Αρχική / Πολιτική / Η κυβέρνηση της ανισότητας νομοθετεί υπέρ των εταιρειών διαχείρισης, funds και σε βάρος των υπερχρεωμένων δανειοληπτών

Η κυβέρνηση της ανισότητας νομοθετεί υπέρ των εταιρειών διαχείρισης, funds και σε βάρος των υπερχρεωμένων δανειοληπτών


Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 3869/2010 (Ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων) η δυνατότητα ρύθμισης για το φυσικό πρόσωπο των χρεών του, με απαλλαγή από αυτά, βρίσκει τη νομιμοποίησή της ευθέως στο ίδιο το κοινωνικό κράτος δικαίου που επιτάσσει να μην εγκαταλειφθεί ο πολίτης σε μια, χωρίς διέξοδο και προοπτική, κατάσταση από την οποία άλλωστε και οι πιστωτές δεν μπορούν να αντλήσουν κέρδος.

Μια τέτοια απαλλαγή χρεών δεν παύει, όμως, να εξυπηρετεί ευρύτερα και το γενικό συμφέρον, καθώς οι πολίτες με την προβλεπόμενη από το νόμο ρύθμιση και απαλλαγή από τα χρέη τους επανακτούν ουσιαστικά, μέσω των εν λόγω διαδικασιών, την αγοραστική τους δύναμη, προάγοντας την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα, καθώς και την επανένταξή τους στο κοινωνικό σύνολο (άρθρ. 2 παρ. 1, 21 παρ. 1 και 25 παρ. 1α του Συντάγματος).

Στόχος των εν λόγω διατάξεων είναι η επανένταξη του υπερχρεωμένου πολίτη στην οικονομική και κοινωνική ζωή µε την επανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας που συνεπάγεται η εξάλειψη των χρεών που αδυνατεί να αποπληρώσει.

Ειδικότερα, στις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 3869/2010 ανήκει, μεταξύ άλλων, το άρθρ. 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, που ρυθμίζει τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις εξαίρεσης από την εκποίηση βεβαρημένου ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακινήτου. Η εξαίρεση της κύριας κατοικίας του οφειλέτη από τη ρευστοποίηση εκπορεύεται και από την ανάγκη προστασίας της κύριας κατοικίας από τη ρευστοποίηση, που αποτελεί συνταγματικά προστατευμένο κοινωνικό αγαθό, κατ` άρθρο 21 του Συντάγματος.

Η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου σε πιλοτική δίκη αναφορικά με τον τρόπο υπολογισμού του επιτοκίου, με την υπ΄αριθμ. 6/2026 απόφασή του δέχθηκε κατά πλειοψηφία ότι, κατά την τελολογική ερμηνεία του άρθρ. 9 παρ. 2 του ν. 3869/2010, ο υπολογισμός του επιτοκίου πρέπει να γίνει επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του κεφαλαίου της οφειλής, διότι κατ` αυτόν τον τρόπο εναρμονίζεται με τον παραπάνω πρωταρχικό σκοπό του ν. 3869/2010.

Παρά το γεγονός όμως ότι η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου έκρινε με απόλυτη σαφήνεια ότι το επιτόκιο υπολογίζεται επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του κεφαλαίου της οφειλής και συνεπώς καμία αμφιβολία δεν προκύπτει ως προς το χρονικό διάστημα του συγκεκριμένου υπολογισμού ο οποίος περιορίζεται στο χρόνο εξόφλησης της κάθε δόσης, εν τούτοις έκπληξη και προβληματισμό προκάλεσαν δηλώσεις των εταιρειών διαχείρισης, των κυβερνητικών αξιωματούχων ακόμα και του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδας Γιάννη Στουρνάρα ότι η απόφαση μελετάται γιατί έχει κενά και ασαφή σημεία ως προς τον υπολογισμό των τόκων, την αναδρομικότητα ή μη, ή τις συνέπειες που παράγει για το σύνολο των δανειοληπτών.

