Αρχική / ΕΛΛΑΔΑ / ΕΛΣΤΑΤ: Μόλις τέσσερις περισσότερες γεννήσεις το α’ εξάμηνο του 2026 σε σχέση με πέρυσι – Η δημογραφική κατάρρευση σε αριθμούς

ΕΛΣΤΑΤ: Μόλις τέσσερις περισσότερες γεννήσεις το α’ εξάμηνο του 2026 σε σχέση με πέρυσι – Η δημογραφική κατάρρευση σε αριθμούς


Μόλις τέσσερις περισσότερες γεννήσεις καταγράφηκαν στην Ελλάδα το α’ εξάμηνο του 2026 σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025, με τον αριθμό των γεννήσεων ζώντων βρεφών να φτάνει τις 31.390. Η οριακή αυτή μεταβολή, που στατιστικά αντιστοιχεί σε αύξηση μόλις 0%, δεν αλλάζει τη συνολική εικόνα της δημογραφικής υποχώρησης που αντιμετωπίζει η χώρα.

Συγκεκριμένα, από τις 31.386 γεννήσεις του α’ εξαμήνου του 2025, οι γεννήσεις αυξήθηκαν σε 31.390 το αντίστοιχο διάστημα του 2026, εκ των οποίων 16.135 αφορούσαν αγόρια και 15.255 κορίτσια. Οι γεννήσεις νεκρών ανήλθαν σε 195, έναντι 193 το προηγούμενο έτος, σημειώνοντας αύξηση 1%.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, οι μεγαλύτερες αυξήσεις γεννήσεων καταγράφηκαν τον Ιανουάριο και τον Απρίλιο, κατά 2,6% και 2,2% αντίστοιχα, ενώ οι μεγαλύτερες μειώσεις σημειώθηκαν τον Φεβρουάριο και τον Μάιο, κατά 2,9% και 2,4%.

Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ

Η αναλογία γεννήσεων ζώντων από μητέρες με ελληνική ιθαγένεια προς εκείνες από αλλοδαπές μητέρες διαμορφώθηκε σε 9,2 προς 1 το α’ εξάμηνο του 2026, έναντι 9,1 προς 1 το αντίστοιχο διάστημα του 2025. Οι μητέρες με ελληνική ιθαγένεια αντιστοιχούν σε 28.316 γεννήσεις (90,2%), ενώ οι μητέρες με αλλοδαπή ιθαγένεια σε 3.068 (9,8%).

Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ

Αναφορικά με τον τύπο τοκετού, οι 29.705 αφορούσαν μονήρεις τοκετούς, ενώ οι πολύδυμοι τοκετοί ανήλθαν σε 1.685, έναντι 1.710 το πρώτο εξάμηνο του 2025.

Ο δημογραφικός «χάρτης»

Η εικόνα παρουσιάζει διαφοροποιήσεις και ανά περιοχή. Από την ανάλυση των γεννήσεων ζώντων κατά περιφέρεια μόνιμης διαμονής της μητέρας, προκύπτει αύξηση των γεννήσεων σε επτά από τις 13 περιφέρειες της χώρας.

Οι μεγαλύτερες αυξήσεις, σε απόλυτους αριθμούς, καταγράφηκαν στην Πελοπόννησο (+5,1%), την Ανατολική Μακεδονία και Θράκη (+3,2%) και τη Θεσσαλία (+2,6%), με 72, 50 και 48 περισσότερες γεννήσεις αντίστοιχα.

Στον αντίποδα, οι μεγαλύτερες μειώσεις σημειώθηκαν στη Στερεά Ελλάδα (-7,4%), την Αττική (-0,7%) και το Βόρειο Αιγαίο (-9,3%), με 103, 85 και 60 λιγότερες γεννήσεις αντίστοιχα. Στην Αττική, παρά τη μικρή κάμψη, εξακολουθεί να συγκεντρώνεται πάνω από το ένα τρίτο των γεννήσεων πανελλαδικά, φτάνοντας τις 11.323.

Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ

Από τις 148.000 στις μόλις 67.000 γεννήσεις

Η οριακή σταθεροποίηση του πρώτου εξαμήνου του 2026 δεν αναιρεί το γεγονός ότι το δημογραφικό τοπίο βρίσκεται μπροστά σε ένα βαθύ σημείο καμπής, με την υποχώρηση των γεννήσεων να παίρνει διαστάσεις μόνιμης καθίζησης. Ήδη σε βάθος πενταετίας, σε σύγκριση με το πρώτο εξάμηνο του 2021, όταν καταγράφηκαν 40.967 γεννήσεις, η πτώση αγγίζει το 23,4%, δηλαδή σχεδόν 9.600 λιγότερα παιδιά.

Όπως καταδεικνύουν τα στοιχεία του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ), δεν πρόκειται για συγκυριακό φαινόμενο, αλλά για μια διαρκή συρρίκνωση που ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και συνεχίζεται αδιάλειπτα, με μοναδική εξαίρεση το διάστημα 2003–2009. Η μακροχρόνια αυτή καθίζηση αποτυπώνεται καθαρά στους απόλυτους αριθμούς: από περίπου 148.000 γεννήσεις ετησίως την περίοδο 1979–1980, η Ελλάδα διολίσθησε σε μόλις 67.000 τη διετία 2024–2025, καταγράφοντας συρρίκνωση άνω του 50%.

Την ίδια ώρα, η απόκτηση παιδιού μετατίθεται διαρκώς σε μεγαλύτερες ηλικίες, με τη μέση ηλικία τεκνοποίησης να έχει αυξηθεί σχεδόν κατά έξι χρόνια, από τα 26,2 έτη στα 32,2.

Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με τη διαγενεακή μείωση της γονιμότητας. Οι γυναίκες που γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1950 απέκτησαν κατά μέσο όρο περίπου δύο παιδιά, ενώ για τη γενιά του 1985 ο αριθμός υπολογίζεται ότι δεν θα ξεπεράσει τα 1,5.

Ανάλογη καθίζηση κατέγραψε και ο ετήσιος δείκτης γονιμότητας, ο οποίος υποχώρησε από τα 2.200 παιδιά ανά 1.000 γυναίκες το 1979–1980 στα 1.240 το 2024–2025.

Η «μαύρη τρύπα» του 2009–2024

Ανάμεσα στο 2009 και το 2024, οι γεννήσεις σε εθνικό επίπεδο κατέγραψαν πτώση 42%, από 117.440 σε 68.310.

Πέρα όμως από την οικονομική ανασφάλεια και τις αλλαγές στον σύγχρονο τρόπο ζωής, τα στοιχεία του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ) αναδεικνύουν έναν ακόμη καθοριστικό παράγοντα: τη ραγδαία μείωση του αριθμού των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας.

Το πλήθος των γυναικών ηλικίας 25–44 ετών μειώθηκε κατά σχεδόν 480.000 άτομα, ή κατά 28%. Αυτό συμβαίνει καθώς στις ηλικίες αυτές εισέρχονται πλέον οι μικρότερες αριθμητικά γενιές που γεννήθηκαν μετά το 1980, σε συνδυασμό με το έντονο κύμα μετανάστευσης νέων ανθρώπων προς το εξωτερικό μετά το 2010.

Ελλάδα δύο ταχυτήτων

Η δημογραφική υποχώρηση δεν κατανέμεται ομοιόμορφα στον χάρτη. Η γεωγραφική διάσταση των απωλειών αναδεικνύει έντονη αντίθεση ανάμεσα στην ηπειρωτική και τη νησιωτική Ελλάδα.

Σε έξι νομούς της ηπειρωτικής επικράτειας –τη Θεσπρωτία, τα Γρεβενά, τη Φθιώτιδα, την Κοζάνη, την Ευρυτανία και τη Φλώρινα– η πτώση των γεννήσεων μεταξύ 2009 και 2024 ξεπέρασε το 50%, ενώ σε άλλους δέκα νομούς κινήθηκε μεταξύ 45% και 50%.

