Άνθρωποι που βιώνουν το φαινόμενο “Food Noise” ζουν με μια αδιάκοπη ροή σκέψεων γύρω από το φαγητό, τις θερμίδες και τα τρόφιμα που έχουν στο σπίτι.
Σκέφτονται συνεχώς το επόμενο γεύμα, λαχταρούν τα σνακ που βρίσκονται στα ντουλάπια τους και επηρεάζονται εύκολα από διαφημίσεις, βιτρίνες καταστημάτων ή αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Αυτή η διαρκής “εσωτερική φασαρία” καταναλώνει σημαντική ψυχική ενέργεια και μπορεί να μειώσει τη συγκέντρωση.
Αυτό επισημαίνουν ο καθηγητής Βιολογικής Ψυχολογίας Γκράχαμ Φίνλεϊσον και η αναπληρώτρια καθηγήτρια Ψυχολογίας και φυσιολόγος της άσκησης Κάθριν Γκίμπονς από το Πανεπιστήμιο του Λιντς, σε άρθρο τους στην επιστημονική πλατφόρμα The Conversation.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, το “Food Noise” αποτελεί το αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης πολλών παραγόντων, όπως η πείνα, ο κορεσμός, οι λιγούρες, το αίσθημα ανταμοιβής από το φαγητό, η συναισθηματική υπερφαγία και η ευαισθησία στα ερεθίσματα που σχετίζονται με την τροφή.
Οι αιτίες και η ένταση του φαινομένου διαφέρουν από άτομο σε άτομο. Για ορισμένους, εκδηλώνεται όταν παραλείπουν γεύματα, ενώ για άλλους πυροδοτείται από το άγχος, την κόπωση ή τον φόβο απώλειας του ελέγχου απέναντι στο φαγητό.
Το πρόβλημα γίνεται ουσιαστικό όταν αυτές οι σκέψεις κυριαρχούν στην καθημερινότητα και επηρεάζουν τη συγκέντρωση, τη διάθεση ή τη διατροφική συμπεριφορά.
Το φαινόμενο εμφανίζεται συχνότερα σε άτομα με υπέρβαρο ή παχυσαρκία. Παράλληλα, τα φάρμακα που βασίζονται στους αγωνιστές του υποδοχέα GLP-1, όπως η τιρζεπατίδη και η σεμαγλουτίδη, φαίνεται ότι μπορούν να μειώσουν αισθητά το “Food Noise”.
Πολλοί ασθενείς αναφέρουν ότι κατά τη διάρκεια της θεραπείας οι επίμονες σκέψεις γύρω από το φαγητό υποχωρούν και καταλαμβάνουν πολύ λιγότερο χώρο στην καθημερινότητά τους.
Μετά τη διακοπή της φαρμακευτικής αγωγής, οι σκέψεις αυτές συχνά επανεμφανίζονται, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι υπάρχει πρόβλημα. Όπως επισημαίνουν οι ειδικοί, το σημαντικό είναι το άτομο να αισθάνεται ότι μπορεί να διαχειρίζεται την όρεξή του και να απολαμβάνει το φαγητό χωρίς αυτό να κυριαρχεί στη ζωή του.
Ένα φυσιολογικό επίπεδο πείνας, προσμονής και απόλαυσης αποτελεί μέρος της φυσιολογικής λειτουργίας του οργανισμού. Η πείνα είναι ένα φυσικό βιολογικό σήμα και όχι ένδειξη δυσλειτουργίας.
Οι ειδικοί υπογραμμίζουν επίσης τη σημασία της διάκρισης ανάμεσα στην πραγματική πείνα και τη λιγούρα. Η σωματική πείνα εμφανίζεται σταδιακά, ενώ η έντονη επιθυμία για φαγητό εκδηλώνεται ξαφνικά και συνήθως αφορά ένα συγκεκριμένο τρόφιμο. Επιπλέον, ερεθίσματα όπως τα γλυκά ή τα σνακ που βρίσκονται σε κοινή θέα, καθώς και το άγχος, μπορούν να ενισχύσουν το “Food Noise”.
Για τον λόγο αυτό συνιστάται η αποθήκευση δελεαστικών τροφίμων εκτός οπτικού πεδίου, ο προγραμματισμός των γευμάτων πριν από τα ψώνια και η αποφυγή της υπερβολικής αποθήκευσης τροφίμων στο σπίτι.
Όταν οι επίμονες σκέψεις για το φαγητό συνδέονται με το στρες, την αγωνία, την κόπωση, τη μοναξιά ή την ανάγκη για παρηγοριά, είναι πιθανό ότι ο οργανισμός δεν ζητά πραγματικά τροφή.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, ένα διάλειμμα, ένας σύντομος περίπατος ή λίγη σωματική άσκηση μπορεί να αποδειχθούν πιο αποτελεσματικά από το φαγητό, συμβάλλοντας στη βελτίωση της διάθεσης και στον περιορισμό των επίμονων σκέψεων.
Εάν όμως το “Food Noise” προκαλεί έντονη ψυχική επιβάρυνση ή συνοδεύεται από απώλεια ελέγχου στη διατροφική συμπεριφορά, οι ειδικοί συνιστούν την αναζήτηση επαγγελματικής ψυχολογικής ή ιατρικής υποστήριξης,
Προσθέστε το iatronet.gr στο Discover
Ειδήσεις υγείας σήμερα
Ψυχικό τραύμα: Αυτό που μας βαραίνει δεν ξεκίνησε πάντα από εμάς
Βελτιωμένο εργαλείο του ECDC για την παρακολούθηση του κινδύνου λοιμώξεων στα παράκτια ύδατα- Ο κίνδυνος από το βακτήριο Vibrio
Θεαγένειο: Προσωρινή λύση στο θέμα της έλλειψης υλικών κολοστομίας









