Υπάρχει ένα παράδοξο στην καρδιά της Miele που λίγες εταιρείες θα τολμούσαν να παραδεχτούν δημόσια: όσο πιο καλά φτιάχνεις ένα προϊόν, τόσο πιο δύσκολα πείθεις τον ιδιοκτήτη του να αγοράσει το επόμενο.
Ο Dr. Markus Miele, δισέγγονος του ιδρυτή Carl Miele και εκπρόσωπος της τέταρτης γενιάς στη διοίκηση του ομίλου, ζει με αυτό το παράδοξο κάθε μέρα. Η οικογενειακή επιχείρηση που ξεκίνησε το 1899 σε ένα εργαστήριο της Βεστφαλίας με 11 εργαζομένους έχει σήμερα κύκλο εργασιών 5,1 δισ. ευρώ, πάνω από 90 μετόχους και συσκευές σχεδιασμένες να αντέχουν 20 χρόνια. Το ερώτημα που κουβαλά ο ίδιος στους ώμους του δεν είναι πώς θα πουλήσει περισσότερο σήμερα, αλλά πώς θα κρατήσει την εταιρεία ανταγωνιστική και πιστή στη φιλοσοφία «Immer Besser» («Πάντα Καλύτερα») για πολλές ακόμα γενιές.
Στην αποκλειστική συζήτησή του με το Newsbeast, ο Markus Miele μίλησε για τη διαδοχή, την τεχνητή νοημοσύνη, τον πληθωρισμό και το γιατί μια εταιρεία 125 ετών εξακολουθεί να αποφεύγει τις ψηφοφορίες στο διοικητικό της συμβούλιο.
Η ιδιοκτησία που αντιστέκεται στον χρόνο
Η ιστορία της Miele ξεκίνησε με μια απλή κατανομή ρόλων: ο Carl Miele ανέλαβε την παραγωγή και την ανάπτυξη, ο Reinhard Zinkann τις πωλήσεις. Σήμερα, πάνω από 90 μέλη των δύο οικογενειών μοιράζονται την ιδιοκτησία, σχεδόν ισόποσα ανάμεσα στην τέταρτη και την πέμπτη γενιά.
Η διοίκηση παραμένει σαφώς δομημένη:
- Επίσημο σύστημα ψηφοφορίας που, όπως λέει ο ίδιος, δεν έχει χρειαστεί ποτέ να χρησιμοποιηθεί
- Έξι στελέχη στη διοικητική ομάδα, μέλη οικογενειών και εξωτερικοί μάνατζερ, με αρμοδιότητες σε τεχνολογία, παραγωγή, μάρκετινγκ, πωλήσεις και οικονομικά
- Οικογενειακό συμβούλιο τριών μελών από κάθε οικογένεια, που συνεδριάζει ανά τρίμηνο για στρατηγική και επενδύσεις
«Όταν παρουσιάζεται ένα έργο, θέλουμε όλοι να μπορούν να πουν “το υποστηρίζω”. Μπορεί να μην είναι όλοι ενθουσιασμένοι, αλλά πρέπει να πιστεύουν ότι μπορεί να λειτουργήσει», εξηγεί. Η συναίνεση αντί της αριθμητικής υπεροχής είναι, κατά τον ίδιο, ο λόγος που η Miele παραμένει οικογενειακή μετά από 125 χρόνια χωρίς εσωτερικές ρήξεις.

Ένας κληρονόμος που δεν διάλεξε αυτόματα τη θέση του
Ο Markus Miele δεν θεωρούσε δεδομένη τη θέση του στην κορυφή. Ο πατέρας του τον ενθάρρυνε να σπουδάσει ό,τι τον ενδιέφερε, όχι ό,τι υπαγόρευε το οικογενειακό όνομα. Επέλεξε βιομηχανική μηχανική, ολοκλήρωσε διδακτορικό στο St. Gallen και δούλεψε πρώτα στη Hella, άλλη μια γερμανική οικογενειακή επιχείρηση, πριν του ζητηθεί να ενταχθεί στη Miele. Η απάντησή του ήταν πρακτική, όχι συναισθηματική: «Κάντε μου μια πρόταση».
«Η πρόταση δεν πρέπει να ήταν τόσο κακή, αφού εξακολουθώ να βρίσκομαι εδώ», προσθέτει με χιούμορ.
Αυτή η λογική, της απόδειξης πριν από τον τίτλο, διέπει σήμερα και τη διαδοχή. Ο υποψήφιος διάδοχος δεν αρκεί να φέρει το επώνυμο. Kαλείται να παρουσιαστεί ενώπιον του οικογενειακού συμβουλίου και να αξιολογηθεί από ανεξάρτητη εταιρεία επιλογής στελεχών.
Όσο για τη δική του διαδοχή, τα δύο παιδιά του βρίσκονται σήμερα στο πανεπιστήμιο. Ο ίδιος είναι 57 ετών, σκοπεύει να παραμείνει στη θέση για μία ακόμα δεκαετία και εκτιμά ότι η οριστική απάντηση για τη διαδοχή θα δοθεί σε οκτώ με εννέα χρόνια. Όταν ανέλαβε εκείνος, ο κύκλος εργασιών ήταν 2,1 δισ. ευρώ. Σήμερα είναι 5,1 δισ. Η κλίμακα άλλαξε, και μαζί της -όπως λέει- οι απαιτήσεις από όποιον διαδεχθεί.

