Στο πρώτο μέρος του αφιερώματος που παρουσιάζει το Newsbeast για ένα από τα πιο πολυσυζητημένα σκάνδαλα της Μεταπολίτευσης, είδαμε πώς ο Γιώργος Κοσκωτάς που προσελήφθη στην Τράπεζα Κρήτης με πλαστό βιογραφικό, κατάφερε μέσα σε λίγα χρόνια να αποκτήσει τον έλεγχο του ίδιου του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος στο οποίο εργαζόταν. Στο δεύτερο μέρος παρακολουθήσαμε την προσπάθεια του επιχειρηματία να μετατρέψει την τραπεζική ισχύ σε δημόσια επιρροή: αγόρασε ιστορικούς τίτλους εφημερίδων, εξέδωσε νέα έντυπα, απέκτησε το πλειοψηφικό πακέτο της ΠΑΕ Ολυμπιακός και πραγματοποίησε μεταγραφές με ποσά ασύλληπτα για την εποχή. Μαζί με τη λάμψη και την ισχύ, όμως, πλήθαιναν και τα ερωτήματα για την προέλευση των χρημάτων που χρηματοδοτούσαν αυτή την εκρηκτική άνοδο.
Στο τρίτο μέρος σήμερα, για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι νεότεροι, θα δώσουμε βαρύτητα στο πολιτικό πλαίσιο, καθώς από τη στιγμή που αποκαλύφθηκε η τεράστια οικονομική «τρύπα» στην Τράπεζα Κρήτης και ο Κοσκωτάς συνελήφθη στις Ηνωμένες Πολιτείες, η υπόθεση έπαψε να αποτελεί μονάχα τραπεζικό σκάνδαλο. Έγινε κρίση εξουσίας. Και μάλιστα μία από τις μεγαλύτερες που έζησε η χώρα. Η Ελλάδα του 1988 και του 1989 παρακολουθούσε την αποσύνθεση ενός ολόκληρου συστήματος σχέσεων, όπου συναντιούνταν το τραπεζικό χρήμα, τα μέσα ενημέρωσης, το ποδόσφαιρο, οι πολιτικές επαφές και τα μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα.
Στο επίκεντρο βρέθηκε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, ο ίδιος ο πρωθυπουργός, Ανδρέας Παπανδρέου, κορυφαίοι υπουργοί και το κρίσιμο ερώτημα του εάν ο Κοσκωτάς κινήθηκε μόνος του ή είχε πλήρη πολιτική κάλυψη. Αυτό ακριβώς το ερώτημα ήταν που θα δηλητηρίαζε τη δημόσια ζωή της χώρας. Για τη μία πλευρά, η περίοδος εκείνη αποτέλεσε την ευκαιρία για «κάθαρση». Για την άλλη, ήταν το «Βρόμικο ’89», δηλαδή μια πολιτική επιχείρηση εξόντωσης του Ανδρέα Παπανδρέου και του ΠΑΣΟΚ. Ίδια η υπόθεση, διαφορετικές οι αφηγήσεις. Κι ανάμεσά τους, μια χώρα διχασμένη και χωρισμένη σε «μπλε» και «πράσινα» καφενεία, όπου στα μεν δεν πατούσαν οι υποστηρικτές του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος και στα δε οι οπαδοί της Νέας Δημοκρατίας του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Η πόλωση σε όλο της το μεγαλείο.
Ο Κοσκωτάς αρχίζει να μιλά πίσω από τα κάγκελα της φυλακής

Μετά τη φυγή του από την Ελλάδα και τη σύλληψή του στις ΗΠΑ, ο Κοσκωτάς δεν μένει σιωπηλός. Αντιθέτως, αρχίζει να μιλά. Και όσα λέει αλλάζουν το επίπεδο της σύγκρουσης. Από τις φυλακές του Σάλεμ, στη Μασαχουσέτη, ο άλλοτε πανίσχυρος τραπεζίτης και εκδότης προσπαθεί να παρουσιάσει τον εαυτό του ως το πρόσωπο που γνώριζε πολλά και που εάν μιλούσε θα «έκαιγε» πολλούς. Υποστηρίζει πως αποφάσισε να μιλήσει, γιατί φοβόταν πως μόλις εκδοθεί στην Ελλάδα θα δολοφονηθεί, οπότε θα ήθελε να είναι γνωστή και η δική του εκδοχή για όσα είχαν συμβεί. Μάλιστα δηλώνει πως έφυγε από τη χώρα μας, γιατί ένας φίλος του στην ΕΥΠ τον είχε προειδοποιήσει ότι θα τον σκότωναν το ίδιο κιόλας βράδυ. Παράλληλα τόνισε πως το χειρότερο σενάριο για εκείνον θα ήταν να παραδοθεί στις ελληνικές αρχές όσο ο Παπανδρέου παρέμενε στην εξουσία.
