Καθώς οι καταστροφικές πυρκαγιές του φετινού καλοκαιριού διαδέχονται η μία την άλλη, αφήνοντας πίσω τους ακόμη και νεκρούς, οι τρόποι αντιμετώπισής τους απασχολούν περισσότερο από ποτέ. Γι’ αυτό και η συζήτηση για την αποτελεσματικότητα του μεγάλου προγράμματος AntiNERO που είχε υλοποιηθεί στη Δυτική Αττική, την οποία χτύπησε η πιο μεγάλη – από άποψη καμένης δασικής έκτασης – πυρκαγιά, συνεχίζεται.
«Με τους καθαρισμούς των δασών και τη μείωση της υπερβάλλουσας καύσιμης ύλης μειώνεται η πιθανότητα μετατροπής τυχόν περιστατικών σε μέγα πυρκαγιές με ανεξέλεγκτες διαστάσεις και επιπτώσεις» έλεγε τον Νοέμβριο του 2024, ο τότε υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Θεόδωρος Σκυλακάκης, στο πλαίσιο παρουσίασης για το πρόγραμμα AntiNERO. Η Μέγα Πυρκαγιά στη Δυτική Αττική φαίνεται πως κατέρριψε αυτό τον ισχυρισμό.
Ο επί σειρά ετών δασάρχης των Μεγάρων (συνταξιούχος σήμερα), Βασίλης Τσιγκρίκης, περιγράφει στο in μια ξέφρενη, ανεμπόδιστη φωτιά η οποία κάλυψε 30 χιλιόμετρα: «Πέρασε από τη Βοιωτία στο Προσήλι, στα Ασπρα Σπίτια, διέσχισε όλο το Πόρτο Γερμενό, έφτασε στο Σκλαβούνι και από εκεί στον Μύτικα. Έπειτα, κατηφόρισε προς την Ψάθα, ανέβηκε μετά στα Βαθυχώρια, έφτασε στον Κιθαιρώνα και από εκεί στη Βένιζα. Στο τέλος “έπεσε” στον Κάμπο. Εκεί ήταν και που έσβησε τελικά».
Οι προσδοκίες που καλλιεργήθηκαν τα πέντε τελευταία χρόνια για το AntiNERO δεν ήταν μικρές, γι’ αυτό και ο λόγος που βρίσκονται τα έργα ψηλά στη δημόσια συζήτηση δεν είναι τυχαία.
Μετά τις καταστροφικές πυρκαγιές του 2021, η κυβέρνηση επιχείρησε στροφή στην πρόληψη. Διέθεσε περισσότερα κονδύλια, με τα προγράμματα AntiNERO να έχουν φτάσει σήμερα τα 667 εκ. ευρώ. Στη Δυτική Αττική, η οποία επλήγη σφοδρά από τη μεγαλύτερη πυρκαγιά του φετινού καλοκαιριού, το κόστος των έργων έφτασε τα 20 εκ. ευρώ.
Παράλληλα, το υπουργείο υποσχέθηκε ενδυνάμωση των δασικών υπηρεσιών, στοιχείο που τονίζονταν και στο πόρισμα Goldamer. Οι άνθρωποι που στελεχώνουν τις δασικές υπηρεσίες και οι δασολόγοι λένε πως αυτό τελικά δεν συνέβη.
Τα έργα AntiNERO λειτούργησαν θετικά στη Δυτική Αττική, λέει το υπουργείο
Σε συνέντευξη τύπου την περασμένη εβδομάδα, ο Ευάγγελος Γκουντούφας, Γενικός Διευθυντής Δασών και Δασικού Περιβάλλοντος στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, υπερασπίστηκε τον ρόλο που έπαιξε το πρόγραμμα AntiNERO στη Μέγα Πυρκαγιά που κατέκαψε τη Δυτική Αττική – όπου οι καμένες εκτάσεις ξεπέρασαν τα 110.000 στρέμματα.
