Αρχική / Κόσμος / Ανάμεσα στους χάρτες και τις κάλπες: Η Ευρώπη μπροστά σε μια νέα ιστορική στροφή

Ανάμεσα στους χάρτες και τις κάλπες: Η Ευρώπη μπροστά σε μια νέα ιστορική στροφή


 Στο Συνέδριο της Ρωσικής Γεωγραφικής Εταιρείας το περασμένο φθινόπωρο, ο Ρώσος Πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν ζήτησε από την κυβέρνησή του να ανακηρύξει το 2027 «Έτος της Γεωγραφίας» στη Ρωσία. Η κύρια εκδήλωση, όπως εξήγησε, θα είναι η «ενοποίηση των… νέων χαρτών της Ρωσικής Ομοσπονδίας». 

Οι νέοι αυτοί χάρτες δεν αποτελούν απλώς μια γεωγραφική ή διοικητική αποτύπωση. Θα παρουσιάζουν τα προσαρτημένα ουκρανικά εδάφη ως αναπόσπαστο τμήμα της Ρωσικής Ομοσπονδίας, αποτυπώνοντας στον χάρτη τις εδαφικές διεκδικήσεις και την κατοχή ως δεδομένο. 

Την ίδια στιγμή, σε ολόκληρη την Ευρώπη και ιδιαίτερα στη Γερμανία, το 2027 θα είναι το «Έτος της Ιστορίας». 

Σύμφωνα με ένα άρθρο του πολιτικού επιστήμονα Ιβάν Κράστεβ στους Financial Times, η σύμπτωση αυτή αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία, καθώς η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια νέα άνοδο των εθνικιστικών και ακροδεξιών δυνάμεων και με μια σταδιακή αποδυνάμωση της ιστορικής μνήμης που για δεκαετίες διαμόρφωνε την ευρωπαϊκή πολιτική. 

Η επιστροφή της ακροδεξιάς και το τέλος του «ποτέ ξανά» 

Η εκλογική αναμέτρηση στη Σαξονία-Άνχαλτ την περασμένη Κυριακή προκάλεσε άνευ προηγουμένου ζημιά στο λεγόμενο «τείχος προστασίας», το πολιτικό ανάχωμα που είχε δημιουργηθεί στη Γερμανία για να κρατήσει την ακροδεξιά μακριά από την εξουσία και να αποτρέψει την επιστροφή των φρικαλεοτήτων του παρελθόντος. 

Η ενθουσιώδης συμμετοχή των ψηφοφόρων, που πλησίασε το 80%, έφερε αναπόφευκτα στο νου την πτώση του Τείχους του Βερολίνου πριν από τέσσερις δεκαετίες.  

Η Σαξονία-Άνχαλτ, βέβαια, δεν είναι ολόκληρη η Γερμανία. Με περίπου δύο εκατομμύρια κατοίκους, δεν αντιπροσωπεύει καν το σύνολο της παλιάς Ανατολικής Γερμανίας. Ωστόσο, το αποτέλεσμα επιτρέπει ένα ευρύτερο συμπέρασμα: τα διδάγματα του 20ού αιώνα φαίνεται να χάνουν σταδιακά τη δύναμή τους να διαμορφώνουν την ευρωπαϊκή πολιτική. 

Το πολιτικό σύνθημα «ποτέ ξανά» έχει, όπως φαίνεται, μια εγγενή διάρκεια ζωής. Τελικά εξασθενεί όταν η άμεση μνήμη του παρελθόντος χάνεται. Για τις νεότερες γενιές, τόσο ο κομμουνισμός όσο και ο φασισμός ανήκουν σε μια μακρινή ιστορική περίοδο, η οποία δεν καθορίζει πλέον με τον ίδιο τρόπο τις πολιτικές τους επιλογές. 

Η δημογραφική αγωνία πίσω από την ψήφο 

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι ηλικιωμένοι ψηφοφόροι — εκείνοι που έζησαν υπό το παλιό καθεστώς της Ανατολικής Γερμανίας — ήταν λιγότερο πιθανό να ψηφίσουν την AfD. Αυτό δείχνει ότι η άνοδος της ακροδεξιάς δεν εξηγείται μόνο από τη νοσταλγία για ένα αυταρχικό παρελθόν. 

