Αρχική / Οικονομία / Ποιες ελαφρύνσεις έρχονται για τις επιχειρήσεις

Ποιες ελαφρύνσεις έρχονται για τις επιχειρήσεις


Στο υπουργείο Οικονομικών εξετάζουν τη μείωση του ποσοστού προκαταβολής φόρου στο 40% για τις ατομικές επιχειρήσεις και στο 55% για τα νομικά πρόσωπα. Μετά τα φυσικά πρόσωπα, στο τραπέζι βρίσκεται και η κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος για τις εταιρείες. Ερχονται νέες παρεμβάσεις στο τεκμαρτό σύστημα φορολόγησης των ελεύθερων επαγγελματιών. Εξετάζονται μεγαλύτερη μείωση στο ελάχιστο τεκμαρτό εισόδημα και στήριξη για τις ευάλωτες επαγγελματικές ομάδες.

Tρεις νέες παρεμβάσεις για τη μείωση των φορολογικών βαρών των επιχειρήσεων αλλά και των ελεύθερων επαγγελματιών που φορολογούνται με το τεκμαρτό σύστημα, ώστε να ενισχυθεί η ρευστότητα και να βελτιωθεί η λειτουργία τους, βρίσκονται στον πυρήνα των μέτρων που πρόκειται να περιλαμβάνει η κυβερνητική ατζέντα στη Διεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης. Η μείωση της προκαταβολής φόρου, η κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος για τα νομικά πρόσωπα και οι νέες στοχευμένες ελαφρύνσεις για τους ελεύθερους επαγγελματίες και αυτοαπασχολούμενους συνθέτουν τη νέα δέσμη μέτρων για την ελάφρυνση των επιχειρήσεων, με στόχο να μπορέσουν, εκτός των άλλων, να υποστηρίξουν και υψηλότερους μισθούς για τους εργαζομένους τους, όπως προσδοκά η κυβέρνηση. Η υπεραπόδοση του πρωτογενούς πλεονάσματος το 2025 δεν χρηματοδότησε μόνο τα μέτρα που ανακοινώθηκαν από τον πρωθυπουργό, αλλά στηρίζει με τουλάχιστον 1 δισ. ευρώ τον «κουμπαρά» για τη δέσμη των μόνιμων ελαφρύνσεων και εισοδηματικών ενισχύσεων του Σεπτεμβρίου.

Στο 80% και στο 55%

Η προκαταβολή φόρου εισοδήματος αποτελεί έναν βασικό μηχανισμό μέσω του οποίου προεισπράττεται μέρος του φόρου που αναμένεται να προκύψει για το επόμενο φορολογικό έτος. Σήμερα ανέρχεται στο 80% για νομικά πρόσωπα, όπως Α.Ε., ΕΠΕ, Ο.Ε., Ε.Ε., ΙΚΕ, και στο 55% για τις ατομικές επιχειρήσεις και τους ελεύθερους επαγγελματίες, επί του φόρου που έχει βεβαιωθεί για το προηγούμενο έτος. Το μέτρο αυτό έχει ως στόχο την εξασφάλιση σταθερών δημοσίων εσόδων, αλλά συχνά προκαλεί σημαντική επιβάρυνση στη ρευστότητα των επιχειρήσεων, ιδίως των μικρομεσαίων. Ωστόσο, μόνο από τις επιχειρήσεις το Δημόσιο εισπράττει περίπου 3,5 δισ. ευρώ από την προκαταβολή φόρου.

Το υπουργείο Οικονομικών εξετάζει μια σειρά από σενάρια, μεταξύ των οποίων η μείωση του ποσοστού της προκαταβολής φόρου στο 40% για τις ατομικές επιχειρήσεις και στο 55% για τα νομικά πρόσωπα. Η αλλαγή αυτή εκτιμάται ότι θα εφαρμοστεί για τον φόρο που θα βεβαιωθεί το 2027, δηλαδή για τα εισοδήματα που θα δηλωθούν το 2028.