Όπως σημείωνε ο ίδιος για την έκταση που παραδόθηκε στις φλόγες: «Προσωπικά ο ίδιος έχω επισκεφτεί την περιοχή όλες αυτές τις μέρες. Έχω δει να έχουν καεί κάποια άτομα (σ.σ.: δέντρα), σε άλλα σημεία όμως η φωτιά έχει περάσει από κάτω και δεν τα έχει κάψει. Από άποψη υψηλού δάσους, περίπου τα 46.000 στρέμματα είναι αυτά που έχουν επηρεαστεί, δηλαδή περίπου το 40% συνολικά της καμένης έκτασης. Τα υπόλοιπα είναι άλλες μορφές».

O χάρτης του ΜΕΤΕΟ (έως τις 3 Αυγούστου) με τις καμένες εκτάσεις στη Δυτική Αττική είναι ενδεικτικός των μεγάλων απωλειών δασικού ιστού.
Ο κ. Γκουντούφας έδωσε παραδείγματα, παρουσιάζοντας εικόνες με τα σημεία όπου τα έργα AntiNERO στην περιοχή λειτούργησαν θετικά.
«Η φωτιά κατέβηκε από το βουνό, πίσω από το βουνό είναι η Θήβα, πέρασε ανατολικά και με τρομερή ένταση κατευθύνθηκε κατευθείαν βόρεια και έπληξε το Πόρτο Γερμενό» σημείωσε ο κ. Γκουντούφας για τη δριμύτητα της φωτιάς.
Ο κ. Γκουντούφας ανέφερε τις περιοχές που δεν επλήγησαν από την πυρκαγιά χάρις στην ύπαρξη των ζωνών AntiNERO: παραλία Ψάθας, οικισμός στο Ακρωτήρι Μήτικας, Αγία Παρασκευή, Άγιος Νεκτάριος.
Βίντεο του αντιδημάρχου Μεγάρων αποτυπώνει το μέγεθος της φωτιάς που πέρασε στη Δυτική Αττική από τη Βοιωτία. Δυνάμεις περιμένουν στις αντιπυρικές ζώνες, όμως, βλέποντας το μέγεθος της φωτιάς οπισθοχωρούν.
Πράγματι, στην περιοχή προς τον Άγιο Νεκτάριο αλλά και στον νοτιότερο τομέα της πυρκαγιάς, προς Ψάθα και Αλεποχώρι, τα έργα AntiNERO φαίνεται πως δημιούργησαν ευνοϊκότερες συνθήκες για την προσβολή και τον έλεγχο της πυρκαγιάς.
Δεν φαίνεται να συνέβη το ίδιο και στην «πρώτη γραμμή άμυνας» μετά το Πόρτο Γερμενό. Εκεί, σε πολλά σημεία η φωτιά διάσχισε τις ζώνες των έργων και συνέχισε την εξάπλωσή της.
«Το έργο απέτυχε σε πολλά σημεία στην περιοχή μας»
O Δημήτρης Βόρδος, αντιδήμαρχος Μεγάρων, παρών στο πεδίο από την πρώτη μέρα που η πυρκαγιά πέρασε από τη Βοιωτία στην Αττική, δηλώνει σκεπτικός για τον τρόπο που λειτούργησαν τα έργα στην περιοχή.
«Το πρώτο μεγάλο crash test του AntiNERO στην Ελλάδα, δεν είχε τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Εκ του αποτελέσματος, αυτό το έργο “κάηκε” τηρουμένων των συνθηκών που επικράτησαν. Στα περισσότερα σημεία, απέτυχε. Οι θεωρίες κρίνονται και ενίοτε ανατρέπονται στο πεδίο» λέει ο ίδιος μιλώντας στο in.
Ο ίδιος περιγράφει τι συνέβη τελικά εκείνες τις μέρες: «Είχαμε μεγάλες προσδοκίες από τις ζώνες AntiNERO. Να δούμε αν θα ανακόψουν την πυρκαγιά. Στα Βαθυχώρια είχαν γίνει ζώνες έως 30 μέτρα. Εκεί λοιπόν όπου θα μπορούσε να δουλευτεί η φωτιά, ήρθε η πυρκαγιά και επικρατούσαν άνεμοι 6 και 7 μποφόρ με πολύ δυνατές ριπές. Είχαν παραταχθεί οι πυροσβεστικές δυνάμεις της περιοχής στις ζώνες και την περιμέναμε. Είδαμε να έρχεται ένα “τέρας” από την τοποθεσία Σκλαβούνος (σ.σ.: στο όρος Πατέρα). Φύγαμε όλοι. Δεν μπορούσες να αφήσεις πυροσβέστες και άλλους ανθρώπους εκεί μέσα, με τέτοιο θερμικό φορτίο και ένταση. Θα καίγονταν ζωντανοί».