Υποστήριζε όμως και κάτι ακόμα. Πως μέρος των δεκάδων δισεκατομμυρίων δραχμών που είχαν υπεξαιρεθεί από την Τράπεζα Κρήτης είχαν διοχετευτεί σε δημόσια πρόσωπα και κυβερνητικούς παράγοντες. Οι καταγγελίες αυτές, ανεξάρτητα από το τι θα αποδεικνυόταν αργότερα δικαστικά, ήταν αρκετές για να βάλουν φωτιά στο πολιτικό σκηνικό. Καθημερινά οι αντιπολιτευόμενες εφημερίδες κυκλοφορούσαν με πηχυαίους τίτλους των όσων υποστήριζε ο έγκλειστος επιχειρηματίας. Στον αντίποδα, έντυπα που έως τότε στήριζαν ή ανέχονταν το ΠΑΣΟΚ άρχισαν να κρατούν αποστάσεις ή να περνούν απέναντι. Τα πρωτοσέλιδα γίνονταν κάθε μέρα πιο επιθετικά. Οι αποκαλύψεις διαδέχονταν η μία την άλλη. Οι υπαινιγμοί μετατρέπονταν σε κατηγορίες και οι πολιτικές διαρροές γίνονταν μέρος της καθημερινότητας.
Η υπόθεση δεν αφορούσε πια μόνο τον Κοσκωτά, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε το κράτος, το εάν κρατικοί οργανισμοί και δημόσιες επιχειρήσεις είχαν τοποθετήσει χρήματα στην Τράπεζα Κρήτης με πολιτικές παροτρύνσεις, το εάν οι ελεγκτικοί μηχανισμοί καθυστέρησαν να κινηθούν ή το εάν κορυφαία κυβερνητικά στελέχη προστάτευσαν ή διευκόλυναν τον νεαρό τραπεζίτη. Πλειάδα ερωτημάτων, όμως, αφορούσε και τον ίδιο τον Ανδρέα Παπανδρέου.
Η «σκιά» πάνω από τον Ανδρέα
Ο Ανδρέας Παπανδρέου από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 ήταν ο κυρίαρχος του πολιτικού παιχνιδιού. Το 1981 είχε οδηγήσει το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία με το εντυπωσιακό 48,07%, ενώ στις εκλογές του 1985 το Κίνημα παρέμεινε πρώτο με 45,82%. Είχε καταφέρει να δημιουργήσει ένα ισχυρό κοινωνικό και κομματικό μπλοκ, ταυτίζοντας το όνομά του με την «Αλλαγή» στη χώρα. Όμως στα τέλη της δεκαετίας του 1980 η εικόνα του είχε αρχίσει να βαραίνει.
Η κυβέρνηση είχε φθαρεί από την πολύχρονη παραμονή στην εξουσία. Η οικονομία πίεζε. Η σκανδαλολογία είχε γίνει καθημερινότητα. Η προσωπική του ζωή, η εξωσυζυγική σχέση του με την αεροσυνοδό, Δήμητρα Λιάνη, και η σοβαρή περιπέτεια της υγείας του τροφοδοτούσαν συνεχώς τον δημόσιο λόγο. Σε αυτό το ήδη φορτισμένο σκηνικό, το σκάνδαλο Κοσκωτά λειτούργησε σαν καταλύτης. Ο έγκλειστος τραπεζίτης μιλώντας από τις ΗΠΑ, ενέπλεκε άμεσα τον πρωθυπουργό στην υπόθεση. Ο Παπανδρέου από τη μεριά του απαντούσε ότι δεν τον αγγίζει τίποτε από τη «λάσπη» που εκτοξευόταν εναντίον του και έκανε λόγο για οργανωμένη επιχείρηση πολιτικής εξόντωσης. Για το ΠΑΣΟΚ, η υπόθεση παρουσιαζόταν όλο και περισσότερο ως σκευωρία.