Εφόσον υλοποιηθεί, θα πρόκειται για μια σημαντική ελάφρυνση, καθώς μειώνει την προκαταβολική φορολογική επιβάρυνση, δίνοντας στις επιχειρήσεις μεγαλύτερη ευχέρεια να καλύψουν λειτουργικές δαπάνες, να επενδύσουν ή να αντιμετωπίσουν περιόδους οικονομικής αβεβαιότητας. Ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον αυξημένου κόστους ενέργειας και χρηματοδότησης, η ελάφρυνση αυτή μπορεί να λειτουργήσει ως κίνητρο για την ενίσχυση της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο παρελθόν έχουν εφαρμοστεί προσωρινές μειώσεις της προκαταβολής φόρου, κυρίως κατά την περίοδο της πανδημίας COVID, όταν το ποσοστό είχε μειωθεί ακόμη και κάτω από το 55% για συγκεκριμένες κατηγορίες επιχειρήσεων.

Παράλληλα, η ενδεχόμενη μείωση της προκαταβολής συνδέεται με μια ευρύτερη στρατηγική φορολογικής πολιτικής, που στοχεύει στη δημιουργία ενός πιο φιλικού και προβλέψιμου επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Ωστόσο, η εφαρμογή της θα εξαρτηθεί από τις δημοσιονομικές συνθήκες και την ανάγκη διατήρησης ισορροπίας στα δημόσια έσοδα. Σημειώνεται ότι η προκαταβολή υπολογίζεται στο ποσό του φόρου που προκύπτει μετά την αφαίρεση των παρακρατηθέντων φόρων. Αν η επιχείρηση διανύει τα πρώτα τρία έτη λειτουργίας της από τη δήλωση έναρξης εργασιών, το ποσοστό της προκαταβολής μειώνεται κατά 50%. Εάν τα εισοδήματα της τρέχουσας χρήσης είναι σημαντικά μειωμένα -πάνω από 25% σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά- υπάρχει η δυνατότητα να υποβληθεί αίτηση μείωσης της προκαταβολής στην ΑΑΔΕ, συνήθως μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου.

Η επιβάρυνση 1.000 ευρώ

Μετά την κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος για τα φυσικά πρόσωπα, στο τραπέζι βρίσκεται και η κατάργησή του για τα νομικά πρόσωπα. Το συγκεκριμένο τέλος είναι ένας σταθερός ετήσιος φόρος, που κυμαίνεται έως 1.000 ευρώ για τις επιχειρήσεις, ενώ για ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να διαμορφωθεί χαμηλότερα. Η επιβολή του είχε καθιερωθεί κατά τη διάρκεια της δημοσιονομικής κρίσης ως μνημονιακό μέτρο, με στόχο την αύξηση των δημοσίων εσόδων. Ωστόσο, με την πάροδο των ετών αποτελεί έναν ιδιαίτερα επιβαρυντικό φόρο, κυρίως για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, καθώς δεν συνδέεται με την κερδοφορία, αλλά επιβάλλεται ανεξαρτήτως οικονομικών αποτελεσμάτων. Αυτό έχει ως συνέπεια να δημιουργεί ένα επιπλέον σταθερό κόστος λειτουργίας ακόμη και για επιχειρήσεις με χαμηλά ή μηδενικά κέρδη. Η σταδιακή μείωση του τέλους ξεκίνησε από τους ελεύθερους επαγγελματίες, ενώ καταργήθηκε πλήρως από το 2025. Πλέον, το οικονομικό επιτελείο εξετάζει την επέκταση της κατάργησης και στα νομικά πρόσωπα, με στόχο την πλήρη εξάλειψή του. Η παρέμβαση αυτή εκτιμάται ότι έχει σημαντικό δημοσιονομικό κόστος, το οποίο υπολογίζεται περίπου στα 240-250 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, θεωρείται ουσιαστική για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων. Ιδιαίτερα για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, η απαλλαγή από έναν σταθερό φόρο εκτιμάται ότι μπορεί να διευκολύνει την ανάπτυξη, τις επενδύσεις και τη διατήρηση των θέσεων εργασίας.

