Με ιδιαίτερα εμφατικό τρόπο η κυβέρνηση Μερτς ανακοίνωσε ότι έχει στοιχεία ότι η αποτραπείσα επίθεση με drone σε ουκρανικό αεροσκάφος στις αρχές Αυγούστου έχει την υπογραφή της Ρωσίας, ενώ σε υποστήριξή της έσπευσαν και άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Η επιλογή της στιγμής, όμως, δείχνει ότι η ανακοίνωση δεν είχε να κάνει τόσο με τον χρόνο που χρειάστηκε η τεκμηρίωση, όσο με τις πολιτικές προκλήσεις με τις οποίες είναι αντιμέτωπη η Γερμανία.
Άλλωστε, με μία έννοια η Γερμανία ούτως ή άλλως είναι εμπλεκόμενη στον πόλεμο στην Ουκρανία με πολλαπλούς τρόπους. Έχει πρωτοστατήσει στην επιβολή ολοένα και μεγαλύτερων κυρώσεων στη Ρωσία, παρότι αυτό έχει κόστος οικονομικό για την ίδια και έχει συμβάλλει αποφασιστικά στην ενίσχυση της άμυνας της Ουκρανίας, σκοπεύοντας μάλιστα να αυξήσει το μέγεθος της στρατιωτικής βοήθειας το 2026 στα 11,5 δισεκατομμύρια ευρώ. Μια στρατιωτική βοήθεια που σε σημαντικό βαθμό έχει να κάνει με την τρέχουσα μορφή του πολέμου, που επικεντρώνεται στα πλήγματα σε μη στρατιωτικές υποδομές, καθώς η Ουκρανία θεωρεί ότι με αυτό τον τρόπο μεταφέρει τον πόλεμο κοντά στη ρωσική κοινωνία, ενώ η Ρωσία θεωρεί ότι με ανάλογες απαντήσεις υπογραμμίζει την ικανότητά της να καταστρέψει τις ουκρανικές υποδομές.
Όμως, το να θεωρήσουμε ότι οι μετατοπίσεις στη Γερμανική πολιτική αποτελούν απλώς και μόνο αντιδράσεις στο πώς εξελίσσονται οι πολεμικές επιχειρήσεις στην Ουκρανία, θα σήμαινε ότι δεν βλέπουμε τη συνολική εικόνα. Στην πραγματικότητα η ύπαρξη μιας ρωσικής «απειλής», ακόμη και εάν σε άμεσο επίπεδο ουδέποτε διατυπώθηκε κάποια τέτοια στρατηγική από τη ρωσική πλευρά, που έχει κάνει σαφές, κατ’ επανάληψη, ότι οι κινήσεις περιορίζονται εντός του ευρύτερου «ρωσικού χώρου», διευκολύνει το γερμανικό πολιτικό προσωπικό να βρει ένα νέο σημείο συσπείρωσης.
Ας μην ξεχνάμε ότι με μία έννοια η Γερμανία βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σημείο καμπής εδώ και καιρό. Η οικονομική στασιμότητα σε μια χώρα που διεκδίκησε να είναι η οικονομική ατμομηχανή της Ευρώπης, η κρίση του ευρωπαϊκού ονείρου, η αντιμετώπιση του κοινωνικού κράτους ολοένα και περισσότερο οικονομικού βάρους παρά επένδυσης, έρχεται να συναντήσει τη συνολικότερη κρίση της «Δύσης» στην εποχή του Τραμπ αλλά και την πραγματικότητα ενός κόσμου ταυτόχρονα πολυπολικού – αλλά και με μικρότερα περιθώρια για τη Γερμανία να κινηθεί πιο ευέλικτα – όλα αυτά συγκεφαλαιώνουν μια διάχυτη αίσθηση κρίσης που μεταφράζεται και σε κρίση του πολιτικού προσωπικού που βλέπει την ακροδεξιά ολοένα και περισσότερο να καλύπτει το κενό.
Σε αυτό το πλαίσιο, η «ρωσική απειλή» εξυπηρετεί διάφορες πολιτικές στοχεύσεις. Καταρχάς, επιτρέπει τη μεγαλύτερη κινητοποίηση γύρω από τον στόχο του ταχύτερου εξοπλισμού, άρα και της επένδυσης – μετά από πολλές δεκαετίες – σε μια Γερμανία που μπορεί να έχει και ισχυρή στρατιωτική παρουσία σε έναν κόσμο που αλλάζει. Έπειτα, νομιμοποιεί το κόστος αυτού του επανεξοπλισμού, που τόσο στη Γερμανία, όσο και συνολικά στην Ευρώπη, θα γίνει σε βάρος κοινωνικών δαπανών, σε μια Γερμανία που βλέπει τις υποδομές της να δείχνουν ολοένα και περισσότερο την ηλικία τους. Και βέβαια, υπάρχει η ελπίδα ότι εάν πειστεί η Γερμανική κοινωνία ότι όντως υπάρχει απειλή από τη Ρωσία, τότε θα υποχωρήσει η απήχηση της ακροδεξιάς Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD) που έχει κατεξοχήν επενδύσει στην αμφισβήτηση της τρέχουσας αντιρωσικής πολιτικής.
Βεβαίως, μέχρι τώρα αυτή η συζήτηση γίνεται στο έδαφος μιας απειλής η επίκληση της οποίας παραμένει αντιστρόφως ανάλογη της πραγματικής κλίμακάς της. Όμως, η Ρωσία από τη μεριά της έχει κάνει σαφές ότι από ένα σημείο και μετά η εμπλοκή ξένων δυνάμεων στον πόλεμο στην Ουκρανία μπορεί να οδηγήσει και στη διεύρυνσης της ίδιας της έννοιας των ρωσικών στόχων. Και τότε η Γερμανία μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπη με απειλές που δεν θα αφορούν απλώς τη ρητορική.