Η απουσία πυροσβεστών πάνω στις ζώνες όπου πρέπει να αναλαμβάνει μια ανθρώπινη ζώνη άμυνας την πυρκαγιά για να την δουλέψει, έκανε την φωτιά να περάσει ανεμπόδιστη πάνω από τις ζώνες σε πολλά σημεία όπου είχαν γίνει έργα AntiNERO.
«Εκεί που είχαμε ζώνες η φωτιά πέρασε από κάτω. Τα δέντρα δεν κάηκαν. Όμως η πυρκαγιά δεν σταμάτησε. Οι κηλιδώσεις ήταν τρομερές. Ακόμα και 200 μέτρων να ήταν η αντιπυρική ζώνη, πάλι θα την περνούσε η συγκεκριμένη φωτιά».
»Η φωτιά ελέγχθηκε όταν τελικά ξεκίνησαν να επιχειρούν τα εναέρια μέσα. Και σταμάτησε στον Κάμπο των Μεγάρων» εξηγεί ο κ. Βόρδος.
Ο κ. Βόρδος καταγράφει τη φωτιά να περνάει από τη Βοιωτία στο Πόρτο Γερμενό.
Πιο αποτελεσματικά τα έργα AntiNERO στις μικρές και μεσαίες πυρκαγιές
Κατά τον κ. Βόρδο, τα συγκεκριμένα έργα είναι αποτελεσματικά σε μικρές και μεσαίες φωτιές, όπου οι άνεμοι δεν ξεπερνούν σε ένταση τα 2- 3 μποφόρ.
Την ίδια άποψη ακούσαμε και από έμπειρο, εν ενεργεία ανώτερο στέλεχος της Πυροσβεστικής.
«Οι ζώνες ήταν αποτελεσματικές την τρίτη μέρα της πυρκαγιάς, για παράδειγμα στα Βίλια, όταν η φωτιά δεν προχώρησε προς το χωριό. Αλλά αυτό αφορά το 10 με 15% της έκτασης που κάηκε» σχολιάζει ο κ. Βόρδος.
Οι πυρκαγιές βέβαια δεν είναι πάντα οι ίδιες. Η Αντιγόνη Καραδόντα, Δασοπόνος (MSc), εργαζόμενη στο δασαρχείο Χαλκίδας, έχει να αναφέρει ένα αποδεδειγμένα αποτελεσματικό έργο AntiNERO σε πυρκαγιά που ξέσπασε στην Εύβοια. Πρόκειται βέβαια για ένα πολύ μικρότερο μέγεθος (έκαψε 24.000 στρέμματα) από αυτή στη Δυτική Αττική.
Όπως σημειώνει σε ποστ στον προσωπικό της λογαριασμό στο facebook:
«Η δική μας μελέτη στο Αφράτι Ευβοίας έδειξε ήδη ότι αυτό μπορεί να μετρηθεί: στην έκταση όπου είχε προηγηθεί διαχείριση της καύσιμης ύλης, η ανάλυση Sentinel-2 και dNBR κατέγραψε χαμηλότερη σφοδρότητα καύσης σε σχέση με γειτονικές μη διαχειρισμένες εκτάσεις. Και αυτό είναι, κατά τη γνώμη μου, το επόμενο μεγάλο βήμα για το Πρόγραμμα Προστασίας Δασών: όχι απλώς να εκτελούμε έργα πρόληψης, αλλά να μετράμε συστηματικά τι πέτυχαν».