Για την αντιπολίτευση όμως, και ιδίως για τη Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, πατέρα του σημερινού πρωθυπουργού, αντιμετωπιζόταν ως η κορυφή ενός συστήματος διαφθοράς που έπρεπε να ερευνηθεί μέχρι τέλους. Η λέξη «κάθαρση» μπήκε δυναμικά στο πολιτικό λεξιλόγιο, με τη Νέα Δημοκρατία και τον Συνασπισμό να την προβάλλουν ως θεσμική ανάγκη με κάθε ευκαιρία. Το πολιτικό κλίμα γινόταν καθημερινά όλο και πιο τοξικό.
Ο πανίσχυρος Μένιος Κουτσόγιωργας στο κάδρο

Κεντρικό πρόσωπο σε αυτή τη φάση της υπόθεσης ήταν ο Αγαμέμνων -Μένιος για τους περισσότερους- Κουτσόγιωργας. Ο πανίσχυρος αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, ένας εκ των στενότερων συνεργατών του Ανδρέα Παπανδρέου και από τα πρόσωπα που ασκούσαν τεράστια επιρροή στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ, βρέθηκε γρήγορα στο μάτι του κυκλώνα. Ήταν από τους ανθρώπους που θεωρούνταν ότι μπορούσαν να διαμορφώνουν αποφάσεις, να επηρεάζουν θεσμούς, να χειρίζονται κρίσιμες υποθέσεις και να λειτουργούν ως ασπίδα έναντι του πρωθυπουργικού περιβάλλοντος.
Οι επικριτές του τον κατηγορούσαν ότι επιχείρησε να καθυστερήσει ή να εμποδίσει τον ουσιαστικό έλεγχο της Τράπεζας Κρήτης και κάπου εκεί μπαίνει στο πολιτικό λεξιλόγιο της εποχής και ο λεγόμενος «Κουτσονόμος», δηλαδή η νομοθετική ρύθμιση που οι αντίπαλοι του ΠΑΣΟΚ παρουσίαζαν ως ευνοϊκή για τον Κοσκωτά και ως εμπόδιο στην πλήρη αποκάλυψη της υπόθεσης. Ειδικότερα, η αναφορά σχετιζόταν με το άρθρο 40 του νόμου 1806/1988, που συνδέθηκε με τον τότε αντιπρόεδρο και υπουργό Δικαιοσύνης. Ο νόμος τυπικά αφορούσε τροποποιήσεις στη νομοθεσία για τα χρηματιστήρια αξιών, αλλά περιείχε και «άλλες διατάξεις» σχετικές με ελέγχους σε εκδοτικές επιχειρήσεις, ΜΜΕ και μετόχους πιστωτικών ιδρυμάτων.
Η ουσία του άρθρου 40 ήταν ότι έδινε στην Τράπεζα της Ελλάδος και στον αρμόδιο αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου τη δυνατότητα να ελέγχουν την προέλευση των κεφαλαίων εκδοτικών επιχειρήσεων, ραδιοτηλεοπτικών επιχειρήσεων και μετόχων τραπεζών που κατείχαν ποσοστό άνω του 20%. Επίσης, προέβλεπε άρση του τραπεζικού απορρήτου έναντι της Τράπεζας της Ελλάδος για συγκεκριμένα πρόσωπα και για συγκεκριμένο σκοπό ελέγχου. Κατά πολλούς η ρύθμιση αυτή, αντί να διευκολύνει πραγματικά τον έλεγχο του Κοσκωτά, του έδινε χρόνο και πρόσθετα περιθώρια άμυνας, καθώς έθετε ειδική διαδικασία και όρους στον έλεγχο της προέλευσης των κεφαλαίων του. Δηλαδή ως ρύθμιση εμφανιζόταν να θεσπίζει μεν τον έλεγχο, αλλά στην πράξη φέρεται να προστάτευε ή να καθυστερούσε τον ουσιαστικό έλεγχο.