Έφθασαν δε στο σημείο να διατυπώνουν την θέση ότι θα αποτανθούν και πάλι στον Άρειο Πάγο προκειμένου να ερμηνεύσει ο Άρειος Πάγος την απόφασή του. Οι δηλώσεις αυτές κυρίως των κυβερνητικών αξιωματούχων και του Διοικητική της Τράπεζας της Ελλάδας, που επιχείρησαν να προκαλέσουν εντυπώσεις, να απομακρυνθούν από το περιεχόμενο της απόφασης και να θέσουν «εν αμφιβόλω» την κρίση του ανωτάτου δικαστηρίου και μάλιστα σε ολομέλεια, συνιστούν όχι μόνο έλλειψη σεβασμού στις αποφάσεις της δικαιοσύνης αλλά ευθεία και ανεπίτρεπτη παρέμβαση στο έργο της δικαιοσύνης.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη αντιλαμβανόμενη στη συνέχεια ότι η εφαρμογή της απόφασης και μάλιστα μετά από πιλοτική δίκη ήταν μονόδρομος επιχείρησε όχι μόνο να ανατρέψει το σε βάρος της κλίμα, αλλά να εμφανιστεί και ως συμπαραστάτης των υπερχρεωμένων δανειοληπτών λησμονώντας προκλητικά ότι όταν εκατοντάδες δανειολήπτες, που για χρόνια βρέθηκαν αντιμέτωποι με το βάρος της κρίσης και του ιδιωτικού χρέους, προσέφευγαν επί σειρά ετών στην Δικαιοσύνη για τον προσδιορισμό των τόκων, η κυβέρνηση εκκωφαντικά σιωπούσε.

Έτσι με το άρθρο 126 του Ν. 5313/25-6-2026 «Μέτρα αντιμετώπισης της ενεργειακής κρίσης κλπ» όρισε ότι ο τόκος υπολογίζεται μόνο επί της μηνιαίας δόσης και ότι για όσους έχουν ενεργή ρύθμιση και είναι συνεπείς στις πληρωμές τους τα ποσά που κατέβαλαν επιπλέον αναγνωρίζονται αναδρομικά, αφαιρούνται από τις τελευταίες δόσεις απομειώνοντας τον συνολικό αριθμό των δόσεων του δανείου που απομένουν. Όμως η νομοθετική αυτή παρέμβαση δεν ήταν απαραίτητη αφού η απόφαση της ολομελείας του Αρείου Πάγου είναι σαφέστατη, ξεκάθαρη έχει αναδρομικότητα και αφορά όλους τους δανειολήπτες του ν. Κατσέλη.

Αντίθετα η νομοθετική αυτή παρέμβαση έγινε για να εξυπηρετήσει συμφέροντα, τραπεζών, εταιρειών διαχείρισης, funds αφού οι δανειολήπτες που οφελούνται σύμφωνα με την νομοθετική αυτή ρύθμιση είναι μόνο αυτοί που έχουν ενεργή ρύθμιση και είναι συνεπείς στις πληρωμές τους, ενώ η ρύθμιση δεν καταλαμβάνει αυτούς που εξόφλησαν ήδη την οφειλή και διέσωσαν την κύρια κατοικίας τους ως και όσους εξέπεσαν από την ρύθμιση εξαιτίας μη καταβολής κάποιων δόσεων.

Ήτοι με την μέθοδο της νομοθετικής παρέμβασης η κυβέρνηση επιχειρεί να περιορίσει τους ωφελούμενους δανειολήπτες μόνο σε όσους έχουν ενεργή ρύθμιση, μειώνοντας με τον τρόπο αυτό το εύρος προστασίας της 6/2026 απόφασης της ολομελείας του Αρείου Πάγου που αναφέρεται καθολικά σε δανειολήπτες του ν. Κατσέλη.

* Μαρία Λεπενιώτη, τομεάρχης Δικαιοσύνης ΕΛ.Α.Σ



Source link