Απουσιάζει το «πρώτο χτύπημα» σε μια πυρκαγιά
Για τους έμπειρους δασολόγους, είναι πολλοί οι λόγοι που οι ζώνες AntiNERO «απονευρώνονται» στις μεγάλες πυρκαγιές.
Ένας βασικός είναι πως πολλές φορές οι πυρκαγιές φτάνουν στις ζώνες έχοντας διανύσει μια μεγάλη πορεία, χωρίς η Πυροσβεστική να τις έχει αντιμετωπίσει μέσα στο δάσος.
«Όταν κατηφόριζε η πυρκαγιά προς τη Δυτική Αττική, στα σύνορα με τη Βοιωτία, δεν έγινε το λεγόμενο “πρώτο χτύπημα”, “η πρώτη πλήξη”, μια επίθεση προς τη φωτιά. Η Πυροσβεστική ταμπουρώθηκε σε σπίτια και οικισμούς. Εν τω μεταξύ η πυρκαγιά έγινε ένα θηρίο» περιγράφει ο πρώην έμπειρος δασάρχης Μεγάρων, κ. Τσιγκρίκης.
«Το αποτέλεσμα ήταν η φωτιά να κινηθεί ανενόχλητα και το μέτωπο να έχει μια διαρκή διαπλάτυνση» συμπληρώνει.
Αποτίμηση του αντιδημάρχου Μεγάρων πάνω σε ζώνη AntiNERO, μετά τη μεγάλη πυρκαγιά
Γιατί όμως δεν γίνεται αυτή η «πρώτη πλήξη» από τους πυροσβέστες;
Σύμφωνα με τον Γιώργο Καρέτσο, διακεκριμένο δασολόγο-ερευνητή και τέως διευθυντή ερευνών στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Δασικών Οικοσυστημάτων του ΕΛΓΟ «Δήμητρα», ο οποίος μίλησε στο in: «Οι πυροσβέστες δεν μπαίνουν πια στην καρδιά του δάσους. Η Πυροσβεστική είναι απληροφόρητη για το δασικό δίκτυο. Αυτό που έχουν στη διάθεση τους είναι κάποια σημεία εποπτείας μιας ευρύτερης περιοχής και κάνουν το λεγόμενο “καραούλι”. Δεν γνωρίζουν πως θα διαφύγουν σε περίπτωση πυρκαγιάς. Και αφού δεν γνωρίζουν τα δάση, δεν στέκονται και σε αυτές τις ζώνες».
Η κ. Καραδόντα, συμφωνεί: «Παρά την ύπαρξη αντιπυρικών ζωνών, αυτές δεν αξιοποιούνται επιχειρησιακά από την Πυροσβεστική λόγω της επιφυλακτικότητας των δυνάμεων ως προς την ασφαλή είσοδο και παραμονή τους σε αυτές».
Η εμπειρία από το Μάτι, η δίκη που ακολούθησε, οι κατηγορίες με τις οποίες βρίσκονται αντιμέτωπα στελέχη της Πυροσβεστικής όταν υπάρχουν νεκροί, σημαντικές απώλειες και καταστροφές, έχουν καλλιεργήσει φόβο στο Πυροσβεστικό Σώμα, με αποτέλεσμα, εκτός από την ομάδα των δασοκομάντος, που εκπαιδεύτηκαν για να επιχειρούν μέσα στα δάση και οι οποίοι όμως είναι μόλις 1.450 σε όλη τη χώρα, οι υπόλοιποι πυροσβέστες δύσκολα λαμβάνουν εντολές για να επιχειρήσουν μέσα στην καρδιά του δάσους.
Να σημειωθεί πάντως πως η νευραλγική συμβολή των δασοκομάντος (ομάδες ΕΜΟΔΕ) είναι κάτι που η Πυροσβεστική το γνωρίζει και το αξιολογεί θετικά.
«Πολλές φορές για να φτάσουμε στην καρδιά του δάσους περνάμε από πολύ δύσκολα στάδια. Έχουμε εκπαιδευτεί γι’ αυτό. Δυστυχώς, υπάρχουν φορές – και αυτό το είδαμε και στις τωρινές πυρκαγιές – που οι δασικοί δρόμοι δεν είναι καθαρισμένοι και αυτό δυσκολεύει τη διέλευση μας» λέει στο in ο πρόεδρος του Πανελλήνιου Σωματείου Συμβασιούχων Πυροσβεστών, Άκης Μπαρδάκης.