Μαζί με τον Ανδρέα Παπανδρέου και τον Μένιο Κουτσόγιωργα, στο κάδρο των ευθυνών θα μπουν κι άλλα κυβερνητικά στελέχη: ο Δημήτρης Τσοβόλας, ο Γιώργος Πέτσος, ο Παναγιώτης Ρουμελιώτης, ο καθένας για διαφορετικό λόγο, διαφορετικές αποφάσεις, διαφορετικές παραλείψεις ή καταγγελλόμενες πράξεις. Η υπόθεση της υπεξαίρεσης χρημάτων από την Τράπεζα Κρήτης είχε μετατραπεί σε ένα δίκτυο πολιτικών ευθυνών που μπορεί να μην συνδέονταν κατ’ ανάγκην, αλλά έπρεπε να διερευνηθεί.
Η κρίση στο ΠΑΣΟΚ και οι καταγγελίες για δωροδοκία Κουτσόγιωργα
Το ΠΑΣΟΚ εισήλθε στο 1989 μέσα σε συνθήκες πρωτοφανούς πίεσης από τη Νέα Δημοκρατία, τον Τύπο, τον κόσμο που ζητούσε εξηγήσεις για την υπόθεση Κοσκωτά, καθώς κι από τη συνεχή αμφισβήτηση στο εσωτερικό της Χαριλάου Τρικούπη αναφορικά με τον 70χρονο ηγέτη του Κινήματος που, αν και παρέμενε χαρισματικός, δεν έμοιαζε πια άτρωτος. Η δημόσια πίεση για διερεύνηση μεγάλωνε. Η κυβέρνηση έπρεπε να απαντήσει όχι μόνο στην αντιπολίτευση, αλλά και σε ένα τμήμα της κοινωνίας που είχε αρχίσει να πιστεύει ότι πίσω από τον Κοσκωτά υπήρχε κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια τραπεζική απάτη.
Τον Φεβρουάριο του 1989, το πολιτικό κλίμα είχε επιβαρυνθεί δραματικά. Στις 8 του μηνός δημοσιεύματα του Τύπου αναφέρουν πως ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Μένιος Κουτσόγιωργας, είχε δωροδοκηθεί από τον Κοσκωτά με 2 εκατομμύρια δολάρια, τα οποία είχαν κατατεθεί σε ελβετική τράπεζα, ως «αντάλλαγμα» για την ψήφιση του «Κουτσονόμου», που όπως προαναφέραμε περιόριζε ή καθυστερούσε τους ουσιαστικούς ελέγχους της Τράπεζας της Ελλάδος στα ιδιωτικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Λίγες εβδομάδες αργότερα ο Κουτσόγιωργας θα υποβάλει την παραίτησή του.
Οι εσωκομματικοί τριγμοί δεν έχουν σταματημό. Τον Μάρτιο ο Ανδρέας Παπανδρέου ανακοινώνει ότι οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ, Αντώνης Τρίτσης, Γεώργιος-Αλέξανδρος Μαγκάκης και Ρούλα Κακλαμανάκη «έθεσαν εαυτούς εκτός κινήματος», καθώς επέλεξαν να απουσιάζουν από τη διαδικασία παροχής ψήφου εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση, ενώ στον ανασχηματισμό που ακολουθεί τον ίδιο μήνα αποπέμπεται από την κυβέρνηση και ο υπουργός Δημόσιας Τάξης, Γιώργος Πέτσος, επειδή και το δικό του όνομα είχε εμπλακεί στο σκάνδαλο Κοσκωτά. Είχε κατηγορηθεί πως, κατά τη θητεία του ως υπουργός Μεταφορών και Επικοινωνιών (πριν αναλάβει το Δημόσιας Τάξης), είχε δώσει εντολή να μεταφερθούν τα πλεονάσματα και οι καταθέσεις των Ελληνικών Ταχυδρομείων (ΕΛΤΑ) στην Τράπεζα Κρήτης του Κοσκωτά, ενισχύοντας εν γνώσει του τον επιχειρηματία. Λίγο αργότερα ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ θα τον απέκλειε και από τα ψηφοδέλτια. Οι κινήσεις αυτές, όμως, δεν αρκούν για να εκτονώσουν την κρίση. Αντιθέτως, επιβεβαιώνουν ότι η υπόθεση έχει φθάσει στον πυρήνα της εξουσίας.