Αυτό που πολλοί ψηφοφόροι της AfD θέλουν να αντιστρέψουν δεν είναι η κατάρρευση του παλιού καθεστώτος, αλλά μια άλλη εξέλιξη των τελευταίων δεκαετιών: από το 1989, ένας στους τέσσερις κατοίκους της περιοχής έχει φύγει. Η δημογραφική συρρίκνωση και η αίσθηση εγκατάλειψης έχουν δημιουργήσει την αγωνία ότι ο τόπος τους χάνεται. 

Κάπως έτσι διαμορφώνεται ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό παράδοξο. Οι φιλελεύθεροι φοβούνται ότι χάνουν τη δημοκρατία τους, ενώ οι εθνικιστές φοβούνται ότι χάνουν τον πολιτισμό τους. Και οι δύο πλευρές, από διαφορετική αφετηρία, αισθάνονται ότι απειλούνται. 

Δεν είναι τυχαίο ότι, αντιδρώντας στα αποτελέσματα της Σαξονίας-Άνχαλτ, ο Πολωνός πρωθυπουργός Ντόναλντ Τουσκ δήλωσε: «Στην Πολωνία μόνο οι ηλίθιοι και οι προδότες μπορούν να χαίρονται για τον θρίαμβο της AfD». 

Η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο φόβος της «μαζικής φυγής» 

Κι όμως, η εικόνα της Ευρώπης δεν είναι αποκλειστικά αυτή της ανόδου του ευρωσκεπτικισμού. Το 74% των Ευρωπαίων που συμμετείχαν στη δημοσκόπηση του Ευρωβαρόμετρου δήλωσαν ότι η χώρα τους ωφελείται από την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πρόκειται για το υψηλότερο επίπεδο υποστήριξης από το 1983. 

Παρά τη μεγάλη αυτή στήριξη, όμως, η ΕΕ κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπη όχι με μια λαϊκή εξέγερση, αλλά με κάτι που μοιάζει περισσότερο με μια «τράπεζα που κατακλύζεται από πελάτες». Όσο περισσότερο φοβάται κανείς ότι οι άλλοι χάνουν την εμπιστοσύνη τους στην Ένωση, τόσο περισσότερο μπαίνει στον πειρασμό να προστατευθεί και να αποσύρει ο ίδιος τη στήριξή του. 

Το κίνητρο είναι απλό: όλοι θέλουν να διασφαλίσουν ότι, αν τα πράγματα πάνε στραβά, θα πληρώσουν το χαμηλότερο δυνατό κόστος. 

Το κρίσιμο εκλογικό σταυροδρόμι του 2027 

Ο συνδυασμός του «Έτους της Γεωγραφίας» της Ρωσίας και του «Έτους της Ιστορίας» της Γερμανίας αποτελεί έναν εφιάλτη για την Ευρώπη. 

Η Ρωσία θα περάσει το 2027 τυπώνοντας χάρτες, ενώ η Ευρώπη θα το περάσει τυπώνοντας ψηφοδέλτια. 

Οι γαλλικές προεδρικές εκλογές και οι κοινοβουλευτικές εκλογές στην Ιταλία, την Ισπανία και την Πολωνία θα μπορούσαν να αλλάξουν σημαντικά τον πολιτικό χάρτη της ηπείρου. Οι σημερινές δημοσκοπήσεις υποδηλώνουν ότι κάθε μία από αυτές τις αναμετρήσεις θα μπορούσε να οδηγήσει σε κυβερνητικούς συνασπισμούς με έντονη δεξιά κατεύθυνση, στους οποίους θα συμμετέχουν κόμματα που παραδοσιακά θεωρούνται ευρωσκεπτικιστικά. 

Οι πολιτικές δυνάμεις που εμφανίζονται ως φαβορί προέρχονται από διαφορετικά ρεύματα και οι θέσεις τους απέναντι στην ΕΕ δεν είναι ίδιες. Ωστόσο, παραμένουν επικίνδυνα κατακερματισμένες. Η Τζιόρτζια Μελόνι στην Ιταλία, το Κόμμα Νόμου και Δικαιοσύνης στην Πολωνία και το Λαϊκό Κόμμα στην Ισπανία ενδέχεται να χρειαστεί να κυβερνήσουν με κόμματα που βρίσκονται ακόμη πιο δεξιά. 

