Έναν νέο δρόμο για την προσέλκυση ξένων κεφαλαίων ανοίγει η Αργεντινή, συνδέοντας την απόκτηση της υπηκοότητας με σημαντικές επενδύσεις στη χώρα. Η κυβέρνηση του Χαβιέρ Μιλέι παρουσίασε στο Παρίσι το νέο Πρόγραμμα Ιθαγένειας μέσω Επένδυσης, το οποίο προβλέπει ότι αλλοδαποί θα μπορούν να υποβάλουν αίτηση για την απόκτηση αργεντίνικης υπηκοότητας επενδύοντας τουλάχιστον 350.000 δολάρια.
Το πρόγραμμα αναμένεται να αρχίσει να δέχεται αιτήσεις κατά το τέταρτο τρίμηνο του 2026 και προβλέπει δύο βασικές επιλογές. Η πρώτη είναι η πραγματοποίηση άμεσης, μη επιστρεπτέας συνεισφοράς 350.000 δολαρίων προς το Δημόσιο της Αργεντινής. Η δεύτερη αφορά την αγορά ειδικού κρατικού τίτλου αξίας 800.000 δολαρίων, οι λεπτομέρειες του οποίου αναμένεται να καθοριστούν.
Η κυβέρνηση εκτιμά ότι το πρόγραμμα θα μπορούσε να προσελκύσει περίπου 2,5 δισ. δολάρια μέσα στην επόμενη πενταετία, σε μια περίοδο κατά την οποία η Αργεντινή εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σημαντικές υποχρεώσεις εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους της. Μέχρι το 2027 οι λήξεις χρέους σε δολάρια υπολογίζονται περίπου στα 29 δισ. δολάρια.
Πόσο θα πληρώνει μια οικογένεια
Το πρόγραμμα δεν περιορίζεται στον βασικό επενδυτή, καθώς προβλέπει τη δυνατότητα ένταξης και μελών της οικογένειάς του. Ο ή η σύζυγος, καθώς και τα παιδιά ηλικίας από 18 έως 25 ετών, θα μπορούν να συμπεριληφθούν καταβάλλοντας επιπλέον 100.000 δολάρια ανά άτομο, υπό την προϋπόθεση ότι τα ενήλικα παιδιά είναι άγαμα και δεν έχουν δικά τους παιδιά.
Για κάθε παιδί ηλικίας κάτω των 18 ετών, το επιπλέον ποσό διαμορφώνεται στις 25.000 δολάρια. Έτσι, σύμφωνα με το παράδειγμα που παρουσίασε η κυβέρνηση, μια τετραμελής οικογένεια με δύο ανήλικα παιδιά θα μπορούσε να εισέλθει στη διαδικασία καταβάλλοντας συνολικά 500.000 δολάρια.
Τα χρήματα δεν εξασφαλίζουν αυτόματα την υπηκοότητα
Παρά τον χαρακτήρα του προγράμματος, η καταβολή του ποσού δεν σημαίνει ότι ο επενδυτής αποκτά αυτομάτως αργεντίνικη υπηκοότητα. Η οικονομική συμμετοχή αποτελεί προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας, αλλά κάθε υποψήφιος θα περνά από διοικητικό έλεγχο. Η Εθνική Διεύθυνση Μετανάστευσης θα έχει την τελική αρμοδιότητα να εγκρίνει ή να απορρίπτει κάθε αίτηση, αφού προηγουμένως λάβει την αξιολόγηση της αρμόδιας Υπηρεσίας Προγραμμάτων Ιθαγένειας μέσω Επένδυσης.
Μετά την ολοκλήρωση των προβλεπόμενων ελέγχων, οι αρμόδιες αρχές θα έχουν προθεσμία 30 ημερών για να αποφασίσουν εάν η αίτηση γίνεται δεκτή.
Το νομικό υπόβαθρο του νέου συστήματος δημιουργήθηκε το 2025. Με το Διάταγμα 366/2025, η κυβέρνηση Μιλέι τροποποίησε τη νομοθεσία περί ιθαγένειας, δημιουργώντας νέα διαδικασία πολιτογράφησης για αλλοδαπούς οι οποίοι μπορούν να αποδείξουν ότι έχουν πραγματοποιήσει «σημαντική επένδυση» στην Αργεντινή.
Το ιδιαίτερο στοιχείο είναι ότι η δυνατότητα αυτή δεν εξαρτάται από τον χρόνο προηγούμενης διαμονής στη χώρα. Παράλληλα δημιουργήθηκε ειδική υπηρεσία υπό το υπουργείο Οικονομίας για τον σχεδιασμό, τη διαχείριση και τον έλεγχο των συγκεκριμένων προγραμμάτων. Ακολούθησε το Διάταγμα 524/2025, το οποίο καθόρισε τη διαδικασία αξιολόγησης των ενδιαφερομένων.
Ένα μοντέλο γνωστό από την Καραϊβική
Με την εφαρμογή του προγράμματος, η Αργεντινή εισέρχεται σε μια σχετικά μικρή ομάδα χωρών που χρησιμοποιούν την πρόσβαση στην υπηκοότητα ως εργαλείο προσέλκυσης ξένων κεφαλαίων. Το μοντέλο είναι ιδιαίτερα διαδεδομένο στην Καραϊβική. Χώρες όπως η Αντίγκουα και Μπαρμπούντα, ο Άγιος Δομίνικος, η Γρενάδα, το Σεν Κιτς και Νέβις και η Αγία Λουκία διαθέτουν εδώ και χρόνια προγράμματα στα οποία η πολιτογράφηση μπορεί να συνδέεται με επενδύσεις ή μη επιστρεπτέες εισφορές σε κρατικά ταμεία.
Για την κυβέρνηση Μιλέι, πάντως, το πρόγραμμα έχει και σαφή οικονομική διάσταση. Σε μια χώρα που επί χρόνια δυσκολεύεται να αποκτήσει σταθερή πρόσβαση στις διεθνείς αγορές κεφαλαίων και χρειάζεται συνάλλαγμα για την εξυπηρέτηση του χρέους της, η δυνατότητα προσέλκυσης έως 2,5 δισ. δολαρίων αποτελεί μια ακόμη προσπάθεια εισροής ξένου χρήματος.
Η Αργεντινή επιχειρεί έτσι να μετατρέψει ακόμη και την υπηκοότητά της σε εργαλείο οικονομικής πολιτικής, προσφέροντας σε εύπορους ξένους μια νέα διαδρομή προς το αργεντίνικο διαβατήριο χωρίς, πάντως, η καταβολή των 350.000 δολαρίων να αποτελεί από μόνη της εγγύηση ότι τελικά θα το αποκτήσουν.