Το ΠΑΣΟΚ εξακολουθεί να μιλά για συνωμοσία και πολιτική στοχοποίηση. Η Νέα Δημοκρατία επιμένει ότι η χώρα χρειάζεται «κάθαρση». Ο Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου, που είχε μόλις συγκροτηθεί ως συμμαχία του ΚΚΕ, της Ελληνικής Αριστεράς και άλλων κομμάτων του κεντροαριστερού χώρου υπό την προεδρία του Χαρίλαου Φλωράκη, ζητά επίσης πλήρη διερεύνηση. Το παλιό πολιτικό δίπολο της Μεταπολίτευσης αρχίζει να αλλάζει μορφή. Το σκάνδαλο Κοσκωτά δεν φθείρει απλώς μια κυβέρνηση, αναδιατάσσει τις πολιτικές συμμαχίες.
Οι εκλογές της 18ης Ιουνίου 1989

Οι εκλογές της 18ης Ιουνίου 1989 διεξήχθησαν σε κλίμα σκανδαλολογίας, με τη Νέα Δημοκρατία να κερδίζει καθαρά τις εκλογές, αλλά χωρίς να εξασφαλίζει αυτοδυναμία. Το εκλογικό σύστημα της σχεδόν απλής αναλογικής που είχε ψηφίσει η κυβέρνηση Παπανδρέου λίγους μήνες νωρίτερα (Νόμος 1847/1989) καθιστούσε εξαιρετικά δύσκολη την ανάδειξη μονοκομματικής κυβέρνησης. Η ΝΔ με 44,28% λάμβανε μόλις 145 έδρες, το ΠΑΣΟΚ 39,13% και 125 έδρες, ενώ ο Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου συγκέντρωσε 13,13% και 28 έδρες. Ακολουθούσε η ΔΗΑΝΑ του Κωστή Στεφανόπουλου με 1,01% και μία έδρα και το μειονοτικό κόμμα Εμπιστοσύνη του Αχμέτ Σαδίκ με 0,52% και μία έδρα επίσης.
Το αποτέλεσμα δημιούργησε πολιτικό αδιέξοδο. Η Νέα Δημοκρατία ήταν πρώτη, αλλά δεν μπορούσε να κυβερνήσει μόνη της. Το ΠΑΣΟΚ είχε χάσει, αλλά παρέμενε ισχυρό. Και κάπως έτσι ο Συνασπισμός βρέθηκε σε θέση ρυθμιστή, κρίνοντας πως η διερεύνηση των σκανδάλων έπρεπε να προχωρήσει (όπως άλλωστε και η Νέα Δημοκρατία). Το δε ΠΑΣΟΚ άρχισε να καταγγέλλει πως οι αντίπαλοί του αναζητούσαν πολιτικό όχημα για να χτυπήσουν τον Ανδρέα Παπανδρέου.
Η πιο παράδοξη συνεργασία της Μεταπολίτευσης
Αρχές Ιουλίου του 1989, ο πρόεδρος της ΝΔ, Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ο πρόεδρος του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου, Χαρίλαος Φλωράκης, και ο γραμματέας του κόμματος, Λεωνίδας Κύρκος, συμφώνησαν στη συγκρότηση κυβέρνησης συνεργασίας. Πρωθυπουργός ανέλαβε ο Τζαννής Τζαννετάκης, πρώην αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού και πάλαι ποτέ κυβερνήτης υποβρυχίων που είχε πρωτοεκλεγεί βουλευτής στις εθνικές κάλπες του 1977.
Για τα δεδομένα της εποχής, η εικόνα ήταν σχεδόν αδιανόητη: η Δεξιά και η Αριστερά, δύο παρατάξεις με βαθύ ιστορικό φορτίο, έμπαιναν στην ίδια κυβέρνηση, μια κυβέρνηση «ειδικού σκοπού» όπως ονομάστηκε, που είχε ως στόχο τη δρομολόγηση της διερεύνησης των σκανδάλων και ακολούθως τη διεξαγωγή νέων εθνικών εκλογών. Το σκεπτικό της συνεργασίας ήταν πως η χώρα δεν μπορούσε να αφήσει αναπάντητα τόσο βαριά ερωτήματα και δεν θα έπρεπε να επιτρέψουν για κανέναν λόγο την παραγραφή των αδικημάτων. Η συμμετοχή της Αριστεράς στο κυβερνητικό σχήμα έδινε θεσμικό βάρος στη διαδικασία, ώστε να μην γίνεται λόγος για κομματική εκδίκηση της Νέας Δημοκρατίας εναντίον του ΠΑΣΟΚ.
