Τις δικές τους θέσεις, που αντικρούουν τις επίσημες ανακοινώσεις της Ελληνικής Αστυνομίας για τις συλλήψεις δύο 42χρονων -και, εσχάτως, της 46χρονης- σχετικά με την τραγωδία της Marfin το 2010 παρουσίασαν σε κοινή συνέντευξη Τύπου οι συνήγοροι υπεράσπισης.
«Τα στοιχεία τα νεότερα είναι ελάχιστα. Είναι μία επανεπεξεργασία παλιότερων στοιχείων»
Οι δικηγόροι έκαναν λόγο για σοβαρά κενά στη νέα δικογραφία, πλήρη καταπάτηση του τεκμηρίου αθωότητας και παντελή απουσία πραγματικής ταυτοποίησης των κατηγορουμένων, παραπέμποντας στην προηγούμενη δικαστική εξέλιξη της υπόθεσης που είχε καταλήξει σε αθώωση των τότε κατηγορουμένων.
«Επανεπεξεργασία παλιών στοιχείων και ταυτοποίηση αντικειμένων, όχι προσώπων»
Ο Θανάσης Καμπαγιάννης, συνήγορος υπεράσπισης ενός εκ των κατηγορουμένων, ξεκαθάρισε ότι η εικόνα που παρουσιάζεται απέχει πλήρως από την πραγματικότητα της δικογραφίας.
«Το σημερινό μας (σ.σ. χθες) μήνυμα είναι σε πλήρη αντίθεση με αυτό το οποίο δείχνουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και διαρρέει η Ελληνική Αστυνομία. […] Τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι», υπογράμμισε.
Όπως εξήγησε, η αστυνομία επιχειρεί να εμφανίσει την υπόθεση ως πλήρως εξιχνιασμένη, ωστόσο «τα άτομα τα οποία έχουν συλληφθεί και κατηγορούνται δεν ταυτοποιούνται σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία και την έκθεση της ΔΑΟΕ».
Ο κ. Καμπαγιάννης τόνισε με έμφαση πως «η ταυτοποίηση δεν έχει να κάνει ούτε με φυσικά χαρακτηριστικά ούτε καν με σωματότυπους. Έχει να κάνει με κινητά αντικείμενα», γεγονός που, κατά την υπεράσπιση, καθιστά την κατηγορία έκθετη στην αποδεικτική διαδικασία.
Παράλληλα, διευκρίνισε ότι «τα στοιχεία τα νεότερα είναι ελάχιστα. Είναι μία επανεπεξεργασία παλιότερων στοιχείων» και υλικού που βρισκόταν ήδη στα χέρια των αρχών εδώ και πάρα πολλά χρόνια.
Βίντεο από το Orange Press:
«Έναυσμα ένα ανώνυμο email»
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η δικηγόρος Άννυ Παπαρρούσου, καταγγέλλοντας ότι «υπάρχει πλήρης καταπάτηση του τεκμηρίου αθωότητας των κατηγορουμένων», καθώς παρουσιάζονται προκαταβολικά ως ένοχοι στα δελτία ειδήσεων.
Η κ. Παπαρρούσου αποκάλυψε ότι η αφετηρία της νέας αυτής δίωξης βασίζεται σε εξαιρετικά αμφίβολης ποιότητας στοιχεία:
«Το πιο σημαντικό είναι ότι έναυσμα για τη δημιουργία της δικογραφίας αυτής με τις βαρύτατες κατηγορίες είναι ένα ανώνυμο mail που εστάλη από έναν άνθρωπο αταυτοποίητο και αυτό που συνέβη στη συνέχεια στην εξέλιξη είναι ότι κανένας από τις αρχές δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος. Και αυτό το σφάλμα το δικονομικό στιγματίζει όλη την πορεία αυτής της δικογραφίας».
Η ίδια συμπλήρωσε πως η έναρξη μιας ποινικής διαδικασίας με βάση μια ανώνυμη πληροφορία, χωρίς αυτή να ελεγχθεί ή να εντοπιστεί ο μάρτυρας για να καταθέσει, δημιουργεί μια «αντινομία που προσδιορίζει και την ποιότητα του δικογραφικού υλικού», το οποίο είναι γεμάτο προβλήματα, σφάλματα και ατέλειες.
Μνήμες από την «υπόθεση φιάσκο» του 2011
Στη συνέντευξη Τύπου, τοποθετήθηκε και ο Δημήτρης Κατσαρής, ο οποίος είχε διατελέσει συνήγορος υπεράσπισης στην πρώτη δίκη της Marfin το 2011 -που είχε καταλήξει στην ομόφωνη αθώωση των τότε κατηγορουμένων.
«Δυστυχώς κατά τραγικό τρόπο υπάρχουν πάρα πολλές ομοιότητες», ανέφερε ο κ. Κατσαρής, παραβάλλοντας τις δύο υποθέσεις. «Εκείνη η υπόθεση είχε ξεκινήσει με ένα ανώνυμο σημείωμα και σήμερα έχουμε ένα ανώνυμο email», κάτι που, όπως είπε, υποδεικνύει «ένα κοινό κέντρο που σκέφτηκε αυτή την προσέγγιση και αυτή τη μεθόδευση».
Ο κ. Κατσαρής κατηγόρησε τις αρχές για επικοινωνιακή διαχείριση και συγκεκριμένη μεθοδολογία (modus operandi) όσον αφορά τον χρόνο των συλλήψεων:
«Ξεκινάνε τις υποθέσεις Παρασκευή για να μην υπάρχει αντίλογος μέχρι τη Δευτέρα, γιατί την Παρασκευή έχουν κλείσει συνήθως οι στήλες των εφημερίδων και έτσι η μόνη πληροφόρηση έρχεται και διαρρέεται από τα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης και αυτά που λέει η αστυνομία».
Υπενθύμισε, μάλιστα, ότι και το 2011 οι διαρροές έκαναν λόγο για «100% αναγνωρίσεις» και «δεμένη υπόθεση», όμως όταν ο τότε ανακριτής ζήτησε επίσημη αντιπαραβολή των στοιχείων του κατηγορουμένου με το οπτικό υλικό, η απάντηση της αστυνομίας ήρθε μέσα σε μόλις 6 ώρες, παραδεχόμενη ότι δεν ήταν δυνατή η σύγκριση «λόγω χαμηλής ποιότητας του δακτυλοληπτικού υλικού».
Βίντεο από το Orange Press:
Τι λέει η ΕΛ.ΑΣ για την υπόθεση
Υπενθυμίζεται ότι στην ανακοίνωσή της, η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος (Δ.Α.Ο.Ε.) της ΕΛ.ΑΣ. κάνει λόγο για νέα στοιχεία που οδήγησαν στις συλλήψεις.
Σύμφωνα με την αστυνομία, η δικογραφία ανασύρθηκε από το αρχείο χάρη σε πληροφοριακά στοιχεία και εξειδικευμένες εργαστηριακές εξετάσεις της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών. Η ΕΛ.ΑΣ. υποστηρίζει ότι με τη χρήση προηγμένων αλγορίθμων βελτιώθηκε η ευκρίνεια του παλαιού οπτικού υλικού από το κλειστό κύκλωμα της τράπεζας, οδηγώντας σε «τεκμηριωμένη συσχέτιση μορφολογικών και λοιπών χαρακτηριστικών των κατηγορούμενων» καθώς και «μοναδικοποίηση προσωπικών αντικειμένων, βάσει εξατομικευμένων χαρακτηριστικών τους» σε συνδυασμό με το αποδεικτικό υλικό.