Το ερώτημα των 20 ετών
Η προηγούμενη γενιά αντιμετώπισε τη διεθνοποίηση των δεκαετιών του ’60 και του ’70. Η δική του γενιά αντιμετώπισε την ψηφιοποίηση. Το πρώτο iPhone κυκλοφόρησε το 2007 και καθόρισε δύο δεκαετίες τεχνολογικής και κοινωνικής εξέλιξης. Τι θα καθορίσει τις επόμενες δεκαετίες; Ο ίδιος δεν τολμά να προβλέψει.
Αυτό που θεωρεί αμετάβλητο, ωστόσο, είναι τέσσερα στοιχεία: μακροπρόθεσμη στρατηγική, ικανότητα επιλογής ανθρώπων, δημιουργία ισχυρών ομάδων και ανάθεση πραγματικής ευθύνης. Το τεστ που εφαρμόζει σε κάθε νέα επένδυση είναι αφοπλιστικά απλό: «Εάν βρισκόσασταν στη θέση μου, θα επενδύατε σε αυτό; Ναι ή όχι;».
Γεωπολιτική αβεβαιότητα, σταθερή πυξίδα
Το πρώτο τρίμηνο του 2026 κύλησε καλά για τον όμιλο, όμως ο Markus Miele δεν θέλει να πάρει τον ρόλο του μάντη. «Δεν έχω μια κρυστάλλινη σφαίρα για να πω τι θα συμβεί. Είναι πολύ δύσκολο να κάνεις προβλέψεις αυτή την περίοδο», λέει χαρακτηριστικά. Η διοίκηση παρακολουθεί τις εξελίξεις καθημερινά, αλλά η ματιά της παραμένει στραμμένη στη μακρά πορεία, όχι στο επόμενο τρίμηνο.
Οι πληθωριστικές πιέσεις, όπως εξηγεί, δεν περιορίζονται πια σε μία περιοχή: καύσιμα, μεταφορικό κόστος, μετακινήσεις τεχνικών, όλα ακριβαίνουν ταυτόχρονα. Η Miele έχει ήδη προχωρήσει σε αναπροσαρμογές τιμών και δεν αποκλείει νέες, ιδίως όσο το καθεστώς των δασμών αλλάζει με δικαστικές αποφάσεις και αναιρείται με πολιτικές.
Το ανεκμετάλλευτο μερίδιο αγοράς
Η παγκόσμια αγορά μεγάλων οικιακών συσκευών αποτιμάται στα 220 με 230 δισ. ευρώ. Από τα 5,1 δισ. ευρώ της Miele, τα 4 δισ. προέρχονται από οικιακές συσκευές και το 1 δισ. από το Miele Professional. Το μερίδιο, δηλαδή, παραμένει μικρό σε σχέση με το μέγεθος της πίτας, κάτι που ο ίδιος διαβάζει ως περιθώριο ανάπτυξης και όχι ως αδυναμία.
Στον επαγγελματικό τομέα, η εταιρεία επενδύει σε συστήματα αποστείρωσης χειρουργικών εργαλείων για νοσοκομεία και σε λύσεις για ξενοδοχεία και εστιατόρια, όπου η αδιάλειπτη λειτουργία ενός μηχανήματος συνδέεται άμεσα με το οικονομικό αποτέλεσμα του πελάτη. Εκεί, η τεχνική υποστήριξη δεν είναι υπηρεσία μετά την πώληση αλλά μέρος του ίδιου του προϊόντος.