Στον αντίποδα, αρκετές νησιωτικές περιοχές εμφάνισαν μεγαλύτερη αντοχή, με έξι νομούς να καταγράφουν μείωση κάτω του 30%. Στις Κυκλάδες και τη Ζάκυνθο, μάλιστα, η υποχώρηση περιορίστηκε σε ποσοστό κάτω του 15%.

Σχεδόν διπλάσιοι οι θάνατοι από τις γεννήσεις

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο αφορά το φυσικό ισοζύγιο, δηλαδή τη διαφορά μεταξύ γεννήσεων και θανάτων. Αν τη δεκαετία 1971–1980 καταγραφόταν πλεόνασμα 638.000 γεννήσεων, την πενταετία 2021–2025 σημειώθηκε αρνητικό ρεκόρ, με 290.000 περισσότερους θανάτους από γεννήσεις.

Το 2024, σε εθνικό επίπεδο, καταγράφηκαν 184 θάνατοι ανά 100 γεννήσεις, όταν το 2009 η αντίστοιχη αναλογία ήταν 92 θάνατοι ανά 100 γεννήσεις.

Οι περιφερειακές αντιθέσεις είναι ακόμη εντονότερες. Μόλις πέντε Περιφερειακές Ενότητες από τις 74 –Θήρα, Μύκονος, Κως, Νάξος και Ρέθυμνο– κατέγραψαν περισσότερες γεννήσεις από θανάτους, με τη Θήρα να εμφανίζει διπλάσιες γεννήσεις από θανάτους.

Αντίθετα, σε 17 Περιφερειακές Ενότητες της ηπειρωτικής Ελλάδας αντιστοιχούσαν από 250 έως 376 θάνατοι ανά 100 γεννήσεις. Στις Σέρρες, την Ευρυτανία και τα Γρεβενά, η αναλογία ξεπέρασε τους 3,5 θανάτους για κάθε μία γέννηση.

Δεν είναι τυχαίο ότι σε βάθος 15ετίας, από το 2009 έως το 2024, οι περιοχές με τις χειρότερες αναλογίες, όπως τα Τρίκαλα, η Αρκαδία, το Κιλκίς, η Καρδίτσα, η Άρτα, η Ευρυτανία, η Φωκίδα, τα Γρεβενά και οι Σέρρες, κατέγραψαν και τις εντονότερες συνολικές πληθυσμιακές απώλειες, άνω του 10%.

Γιατί συμβαίνει αυτό

Η βασική εξήγηση πίσω από αυτές τις αποκλίσεις εντοπίζεται στη δημογραφική σύνθεση κάθε περιοχής. Ένας τόπος με νεανικότερο πληθυσμό διαθέτει μεγαλύτερη αναλογία γυναικών σε αναπαραγωγική ηλικία, 25–44 ετών, γεγονός που συνδέεται με περισσότερες γεννήσεις, ακόμη και όταν η διάθεση για δημιουργία οικογένειας είναι παρόμοια.

Αντίθετα, η ηπειρωτική επαρχία έχασε σταθερά τους νέους της προς τα μεγάλα αστικά κέντρα και το εξωτερικό, με αποτέλεσμα να διαθέτει πλέον πιο γερασμένο πληθυσμό και υψηλότερη θνησιμότητα.

Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν και οι εσωτερικές και εξωτερικές μετακινήσεις πληθυσμού. Περιοχές όπως η Κρήτη, τα Δωδεκάνησα και οι Κυκλάδες, χάρη στην οικονομική και τουριστική τους δυναμική, κατάφεραν σε μεγαλύτερο βαθμό να συγκρατήσουν νέους ανθρώπους, αλλά και να προσελκύσουν εργαζόμενους και οικογένειες, διατηρώντας νεότερη πληθυσμιακή σύνθεση.



Source link