Αυτοψία στις αντιπυρικές ζώνες των Μεγάρων από τον αντιδήμαρχο της περιοχής.
Δεν αξιοποιούνται οι γνώσεις της δασικής υπηρεσίας
Κατά τον κ. Καρέτσο, όταν το γενικό πρόσταγμα της κατάσβεσης των δασικών πυρκαγιών το είχαν οι δασάρχες (σ.σ.: μέχρι το 1998 όταν και αυτή η αρμοδιότητα πέρασε στην Πυροσβεστική), τα αποτελέσματα ήταν πολύ καλύτερα γιατί: «ο δασάρχης γνώριζε το ανάγλυφο του κάθε δάσους, τα σημεία ανάσχεσης της φωτιάς, τους δασικούς δρόμους αλλά και τους δρόμους διαφυγής. Κατά τη διάρκεια του χειμώνα γίνονταν η συντήρηση των μονοπατιών, οι αραιώσεις, το μάζεμα των σκουπιδιών».
»Σήμερα η Πυροσβεστική στέκεται στα όρια των οικισμών και με αυτούς ασχολείται. Δεν υπάρχουν περιοχές ανάσχεσης. Γιατί άραγε εγκλωβίστηκαν και έχασαν τη ζωή τους οι πυροσβέστες στο Ρέθυμνο; Υπήρχε σχέδιο για εκείνη την περιοχή;» αναρωτιέται ο κ. Καρέτσος.
Ο ίδιος προσθέτει πως βασικά συμπεράσματα της έκθεσης Goldamer, όπως οι συναρμοδιότητες για τον αποτελεσματικό έλεγχο των πυρκαγιών, δεν υιοθετήθηκαν τελικά. «Η δασική υπηρεσία είναι εξοβελισμένη» σχολιάζει.
Η κ. Καραδόντα αναλύει τη θετική επίδραση των έργων AntiNERO σε πυρκαγιά που έκαψε 24.000 στρέμματα στην Εύβοια. Η ίδια τονίζει πως η αποτίμηση του AntiNERO απαιτεί ψυχραιμία και ανάλυση των δεδομένων.
O Κωστής Παπαντώνης, πρόεδρος των πυροσβεστών πενταετούς υποχρέωσης, ο οποίος γεννήθηκε και μεγάλωσε στα Μέγαρα, υπηρέτησε στη δασική υπηρεσία των Μεγάρων από το 1988 έως το 1998 ως πυροσβέστης της εν λόγω δασικής υπηρεσίας.
Κάποια στιγμή έγινε και δασοκομάντο (πάντα της δασικής υπηρεσίας). «Μας είχαν εκπαιδεύσει Καναδοί δασοκομάντος» θυμάται ο κ. Παπαντώνης. «Οι επικεφαλής δασάρχες δοκίμαζαν συχνά το αντιπύρ. Μπορούσαν να το ελέγξουν και να το δαμάσουν» σημειώνει ο κ. Παπαντώνης.
Για όσους δεν γνωρίζουν τον όρο, το αντιπύρ είναι μια εξειδικευμένη τεχνική δασοπυρόσβεσης κατά την οποία οι πυροσβέστες ανάβουν μια ελεγχόμενη φωτιά μπροστά από το κύριο μέτωπο της δασικής πυρκαγιάς. Στόχος είναι να καεί η καύσιμη ύλη προς την κατεύθυνση της μεγάλης φωτιάς, ώστε όταν τα δύο μέτωπα συναντηθούν, να σβήσουν λόγω έλλειψης καυσίμου.
Σημειώνεται πως το αντιπύρ, το οποίο θεσπίστηκε πρόσφατα στο νομοσχέδιο της «Ενεργής Μάχης» του υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας δεν δοκιμάστηκε, σύμφωνα με κάποιες πηγές που μίλησαν στο in, στη Μέγα Πυρκαγιά της Δυτικής Αττικής, παρότι η λήψη αυτής της απόφασης απασχόλησε έντονα την Πυροσβεστική όταν η φωτιά πέρασε από τη Βοιωτία στην Αττική.
