Την ανάγκη η εφαρμογή των μέτρων του Προϋπολογισμού 2027 να μεταφραστεί σε πραγματική βελτίωση της ρευστότητας και της λειτουργικής αντοχής των μικρομεσαίων επιχειρήσεων επισημαίνει το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς, στην πρώτη αξιολόγησή του για τις επιπτώσεις του σχεδιασμού στην αγορά.
Το ΕΒΕΠ εκτιμά ότι οι παρεμβάσεις δημιουργούν προϋποθέσεις ενίσχυσης του εισοδήματος και της κατανάλωσης, χωρίς ωστόσο να διασφαλίζεται αυτομάτως αντίστοιχη αύξηση της κερδοφορίας των επιχειρήσεων. Όπως σημειώνει, το τελικό αποτέλεσμα θα κριθεί από τη σχέση μεταξύ πρόσθετων πωλήσεων και ελαφρύνσεων από τη μία πλευρά και του κόστους προμηθειών, μισθοδοσίας, ενέργειας και χρηματοδότησης από την άλλη.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει το επιμελητήριο στη διάκριση μεταξύ αύξησης του τζίρου και πραγματικής βελτίωσης της οικονομικής θέσης μιας ΜμΕ. Όπως επισημαίνει, μια επιχείρηση μπορεί να εμφανίζει υψηλότερες πωλήσεις, αλλά ταυτόχρονα μικρότερο περιθώριο κέρδους και μεγαλύτερη ανάγκη χρηματοδότησης.
Στην ίδια κατεύθυνση, το ΕΒΕΠ θεωρεί κρίσιμη την παρακολούθηση συγκεκριμένων μεγεθών, όπως το μικτό περιθώριο, το ενεργειακό κόστος, η ταχύτητα ανανέωσης των αποθεμάτων και οι καθυστερήσεις πληρωμών, καθώς οι συγκεκριμένοι δείκτες μπορούν να αποτυπώσουν την πίεση στις επιχειρήσεις πριν αυτή εμφανιστεί πλήρως στους ετήσιους ισολογισμούς.
Για την αγορά της Αττικής και του Πειραιά, το επιμελητήριο επισημαίνει ως κρίσιμο παράγοντα το χρονοδιάγραμμα εφαρμογής των ελαφρύνσεων, ενώ σε ό,τι αφορά το ενεργειακό κόστος θεωρεί ότι η αβεβαιότητα αποτελεί παράγοντα που μπορεί να περιορίσει το όφελος των υπόλοιπων παρεμβάσεων.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει το ΕΒΕΠ και στην ενεργειακή στήριξη της βιομηχανίας, ύψους 95 εκατ. ευρώ. Εκτιμά ότι πρόκειται για θετική παρέμβαση στο κόστος παραγωγής, αλλά υπογραμμίζει ότι η αποτελεσματικότητά της θα εξαρτηθεί από το εύρος των δικαιούχων, την πρόσβαση των μικρών μεταποιητικών επιχειρήσεων, την ταχύτητα καταβολής και την επίδραση της ελάφρυνσης στις τιμές της εφοδιαστικής αλυσίδας.
Ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ Βασίλης Κορκίδης δήλωσε: «Από τη σκοπιά του ΕΒΕΠ, η αξιολόγηση πρέπει να εστιάζει σε τρεις μετρήσιμες εκβάσεις, όπως το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των πελατών, λειτουργικό περιθώριο της επιχείρησης και χρήματα που απομένουν στο ταμείο μετά τις υποχρεώσεις. Μια ΜμΕ μπορεί να εμφανίζει περισσότερο τζίρο, μικρότερο κέρδος και ταυτόχρονα μεγαλύτερη ανάγκη χρηματοδότησης. Η επιτυχία των μέτρων θα κριθεί στο αν βελτιώνουν και τα τρία. Για το ΕΒΕΠ προτεραιότητα είναι η έγκαιρη παρακολούθηση του μικτού περιθωρίου, των ενεργειακών δαπανών, της ταχύτητας ανανέωσης αποθεμάτων και καθυστέρησης των πληρωμών. Αυτοί οι δείκτες αποκαλύπτουν την πίεση προτού αποτυπωθεί πλήρως στον ετήσιο ισολογισμό και επιτρέπουν στοχευμένες παρεμβάσεις σε κόστος και ρευστότητα. Tέλος, για τις ενεργειακές επιδοτήσεις ύψους 95 εκατ. ευρώ στη βιομηχανία, το ΕΒΕΠ θεωρεί πως το κρίσιμο είναι το εύρος των δικαιούχων. Η εξαγγελία αφορά τη βιομηχανία, αλλά δεν τεκμηριώνει οριζόντια επιδότηση για όλες τις επιχειρήσεις. Η πρώτη αξιολόγηση είναι ότι αποτελεί θετική παρέμβαση στο κόστος παραγωγής, αλλά η αποτελεσματικότητά της θα κριθεί από την πρόσβαση των μικρών μεταποιητικών επιχειρήσεων, την ταχύτητα καταβολής και το κατά πόσο η ελάφρυνση θα περιορίσει τις ανατιμήσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα».










