λιτότητας και η αίσθηση ότι κρίσιμες αποφάσεις λαμβάνονταν μακριά από τους πολίτες δημιούργησαν ένα περιβάλλον στο οποίο η επίκληση του «λαού» απέκτησε ιδιαίτερη πολιτική δύναμη.
Ο «λαός» μπορούσε να σημαίνει τους εργαζόμενους, τους συνταξιούχους, τους μικρομεσαίους, τους νέους ή γενικότερα όσους θεωρούσαν ότι είχαν πληγεί από την οικονομική κρίση. Και εν τέλει από αυτή την πολυσημία του όρου γεννήθηκε και το κίνημα των «Αγανακτισμένων», ένα μόρφωνα χωρίς ιδεολογική κατεύθυνση, βασισμένο ουσιαστικά στην «οργή του λαού».
Την ίδια στιγμή, η έννοια της «ελίτ» μπορούσε να αφορά το παλιό πολιτικό σύστημα, τις οικονομικές ισχυρές ομάδες ή ακόμη και ευρωπαϊκούς θεσμούς, ανάλογα με την πολιτική θέση εκείνου που μιλούσε.
Παρά τις διαφορές αυτές, οι λαϊκιστές σε ολόκληρο το πολιτικό φάσμα παρουσιάζουν τον «λαό» ως μια ενωμένη και ηθικά καλή κοινότητα, τα συμφέροντα της οποίας αγνοούνται ή προδίδονται από διεφθαρμένες ελίτ.
Οι ίδιοι οι λαϊκιστές πολιτικοί παρουσιάζονται ως η λύση. Εμφανίζονται ως οι αυθεντικοί εκπρόσωποι μιας κοινωνίας που δεν ακούγεται και ως η πολιτική δύναμη που μπορεί να αποκαταστήσει την ισορροπία και να δώσει φωνή στους παραμελημένους.
Εξίσου σημαντικό, όμως, είναι να εξετάσουμε ποιον αποκλείουν από αυτή τη φανταστική κοινότητα, καθώς στη δεξιά και την ακροδεξιά, παραδείγματος χάριν, ο αποκλεισμός συχνά βασίζεται σε πολιτισμικά, εθνικά ή φυλετικά κριτήρια.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα, όποιος διαφωνεί με τον λαϊκιστή ηγέτη μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ανήκει πραγματικά στον «λαό». Ο Βρετανός λαϊκιστής και αρχιτέκτονας του Brexit Νάιτζελ Φάρατζ το εξέφρασε με χαρακτηριστικό τρόπο, ταυτίζοντας το δικό του πολιτικό εγχείρημα με τον ίδιο τον «λαό».
Οι υποστηρικτές του λαϊκισμού
Προηγούμενες έρευνες έχουν μετρήσει πόσο έντονα ταυτίζονται οι ψηφοφόροι με τον «λαό».
Για να κατανοήσουμε όμως καλύτερα τι σημαίνει η ένταξη σε αυτή την ομάδα, χρειάζεται να εξετάσουμε και τις ερμηνείες, τα συναισθήματα και τις εμπειρίες που οι ίδιοι οι υποστηρικτές συνδέουν με αυτή τη φανταστική κοινότητα.
Ένας τρόπος είναι να μιλήσουμε με ανθρώπους που υποστηρίζουν διαφορετικά λαϊκιστικά κινήματα και να εξετάσουμε πώς αντιλαμβάνονται την ένταξή τους στον «λαό». Ένας άλλος είναι να παρακολουθήσουμε τις συζητήσεις μεταξύ των υποστηρικτών σε διαδικτυακές κοινότητες.
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν ιδιαίτερη σημασία σε αυτή τη διαδικασία. Δημιουργούν χώρους στους οποίους άνθρωποι από διαφορετικές περιοχές μπορούν να μοιράζονται πολιτικές απόψεις, να ερμηνεύουν από κοινού τα μηνύματα των ηγετών τους και να διαμορφώνουν μια κοινή αίσθηση ταυτότητας και συμμετοχής.
Παράλληλα, μέσα από αυτές τις συζητήσεις διαπραγματεύονται διαρκώς το ποιος ανήκει στον «λαό» και ποιος βρίσκεται έξω από αυτόν.
Η έρευνα της Clara Juarez Miro ακολούθησε και τις δύο κατευθύνσεις. Σε πρόσφατη μελέτη της, ανέλυσε 6.000 αλληλεπιδράσεις σε διαδικτυακές κοινότητες και πραγματοποίησε 33 εις βάθος συνεντεύξεις με υποστηρικτές τόσο του δεξιού όσο και του αριστερού λαϊκισμού.
Η ανάλυση έδειξε ότι οι υποστηρικτές ταυτίζονται με τον «λαό» με τρεις βασικούς τρόπους: μέσα από τον τρόπο με τον οποίο φαντάζονται την ομάδα, μέσα από τα συναισθήματα που αισθάνονται απέναντί της και μέσα από τον τρόπο με τον οποίο βιώνουν οι ίδιοι το να αποτελούν μέρος της.