Σύμφωνα με άλλες πληροφορίες, τη δεύτερη δύσκολη μέρα της πυρκαγιάς, δοκίμασαν να κάνουν χρήση αντιπύρ, το οποίο όμως προκάλεσε κηλιδώσεις, με αποτέλεσμα να διακόψουν τη διαδικασία.
«Σήμερα υπάρχει δισταγμός για το αντιπύρ από τους επικεφαλής στο πεδίο» σχολιάζει ο κ. Παπαντώνης.
Για τον κ. Παπαντώνη, το γεγονός πως σήμερα κανένας πυροσβέστης δεν κάθεται επί μακρόν στην ίδια περιοχή έχει οδηγήσει στο να μην γνωρίζουν οι πυροσβέστες τα δάση στα οποία επιχειρούν.
Την ίδια στιγμή, ερωτηματικά προκαλεί η επικοινωνία ανάμεσα σε Πυροσβεστική και Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Αποκάλυψη του αστυνομικού συντάκτη του Βήματος και των Νέων στις 8 Αυγούστου, έδειχνε πως εμπιστευτικό σχέδιο της Πυροσβεστικής για τη δασοπυρόσβεση στην περιοχή της Δυτικής Αττικής που κάηκε, ανέφερε πως δεν υπήρχε ούτε μία αντιπυρική ζώνη.
Λίγες ώρες αργότερα, η Πυροσβεστική εξέδωσε ανακοίνωση, σύμφωνα με την οποία οι χάρτες με τα έργα AntiNERO δεν συμπεριλήφθηκαν στο απόρρητο πόρισμα, εκ παραδρομής.
Όμως το ερώτημα παραμένει: πώς γνωρίζουν οι πυροσβέστες και οι επικεφαλής, οι οποίοι συντονίζουν τις φωτιές, πού ακριβώς βρίσκονται τα έργα AntiNERO και γενικότερα οι δασικοί δρόμοι και οι αντιπυρικές ζώνες μέσα σε ένα πυκνό δάσος, την ώρα της πυρκαγιάς;
Από την Πυροσβεστική μάς απάντησαν πως υπάλληλοι των δασικών υπηρεσιών του υπουργείου Περιβάλλοντος βρίσκονται στο ΕΣΚΕΔΙΚ (Ενιαίο Συντονιστικό Κέντρο Επιχειρήσεων και Διαχείρισης Κρίσεων) και παρέχουν τις απαραίτητες πληροφορίες στους επικεφαλής της Πυροσβεστικής.
Δασοκομάντος και Εποχικοί Πυροσβέστες πιστεύουν πως χρειάζονται ενίσχυση και πως η παρουσία τους τον χειμώνα στα δάση μπορεί να είναι αποτελεσματική στην προετοιμασία του δάσους για την αντιπυρική περίοδο. Όπως λένε, αν οι πυροσβέστες είναι αυτοί που έχουν καθαρίσει το δάσος, θα γνωρίζουν και πού να επιχειρούν την ώρα μιας πυρκαγιάς.
Πάντως, ο κ. Τσιγκρίκης θεωρεί πως απουσιάζει και κάτι άλλο πολύ σημαντικό στην κατάσβεση των δασικών πυρκαγιών.
«Θα ακουστεί περίεργο, αλλά η φωτιά δεν σβήνει μόνο με επαγγελματισμό. Σβήνει με ψυχή. Πρέπει να βάλεις την ψυχή. Την ψυχή τους έβαζαν οι κάτοικοι του δάσους όταν έμπαιναν στις φωτιές, και την ψυχή τους έβαζαν για το δάσος που αγαπούσαν οι δασικοί εποχικοί πυροσβέστες, οι οποίοι ήταν οι αγρότες, οι κτηνοτρόφοι, οι ρητινοσυλλέκτες και οι υπόλοιποι κάτοικοι μιας περιοχής».









