Η πρόωρη αποχώρηση της Ιζαμπέλ Σνάμπελ από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) αναμένεται να εντείνει τον ανταγωνισμό για τις κορυφαίες θέσεις της, μεταξύ των οποίων και εκείνη της προέδρου Κριστίν Λαγκάρντ.
Η ανακοίνωση, στις 24 Σεπτεμβρίου, ότι η Γερμανίδα μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου θα αποχωρήσει τον Ιανουάριο του 2027, έναν χρόνο πριν από τη λήξη της θητείας της, δημιουργεί κενή θέση στην ανώτατη διοίκηση της ΕΚΤ σε λίγο περισσότερο από τρεις μήνες. Αυτό αυξάνει την πίεση προς τις κυβερνήσεις να κινηθούν σύντομα.
Παράλληλα, η θητεία της Λαγκάρντ, όπως και εκείνη του επικεφαλής οικονομολόγου της ΕΚΤ Φίλιπ Λέιν, ολοκληρώνεται το 2027, ενώ η ίδια η πρόεδρος έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο να αποχωρήσει νωρίτερα. Σύμφωνα με το Bloomberg, ένα συνολικό «πακέτο» συμφωνίας για τις κορυφαίες θέσεις θεωρείται πιθανό.
Στο ημερολόγιο του 2026 απομένουν τρεις σύνοδοι κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στις οποίες θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν οι σχετικές διαβουλεύσεις μεταξύ των κυβερνήσεων.
Οι εξελίξεις ενδέχεται να οδηγήσουν σε νέα δύσκολη διαπραγμάτευση μεταξύ των Ευρωπαίων ηγετών, όπως είχε συμβεί το 2019, όταν επιλέχθηκε η Λαγκάρντ για την προεδρία της ΕΚΤ. Οι κυβερνήσεις καλούνται να συμφωνήσουν για τις θέσεις που αντιστοιχούν στις μισές από τις έδρες του Εκτελεστικού Συμβουλίου, του οργάνου που χαράσσει τη νομισματική πολιτική για μια περιοχή περίπου 360 εκατομμυρίων ανθρώπων.
«Τώρα υπάρχει πραγματικά χρονική πίεση για να βρεθεί μια συνολική λύση», δήλωσε ο Χόλγκερ Σμίντινγκ, επικεφαλής οικονομολόγος της Berenberg.
«Θα είναι δύσκολο. Αλλά γι’ αυτό υπάρχουν οι πολιτικοί, για να βρίσκουν λύσεις ακόμη και όταν οι αποφάσεις είναι δύσκολες», πρόσθεσε.
Η επιτάχυνση του χρονοδιαγράμματος έρχεται σε μια δύσκολη συγκυρία για τις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρωζώνης. Η γερμανική κυβέρνηση, στη μεγαλύτερη οικονομία της περιοχής, βρίσκεται αντιμέτωπη με πολιτική κρίση μετά από σειρά εκλογικών ηττών σε κρατίδια, ενώ η Γαλλία αντιμετωπίζει πολιτικό αδιέξοδο ενόψει των επόμενων εκλογών. Παράλληλα, πλησιάζουν εθνικές εκλογές στην Ιταλία και την Ισπανία.
Η ίδια η Σνάμπελ αναφέρθηκε στο ενδεχόμενο καθυστέρησης, σε αποχαιρετιστήριο μήνυμα προς το προσωπικό της ΕΚΤ, το οποίο περιήλθε στην κατοχή του Bloomberg.
Όπως ανέφερε, ο διάδοχός της θα διοριστεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Σε περίπτωση που χρειαστεί, οι αρμοδιότητές της θα κατανεμηθούν προσωρινά μεταξύ των υπόλοιπων μελών του Εκτελεστικού Συμβουλίου μετά την αποχώρησή της.
Η αποχώρηση της Σνάμπελ αποτελεί, σύμφωνα με το Bloomberg, το πιο σαφές μέχρι σήμερα μήνυμα προς τις κυβερνήσεις ότι πρέπει να ξεκινήσουν ουσιαστικές διαπραγματεύσεις. Οποιαδήποτε καθυστέρηση θα μπορούσε να συμπέσει με το χρονοδιάγραμμα για την εκλογή διαδόχου του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν, διαδικασία που ξεκινά τον Απρίλιο του 2027.
Το ζήτημα δεν αφορά μόνο την κάλυψη της θέσης της Σνάμπελ, η οποία έχει αρμοδιότητες στον τομέα των αγορών, σε μια περίοδο έντονης μεταβλητότητας.
Σύμφωνα με το Bloomberg, παραμένει ανοιχτό και το ενδεχόμενο η Λαγκάρντ να αποχωρήσει πριν από τη λήξη της θητείας της, τον Οκτώβριο του 2027.
Η πρόεδρος της ΕΚΤ έχει δεσμευτεί μέχρι σήμερα μόνο ότι θα παραμείνει στη θέση της έως το τέλος του 2026, μετά από μήνες σεναρίων σχετικά με το ενδεχόμενο να αναλάβει τη διεύθυνση του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ.
Τον Ιανουάριο του 2027, μάλιστα, πρόκειται να κυκλοφορήσει και η αυτοβιογραφία της, κάτι που, όπως σημειώνει το Bloomberg, συνηθίζεται να συμβαίνει μετά την αποχώρηση από υψηλόβαθμες θέσεις.
Ένα από τα ισχυρότερα σημάδια ότι οι κυβερνήσεις προετοιμάζονται για δύσκολες διαπραγματεύσεις ήρθε από τους πρωθυπουργούς της Ισπανίας και της Ολλανδίας. Και οι δύο βρίσκονταν στη Νέα Υόρκη για τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών και τάχθηκαν υπέρ των υποψηφίων των χωρών τους, οι οποίοι θεωρούνται από αρκετούς ως επικρατέστεροι.