Για το ΠΑΣΟΚ, όμως, η ίδια κυβέρνηση αποτελούσε απόδειξη της πολιτικής σκευωρίας. Η συνεργασία Νέας Δημοκρατίας και Συνασπισμού παρουσιάστηκε ως ανίερη συμμαχία με έναν και μόνο στόχο: να οδηγηθεί ο Ανδρέας Παπανδρέου στο Ειδικό Δικαστήριο. Από εκεί θα γεννηθεί και θα ριζώσει ο όρος «Βρόμικο ’89». Η λέξη «βρόμικο» περιέγραφε για τους υποστηρικτές του ΠΑΣΟΚ το συνολικό πολιτικό κλίμα: τη συμμαχία των αντιπάλων, την πίεση του Τύπου, την ποινικοποίηση της πολιτικής αντιπαράθεσης αλλά και την προσπάθεια να ηττηθεί ο Παπανδρέου όχι μόνο στην κάλπη αλλά και στο εδώλιο. Η άλλη πλευρά απαντούσε ότι χωρίς αυτή τη συνεργασία δεν θα υπήρχε ποτέ πλήρης διερεύνηση. Η «κάθαρση» και το «Βρόμικο ’89» ήταν οι δύο όψεις της ίδιας σύγκρουσης.
Από τη Βουλή στο Ειδικό Δικαστήριο

Η κυβέρνηση Τζαννετάκη κινήθηκε γρήγορα. Στις 7 Ιουλίου 1989, βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας κατέθεσαν πρόταση για την ενεργοποίηση του νόμου περί ευθύνης υπουργών κατά του Ανδρέα Παπανδρέου και άλλων στελεχών της κυβέρνησής του. Λίγες ημέρες αργότερα, η Βουλή ασχολήθηκε με την υπόθεση και άρχισε να χαράσσεται ο δρόμος προς την προανακριτική διαδικασία.
Η πορεία προς το Ειδικό Δικαστήριο ήταν πλέον δύσκολο να ανακοπεί. Το πολιτικό θερμόμετρο ανέβαινε διαρκώς. Η Βουλή θα αποφασίσει τελικά στις 18 Ιουλίου 1989 τη σύσταση ειδικής Προανακριτικής Επιτροπής, προκειμένου να διαπιστωθεί η ενοχή ή μη των Ανδρέα Παπανδρέου, Μένιου Κουτσόγιωργα, Δημήτρη Τσοβόλα, Γιώργου Πέτσου και Παναγιώτη Ρουμελιώτη. Με βάση το πόρισμα της Προνακριτικής, στις 27 Σεπτεμβρίου 1989 η Βουλή αποφάσισε μετά από μυστική ψηφοφορία την παραπομπή και των 5 πολιτικών προσώπων στο Ειδικό Δικαστήριο.
Ειδικότερα, επί συνόλου 295 παρόντων μελών του Κοινοβουλίου, η ψηφοφορία ανέδειξε τα εξής αποτελέσματα:
1. Ανδρέας Παπανδρέου (τέως πρωθυπουργός):
- Για ηθική αυτουργία σε απιστία κατ’ εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος: 166 υπέρ της παραπομπής
- Για παθητική δωροδοκία σε βαθμό κακουργήματος: 165 υπέρ της παραπομπής
- Για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος από ιδιοτέλεια σε βαθμό κακουργήματος: 165 υπέρ της παραπομπής
2. Μένιος Κουτσόγιωργας (πρώην υπουργός Δικαιοσύνης):
- Για παράβαση του νόμου περί ευθύνης υπουργών: 238 υπέρ της παραπομπής
- Για υπόθαλψη εγκληματία σε βαθμό κακουργήματος: 235 υπέρ της παραπομπής
- Για παθητική δωροδοκία σε βαθμό κακουργήματος: 247 υπέρ της παραπομπής
- Για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος από ιδιοτέλεια σε βαθμό κακουργήματος: 240 υπέρ της παραπομπής
3. Δημήτρης Τσοβόλας (τέως υπουργός Οικονομικών):
- Για απιστία περί την υπηρεσία: 168 υπέρ της παραπομπής
- Για παράβαση του νόμου περί ευθύνης υπουργών: 168 υπέρ της παραπομπής
4. Γιώργος Πέτσος (τέως υφυπουργός Βιομηχανίας, Έρευνας και Τεχνολογίας):
- Για παράβαση του νόμου περί ευθύνης υπουργών: 219 υπέρ της παραπομπής
- Για ηθική αυτουργία σε απιστία κατ’ εξακολούθηση σε βαθμό κακουργήματος: 204 υπέρ της παραπομπής