Διόρθωση αδικιών

Νέες παρεμβάσεις στο τεκμαρτό σύστημα φορολόγησης των ελεύθερων επαγγελματιών εξετάζει το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης, με στόχο τη διόρθωση αδικιών και στρεβλώσεων που έχουν εντοπιστεί κατά την εφαρμογή του μέτρου. Με τις παρεμβάσεις που σχεδιάζονται, θα μετριαστεί και η επίπτωση από την αύξηση του κατώτατου μισθού, η οποία οδηγεί σε δυσανάλογη αύξηση του φόρου εισοδήματος που εκτιμάται ότι φτάνει έως το 34%. Αναμένεται να εξεταστούν μεγαλύτερες μειώσεις στο ελάχιστο τεκμαρτό εισόδημα, καθώς και η διεύρυνση των εξαιρέσεων για ευάλωτες επαγγελματικές ομάδες, ενώ παράλληλα βρίσκονται υπό εξέταση πιθανές μειώσεις στους συντελεστές προσαύξησης. Σκοπός των παρεμβάσεων αυτών είναι να αντιμετωπιστούν περιπτώσεις στις οποίες επαγγελματίες με πραγματικά χαμηλό τζίρο υποχρεώνονται να φορολογούνται για υψηλότερα ποσά από τα πραγματικά τους έσοδα. Επιπλέον, δεν αποκλείεται να υπάρξει επέκταση των κατηγοριών που δικαιούνται εκπτώσεις στο τεκμαρτό εισόδημα, καθώς και αύξηση των ποσοστών μείωσης. Στο ισχύον πλαίσιο προβλέπεται σήμερα έκπτωση 50% για συγκεκριμένες ομάδες επαγγελματιών, όπως άτομα με αναπηρία από 67% έως 79%, επαγγελματίες που δραστηριοποιούνται και διαμένουν σε οικισμούς κάτω των 500 κατοίκων ή σε μικρά νησιά, γονείς μονογονεϊκών οικογενειών με ανήλικα παιδιά ή εξαρτώμενα τέκνα με αναπηρία τουλάχιστον 67%, καθώς και πολύτεκνες οικογένειες.

Παράλληλα, θα εξεταστεί η διεύρυνση των πλήρων απαλλαγών από το τεκμαρτό σύστημα για ευάλωτες κατηγορίες επαγγελματιών με χαμηλό κύκλο εργασιών. Σύμφωνα με το ισχύον καθεστώς, πλήρη απαλλαγή απολαμβάνουν οι νέοι επαγγελματίες για τα τρία πρώτα έτη από την έναρξη δραστηριότητας, οι μητέρες επαγγελματίες για το έτος γέννησης του παιδιού και για τα δύο επόμενα έτη, οι αγρότες, όσοι εργάζονται με «μπλοκάκι» και συνεργάζονται με έως τρεις εργοδότες, καθώς και τα άτομα με ποσοστό αναπηρίας άνω του 80%.

Εξαιρούνται καφενεία σε πολύ μικρούς οικισμούς ή νησιά, καθώς και ασφαλιστικοί διαμεσολαβητές που συνεργάζονται με περιορισμένο αριθμό εταιρειών και έχουν δηλώσει ως επαγγελματική έδρα την κατοικία τους. Η επέκταση των απαλλαγών θεωρείται απαραίτητη, προκειμένου το σύστημα να ανταποκρίνεται καλύτερα στις ιδιαιτερότητες επαγγελμάτων με αντικειμενικά χαμηλότερα εισοδήματα. Επίσης, δεν αποκλείεται η αναθεώρηση των συντελεστών προσαύξησης του τεκμαρτού εισοδήματος, οι οποίοι αυξάνονται ανάλογα με τα έτη δραστηριοποίησης. Ενδεικτικά, για επαγγελματίες χωρίς προσωπικό προβλέπεται σήμερα προσαύξηση 10% για διάρκεια δραστηριότητας επτά έως εννέα έτη, 20% για δέκα έως 12 έτη και 30% για περισσότερα από 12 έτη λειτουργίας. Παράλληλα, για επιχειρήσεις που απασχολούν εργαζομένους, το ελάχιστο εισόδημα προσαυξάνεται κατά 10% του ετήσιου μισθολογικού κόστους, με ανώτατο όριο τα 15.000 ευρώ, καθώς και κατά 5% της διαφοράς μεταξύ του κύκλου εργασιών της επιχείρησης και του μέσου κύκλου εργασιών του κλάδου βάσει ΚΑΔ. Οι συγκεκριμένες προσαυξήσεις εκτιμάται ότι επιβαρύνουν δυσανάλογα ορισμένες επαγγελματικές κατηγορίες, γι’ αυτό στο μικροσκόπιο έχει τεθεί η μείωση ή ακόμη και η κατάργησή τους σε επιμέρους περιπτώσεις.





Source link