Ο Ολλανδός πρωθυπουργός Ρομπ Γιέτεν δήλωσε στις 24 Σεπτεμβρίου στο Bloomberg Television ότι πολλές χώρες της περιοχής θα θεωρούσαν τον Κλάας Κνοτ «ιδανική επιλογή».
Μία ημέρα νωρίτερα, ο Ισπανός πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ είχε δηλώσει ότι ο Πάμπλο Ερνάντες ντε Κος διαθέτει «την ηγετική ικανότητα, αλλά και την ικανότητα και τη γνώση».
«Φαίνεται ότι οι συζητήσεις έχουν ήδη ξεκινήσει», δήλωσε η Μοντούπε Αντεγκμπέμπο, οικονομολόγος της Jefferies.
«Ωστόσο, η πρόωρη αποχώρηση της Σνάμπελ θα πρέπει να αυξήσει την πίεση προς τα κράτη-μέλη για να καταλήξουν σε λύση», πρόσθεσε.
Η Γερμανία, παρότι δεν έχει καταλάβει μέχρι σήμερα την προεδρία της ΕΚΤ, δεν έχει καταθέσει δική της υποψηφιότητα για τη θέση.
Ο πρόεδρος της Bundesbank, Γιόαχιμ Νάγκελ, ενδιαφέρεται για τη θέση, όμως, σύμφωνα με το Bloomberg, ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς εμφανίζεται επιφυλακτικός απέναντι σε έναν υποψήφιο που συνδέεται με τους Σοσιαλδημοκράτες, οι οποίοι συμμετέχουν στον κυβερνητικό συνασπισμό.
Η Γερμανία κατέχει ήδη δύο άλλες κορυφαίες ευρωπαϊκές θέσεις, και αυτές είναι η προεδρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, με την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, και η θέση της επικεφαλής της εποπτείας των τραπεζών της ΕΚΤ, με την Κλαούντια Μπουχ.
Ωστόσο, η στάση αυτή διαφέρει από εκείνη που είχε επικρατήσει στις δύο προηγούμενες επιλογές προέδρου της ΕΚΤ, όταν Γερμανοί κεντρικοί τραπεζίτες βρίσκονταν μεταξύ των ισχυρών υποψηφίων.
Μία εναλλακτική για τη Γερμανία θα ήταν η θέση του επικεφαλής οικονομολόγου της ΕΚΤ, την οποία διεκδικεί επίσης η Γαλλία. Σύμφωνα με πηγές που επικαλείται το Bloomberg, το Βερολίνο ενδιαφέρεται για τη συγκεκριμένη θέση.
Μεταξύ των πιθανών Γερμανών υποψηφίων αναφέρονται ο καθηγητής του Princeton Μάρκους Μπρούνερμάιερ, η καθηγήτρια του Berkeley Ούλρικε Μαλμέντιερ και ο Τομπίας Αντριάν, ο οποίος μόλις αποχώρησε από τη θέση που πρόκειται να αναλάβει η Σνάμπελ στο ΔΝΤ.
Ωστόσο, Γερμανοί έχουν ήδη διατελέσει δύο φορές επικεφαλής οικονομολόγοι της ΕΚΤ και, με την επικείμενη αποχώρηση της Σνάμπελ και αργότερα της Λαγκάρντ από το Εκτελεστικό Συμβούλιο, αναμένεται να υπάρξουν πιέσεις για την επιλογή μιας ακόμη γυναίκας.
Σε αυτή την κατεύθυνση, εκτός από τη Μαλμέντιερ, πιθανοί υποψήφιοι αναφέρονται τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Bundesbank Σαμπίνε Μάουντερερ και Φρίτσι Κέλερ-Γκάιμπ.
Η Γαλλία, από την πλευρά της, μπορεί να προτείνει επίσης ισχυρά ονόματα, μεταξύ των οποίων η πρώην επικεφαλής οικονομολόγος του ΟΟΣΑ Λοράνς Μπουν και η υποδιοικήτρια της Τράπεζας της Γαλλίας Ανιές Μπενασί-Κερ.
Με τον Μακρόν να αναμένεται να επιδιώξει ενεργά μια γαλλική υποψηφιότητα, ενδέχεται να είναι ευκολότερο για το Βερολίνο να προωθήσει έναν δικό του υποψήφιο για το χαρτοφυλάκιο της Σνάμπελ, που αφορά τις αγορές.
Το συγκεκριμένο χαρτοφυλάκιο έχει αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία τα τελευταία χρόνια, λόγω των παρεμβάσεων της ΕΚΤ κατά τη διάρκεια των κρίσεων, όπως τα μεγάλης κλίμακας προγράμματα αγορών τίτλων.
Σε κάθε περίπτωση, η μετακίνηση της Σνάμπελ στο ΔΝΤ, στην Ουάσιγκτον έχει ήδη εντείνει τις συζητήσεις γύρω από μία από τις σημαντικότερες ανακατατάξεις προσώπων στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια.
«Σίγουρα επιταχύνει τις συζητήσεις και θα εκπλησσόμουν αν οι κυβερνήσεις δεν έχουν ήδη κάποια ονόματα στο μυαλό τους», δήλωσε ο Πιέτ Κρίστιανσεν, επικεφαλής στρατηγικής της Danske Bank.
«Όμως είναι σχεδόν αδύνατο να προβλεφθεί το τελικό αποτέλεσμα», πρόσθεσε.
Με πληροφορίες από το Bloomberg