Μια τέτοια εξέλιξη θα περιορίσει σημαντικά τα περιθώρια ελιγμών τους, καθώς οποιαδήποτε στροφή προς το κέντρο θα μπορούσε να αποδειχθεί πολιτικά επικίνδυνη. Παράλληλα, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ μπορεί να περιπλέξει ακόμη περισσότερο την κατάσταση, εφόσον επιλέξει να στηρίξει τα πιο ριζοσπαστικά στοιχεία της ευρωπαϊκής δεξιάς. 

Η ανάγκη για μια νέα ευρωπαϊκή συναίνεση

Η τύχη της ΕΕ δεν θα κριθεί μόνο από το αν τα παραδοσιακά κόμματα θα καταφέρουν να περιορίσουν την άνοδο της ακροδεξιάς. Το ερώτημα είναι αν μπορούν να διαμορφώσουν μια νέα πολιτική ισορροπία, σε μια Ευρώπη όπου οι κοινωνικές και πολιτικές διαφορές γίνονται ολοένα πιο έντονες.

Το δίλημμα για τα κόμματα του κύριου ρεύματος είναι σύνθετο. Από τη μία πλευρά, επιχειρούν να παρουσιάσουν τους αντιπάλους τους ως απειλή για την ευρωπαϊκή τάξη ή ως δυνάμεις που βρίσκονται κοντά στη Μόσχα ή την Ουάσιγκτον. Από την άλλη, χρειάζεται να πείσουν τους ψηφοφόρους ότι μια εκλογική ενίσχυση της δεξιάς δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη και διάλυση της ΕΕ.

Ίσως, επομένως, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο ποιος θα κερδίσει τις επόμενες εκλογές, αλλά ποια ζητήματα θα τεθούν στο επίκεντρο και ποια όρια θα θεωρηθούν αδιαπραγμάτευτα. Οι διαφωνίες για τη μετανάστευση ή την πράσινη μετάβαση μπορούν να αλλάξουν με μια νέα κυβέρνηση. Πολύ δυσκολότερα, όμως, αντιστρέφονται επιλογές που αφορούν τη θέση της Ευρώπης στον κόσμο και τα ίδια τα σύνορά της.

Οι εκλογές μετρούν, αλλά περισσότερο μετρούν οι επιλογές 

Φυσικά έχει σημασία ποιος θα κερδίσει τις γαλλικές προεδρικές εκλογές. Ακόμη μεγαλύτερη σημασία, όμως, έχει το ποια ζητήματα θα θέσει ως προτεραιότητα ο επόμενος Γάλλος πρόεδρος. 

Η ΕΕ μπορεί να συμβιβαστεί με έναν ηγέτη που επιθυμεί μια αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική ή που θέλει να επιβραδύνει την πράσινη μετάβαση. Μπορεί να διαχειριστεί πολιτικές διαφωνίες και διαφορετικές εθνικές προτεραιότητες. 

Αυτό που δεν μπορεί εύκολα να διαχειριστεί είναι έναν ηγέτη που τάσσεται ανοιχτά στο πλευρό της Μόσχας, στρέφεται εναντίον των Βρυξελλών ή υποβιβάζει την Ευρώπη σε παράρτημα της Αμερικής του Τραμπ. 

Το πρόβλημα δεν είναι ότι η μία πολιτική θέση είναι αξιοσέβαστη και η άλλη επαίσχυντη. Είναι ότι ορισμένες πολιτικές μπορούν να αλλάξουν από την επόμενη κυβέρνηση, ενώ ορισμένες άλλες έχουν συνέπειες που είναι πολύ δύσκολο να αντιστραφούν. 

Οι μεταναστευτικοί κανόνες μπορούν να αναδιατυπωθούν. Οι περιβαλλοντικές πολιτικές μπορούν να τροποποιηθούν. Οι κυβερνήσεις μπορούν να αλλάξουν πορεία. 

Οι χάρτες, όμως, επιζούν των πλειοψηφιών.

 



Source link