Όπως δείχνουν και προηγούμενες έρευνες, οι υποστηρικτές συχνά φαντάζονται τον «λαό» ως εργατικό, άξιο, τίμιο και ηθικά νομιμοποιημένο. Οι δεξιοί υποστηρικτές συνδέουν συχνότερα αυτή την ταυτότητα με την πολιτισμική και εθνική ένταξη, ενώ οι αριστεροί δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στην εργατική τάξη και στην οικονομική ανισότητα.
Ιδιαίτερα επικίνδυνη μπορεί να αποδειχθεί η εκδοχή του ακροδεξιού λαϊκισμού, ακριβώς επειδή μετατρέπει την έννοια του «λαού» από μια πολιτική κοινότητα σε μια κλειστή κοινότητα που πρέπει διαρκώς να προστατεύεται από κάποιον «άλλον».
Μετανάστες, πρόσφυγες, μειονότητες, πολιτικοί αντίπαλοι ή ακόμη και πολίτες που θεωρούνται ότι δεν συμμερίζονται τις «σωστές» εθνικές ή πολιτισμικές αξίες μπορούν να παρουσιαστούν ως απειλή για την κοινωνία.
Έτσι, πραγματικά κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα μετατοπίζονται σε εύκολους αποδιοπομπαίους τράγους, ενώ ο φόβος και η αγανάκτηση μετατρέπονται σε πολιτικό εργαλείο. Ο κίνδυνος δεν περιορίζεται στην αύξηση της πόλωσης. Όταν η πολιτική βασίζεται στην ιδέα ότι μόνο μία ομάδα αποτελεί τον «αληθινό λαό», οι υπόλοιποι μπορούν σταδιακά να αντιμετωπίζονται ως λιγότερο νομιμοποιημένοι να έχουν φωνή, δικαιώματα ή θέση στη δημόσια ζωή.
Μία συναισθηματική διεργασία
Η ταύτιση, ωστόσο, είναι και έντονα συναισθηματική. Οι υποστηρικτές εκφράζουν αφοσίωση και στοργή προς τους πολιτικούς που θεωρούν ότι τους εκπροσωπούν, ενώ παράλληλα εκδηλώνουν θυμό και φόβο απέναντι στις ελίτ, τους πολιτικούς αντιπάλους και τις ομάδες που θεωρούν ότι απειλούν την κοινότητά τους.
Ταυτόχρονα, αναπτύσσουν αισθήματα αλληλεγγύης και κατανόησης προς τα άλλα μέλη του «λαού». Η κοινότητα μπορεί να είναι αφηρημένη, αλλά μπορεί επίσης να αποκτά συγκεκριμένη μορφή μέσα από τις σχέσεις που δημιουργούνται στο διαδίκτυο ή στην καθημερινή ζωή.
Η πολιτική συμμετοχή ενισχύει αυτή την αίσθηση. Οι συγκεντρώσεις, οι διαδηλώσεις και οι προεκλογικές εκστρατείες, όπως και οι διαδικτυακές συζητήσεις, μπορούν να δημιουργήσουν την αίσθηση ότι το άτομο συμμετέχει σε κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό του. Η επαφή με ανθρώπους που μοιράζονται τις ίδιες πεποιθήσεις προσφέρει αναγνώριση, αίσθηση σκοπού και την πεποίθηση ότι κάποιος δεν είναι μόνος απέναντι στα προβλήματα που αντιμετωπίζει.
Συνολικά, τα ευρήματα δείχνουν ότι η λαϊκιστική υποστήριξη δεν αφορά μόνο πολιτικές ιδέες, προγράμματα ή συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές. Η ταύτιση με τον «λαό» αποτελεί ταυτόχρονα κοινωνική και συναισθηματική εμπειρία.
Η ευελιξία της έννοιας επιτρέπει στους πολιτικούς να την προσαρμόζουν στα μηνύματά τους, ενώ οι υποστηρικτές μπορούν να εντάσσουν σε αυτή τις δικές τους εμπειρίες, φόβους, απογοητεύσεις και προσδοκίες.
Τελικά, ίσως εκεί βρίσκεται και η πραγματική δύναμη του λαϊκισμού: όχι μόνο στο να πείθει τους πολίτες ότι υπάρχει μια σύγκρουση ανάμεσα στον «λαό» και τις «ελίτ», αλλά στο να τους προσφέρει μια θέση μέσα σε αυτή τη σύγκρουση.
Ο ψηφοφόρος δεν αισθάνεται πλέον απλώς ότι επιλέγει έναν πολιτικό ή ένα κόμμα. Αισθάνεται ότι ανήκει σε μια μεγαλύτερη κοινότητα, ότι η φωνή του αντιπροσωπεύει και άλλους και ότι όλοι μαζί διεκδικούν κάτι που τους έχει στερηθεί.
Και όσο η αίσθηση πολιτικής και κοινωνικής αποξένωσης παραμένει ισχυρή, ο «λαός» θα συνεχίσει να αποτελεί ένα από τα πιο ισχυρά όπλα της πολιτικής ρητορικής.
Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο ποιος μιλά στο όνομα του λαού, αλλά και ποιον συμπεριλαμβάνει όταν λέει «εμείς» — και ποιον αφήνει έξω.
Γιατί τελικά, στον λαϊκισμό, η μάχη για την εξουσία είναι συχνά και μια μάχη για το ποιος έχει το δικαίωμα να ορίσει ποιοι είμαστε.