- Για παθητική δωροδοκία σε βαθμό κακουργήματος: 222 υπέρ της παραπομπής
5. Παναγιώτης Ρουμελιώτης (τέως υπουργός Εθνικής Οικονομίας):
- Για παράβαση του νόμου περί ευθύνης υπουργών: 170 υπέρ της παραπομπής
Ο Ανδρέας Παπανδρέου αρνήθηκε κατηγορηματικά κάθε ποινική ευθύνη. Αναγνώριζε μονάχα την πολιτική ευθύνη που έφερε, με την έννοια ότι η υπόθεση είχε συμβεί επί των ημερών της κυβέρνησής του, αλλά απέρριπτε την κατηγορία ότι είχε προσωπική εμπλοκή ή ότι είχε δωροδοκηθεί. Για εκείνον και για το ΠΑΣΟΚ, η παραπομπή αποτελούσε ξεκάθαρα πολιτική δίωξη. Η στιγμή είχε ένα τεράστιο συμβολικό βάρος. Ένας πρώην πρωθυπουργός, ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ, ο άνθρωπος που είχε κυριαρχήσει στην πολιτική ζωή της δεκαετίας του 1980, οδηγούνταν ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου. Ακόμα και κάποιοι από όσους ζητούσαν «κάθαρση» καταλάβαιναν ότι ίσως ξεπερνούσαν τα όρια. Μάλιστα εκείνη την εποχή ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνος Καραμανλής, φέρεται να είπε πως «έναν πρωθυπουργό δεν τον στέλνεις στη φυλακή, τον στέλνεις σπίτι του».
Η δολοφονία Μπακογιάννη και η βαριά σκιά
Η πολιτική ατμόσφαιρα του Σεπτεμβρίου του 1989 είχε βαρύνει όμως ακόμα περισσότερο και εξαιτίας ενός ακόμα θλιβερού γεγονότος. Το πρωινό της 26ης του μηνός, τα μέλη της τρομοκρατικής οργάνωσης «17 Νοέμβρη» δολοφόνησαν τον Παύλο Μπακογιάννη την ώρα που έμπαινε στο γραφείο του επί της οδού Ομήρου, στο κέντρο της Αθήνας. Ήταν βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας, δημοσιογράφος, γαμπρός του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και από τα πρόσωπα που είχαν εργαστεί για την επίτευξη της εθνικής συμφιλίωσης. Σημειωτέον ότι η δολοφονία του έγινε μία ημέρα πριν από την κρίσιμη ψηφοφορία της Βουλής, στις 27 Σεπτεμβρίου 1989, για την παραπομπή στο Ειδικό Δικαστήριο των πολιτικών προσώπων που εμπλέκονται στην υπόθεση Κοσκωτά.
Στη 12σέλιδη προκήρυξη που ακολούθησε, με τίτλο «Άρχισε η κάθαρση», η 17 Νοέμβρη επιχείρησε να συνδέσει τη δολοφονία με το σκάνδαλο Κοσκωτά, διατυπώνοντας βαρύτατους και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς κατά του Μπακογιάννη και άλλων πολιτικών προσώπων. Η παρέμβαση, πέρα από τη φρίκη της δολοφονίας, έδειχνε πόσο δηλητηριασμένο είχε γίνει το δημόσιο κλίμα. Ακόμα και η εγχώρια τρομοκρατία επιχειρούσε να εντάξει τη δράση της στη ρητορική της «κάθαρσης». Η χώρα έμοιαζε να ζει αλλεπάλληλα σοκ. Σκάνδαλα, παραπομπές, εκλογές χωρίς αυτοδυναμία, κυβέρνηση Δεξιάς και Αριστεράς, πολιτικές κατηγορίες, τρομοκρατία. Όλα αυτά μέσα σε λίγους μήνες.
Οι φήμες, οι βαλίτσες και τα «Πάμπερς»

Στο κέντρο του παρασκηνίου, ωστόσο, παρέμενε ο Κοσκωτάς. Όσα έλεγε από τις ΗΠΑ γίνονταν αμέσως αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης, δημοσιογραφικής ανάλυσης και δικαστικής αξιολόγησης. Ο ίδιος είχε κάθε λόγο να μιλά. Βρισκόταν υπό πίεση, αντιμετώπιζε το ενδεχόμενο έκδοσης στην Ελλάδα και επιχειρούσε να διαπραγματευθεί τη θέση του μέσα από την πολιτική αξία των όσων γνώριζε ή ισχυριζόταν ότι γνώριζε.