«Δεν βάλαμε αυτοκόλλητο AI»
Η Miele ενσωμάτωσε τεχνητή νοημοσύνη σε προϊόν της το 2015, χρόνια πριν ο όρος γίνει μόδα. Ένα νευρωνικό δίκτυο κάτω από τις εστίες υπολόγιζε τη θερμοκρασία στο εσωτερικό της κατσαρόλας, χωρίς καμία διαφημιστική επικοινωνία γύρω από τη λέξη AI.
«Δεν βάλαμε ένα αυτοκόλλητο AI στην εστία, επειδή απλά θέλαμε να βοηθήσουμε τον χρήστη. Ελέγχαμε την ενέργεια που μεταφερόταν στην κατσαρόλα, αυτό ήταν το πραγματικό όφελος», λέει. Σήμερα η λογική συνεχίζεται με το Smart Food ID, όπου μια κάμερα στον φούρνο αναγνωρίζει, για παράδειγμα, αν έχει μπει φρέσκια ή κατεψυγμένη πίτσα και προσαρμόζει το πρόγραμμα ψησίματος.
Ο ίδιος περιγράφει τον ρόλο της AI σαν έναν έμπειρο φίλο «που κοιτάζει πάνω από τον ώμο σου» και προτείνει βελτιώσεις, χωρίς να αντικαθιστά την κρίση του χρήστη. Η ίδια λογική εφαρμόζεται και στην τεχνική υποστήριξη: αν ένα πλυντήριο πιάτων μπλοκάρει από ένα κουκούτσι κερασιού, η εταιρεία μπορεί πρώτα να στείλει βίντεο με οδηγίες αντί να προγραμματίσει αμέσως επίσκεψη τεχνικού. Λιγότερη ταλαιπωρία για τον πελάτη, λιγότερες περιττές μετακινήσεις για την εταιρεία.

Η φιλοσοφία «Immer Besser» δεν ήταν ποτέ ένα διαφημιστικό σύνθημα για τη Miele. Ήταν ο τρόπος με τον οποίο μια οικογενειακή επιχείρηση αποφάσισε να επιβιώσει σε τρεις αιώνες αλλαγών, από τη βουτυρομηχανή του 1899 μέχρι τα νευρωνικά δίκτυα του σήμερα. Το «πάντα καλύτερα» παραμένει μια υπόσχεση που η εταιρεία πρέπει να αποδεικνύει σε κάθε νέα γενιά.
Premium χωρίς συμβιβασμούς
Η Miele δεν κρύβει ότι δεν παίζει στο ίδιο γήπεδο με τη μαζική αγορά. «Γνωρίζουμε τον χώρο μας. Δεν πηγαίνουμε στη μαζική αγορά. Υπάρχουν άλλες εταιρείες πολύ καλύτερες σε αυτό», λέει ξεκάθαρα ο Markus Miele. Η διαφοροποίηση χτίζεται σε ποιότητα, σχεδιασμό και εύρος χαρτοφυλακίου, ενώ ο ίδιος θεωρεί τον σκληρό ανταγωνισμό στη Γερμανία λόγο ύπαρξης, όχι απειλή: «Εάν δεν είχαμε τόσο ισχυρό ανταγωνισμό, δεν θα βρισκόμασταν σήμερα εδώ».

Το παράδοξο της αντοχής
Επιστρέφουμε στο αρχικό παράδοξο. Πώς μεγαλώνεις μια εταιρεία της οποίας τα προϊόντα σχεδιάζονται να μη χαλάνε; Η απάντηση του Markus Miele είναι ότι η ανάπτυξη πρέπει να έρχεται από νέους πελάτες, όχι από πρόωρη αντικατάσταση συσκευών που λειτουργούν κανονικά. Μια νέα γενιά προϊόντων βγαίνει μόνο όταν υπάρχει πραγματικό τεχνολογικό άλμα, όπως όταν η αντλία θερμότητας στα στεγνωτήρια ρούχων μείωσε την κατανάλωση ενέργειας κατά 45% με 50%.
«Τότε έχει νόημα να αντικαταστήσεις τη συσκευή. Διαφορετικά, όχι. Από άποψη βιωσιμότητας, κράτησε τη συσκευή», τονίζει. Το στοίχημα είναι μακροπρόθεσμο: όταν ο πελάτης χρειαστεί ξανά συσκευή, ύστερα από 15 ή 20 χρόνια, να επιστρέψει στη Miele.
Και σε αυτό, όπως σημείωνει, η καλύτερη διαφήμιση παραμένει η πιο απλή: μια συζήτηση σε ένα μπάρμπεκιου, ανάμεσα σε φίλους, χωρίς κανένα κίνητρο πώλησης. «Αυτή είναι μια σύσταση που δεν πληρώνεται και είναι ιδιαίτερα πολύτιμη για εμάς».