Στην κοινή γνώμη κυκλοφορούσαν ιστορίες για βαλίτσες με χρήματα, για μεσάζοντες, για παρασκηνιακές επαφές, για χρηματοδοτήσεις, για κυβερνητικές παρεμβάσεις και για ευφάνταστους τρόπους δωροδοκίας όπου τα χαρτονομίσματα μεταφέρονταν μέσα σε κουτιά βρεφικών πανών Pampers. Όλοι το έκαναν εικόνα στο μυαλό τους. Ένα κουτί για πάνες, γεμάτο λεφτά. Ήταν μια εικόνα τόσο ισχυρή, τόσο λαϊκή και τόσο εύκολα αναπαραγώγιμη, ώστε έμεινε στη συλλογική μνήμη περισσότερο από πολλές άλλες λεπτομέρειες της δικογραφίας.
Το τέλος της κυβέρνησης Τζαννετάκη
Η κυβέρνηση Τζαννετάκη είχε από την αρχή περιορισμένο ορίζοντα. Δεν σχηματίστηκε για να κυβερνήσει επί μακρόν, αλλά για να δρομολογήσει όπως αναφέραμε συγκεκριμένες θεσμικές διαδικασίες. Αφού ολοκληρώθηκε ο κύκλος των παραπομπών, η συγκυβέρνηση Νέας Δημοκρατίας και Συνασπισμού έλαβε τέλος και η χώρα οδηγήθηκε ξανά σε εκλογές τον Νοέμβριο του 1989.
Και πάλι, όμως, δεν προέκυψε σταθερή αυτοδύναμη κυβέρνηση, παρά το γεγονός ότι αυτή τη φορά η ΝΔ είχε λάβει 46,19% και 148 έδρες, το ΠΑΣΟΚ 40,67% και 128 έδρες, ο Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου 10,97% και 21 έδρες. Ακολούθησε ο σχηματισμός οικουμενικής κυβέρνησης υπό τον 85χρονο καθηγητή, Ξενοφώντα Ζολώτα, με τη συμμετοχή της Νέας Δημοκρατίας, του ΠΑΣΟΚ και του Συνασπισμού. Ήταν μια προσπάθεια να περάσει η χώρα από το αδιέξοδο σε μια μορφή προσωρινής συνεννόησης. Όμως το δηλητήριο της προηγούμενης περιόδου δεν είχε φύγει. Η υπόθεση Κοσκωτά παρέμενε ανοικτή, οι πολιτικές σχέσεις ήταν τραυματισμένες και το Ειδικό Δικαστήριο βρισκόταν μπροστά. Η τελική αναμέτρηση δεν θα γινόταν πλέον μόνο στα έδρανα της Βουλής αλλά στην αίθουσα του δικαστηρίου, μπροστά στις κάμερες και στα μάτια μιας χώρας που παρακολουθούσε καθημερινά την Ιστορία να μετατρέπεται σε τηλεοπτικό γεγονός.
Από το σκάνδαλο στη δίκη
Το τρίτο μέρος του αφιερώματος κλείνει ακριβώς εδώ: στο σημείο όπου η πολιτική καταιγίδα έχει ήδη ξεσπάσει, οι παραπομπές έχουν αποφασιστεί, οι συμμαχίες έχουν ανατραπεί και η πολιτική ζωή οδεύει προς το Ειδικό Δικαστήριο. Στο επόμενο μέρος, η υπόθεση θα μεταφερθεί στην αίθουσα του Ειδικού Δικαστηρίου. Εκεί όπου θα ακουστούν οι κατηγορίες, θα καταγραφούν οι απολογίες, θα καταρρεύσει ο Μένιος Κουτσόγιωργας κατά τη διάρκεια της διαδικασίας και θα χάσει τη ζωή του, θα κριθεί ο Ανδρέας Παπανδρέου και θα φανεί τι απέμεινε τελικά από το μεγαλύτερο οικονομικοπολιτικό σκάνδαλο της Μεταπολίτευσης.









