Οι πληθωριστικές πιέσεις σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες περιορίζουν την κατανάλωση και οδηγούν σε μειωμένες πωλήσεις των ελληνικών προϊόντων.
Οι αντοχές των ελληνικών εξαγωγών δοκιμάζονται τις τελευταίες εβδομάδες εξαιτίας της εμπόλεμης κατάστασης στη Μέση Ανατολή. Ο πόλεμος, όπως χαρακτηριστικά επισημαίνουν εκπρόσωποι του εξαγωγικού κλάδου, προκαλεί «αιμορραγία» στις ελληνικές εξαγωγικές επιχειρήσεις, οι οποίες βλέπουν να μειώνονται οι παραγγελίες τους. Μάλιστα η πτώση των εξαγωγών θα αποτυπωθεί στα στοιχεία που θα ανακοινωθούν τον Μάιο, με παράγοντες της αγοράς να εκτιμούν ότι η κατάσταση αυτή θα ισχύσει και σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες. Την ίδια στιγμή οι πληθωριστικές πιέσεις σε όλη την Ευρώπη περιορίζουν την κατανάλωση και οδηγούν σε μειωμένες πωλήσεις των ελληνικών προϊόντων. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι ελληνικές εξαγωγές (χωρίς να συμπεριλαμβάνονται τα πετρελαιοειδή) σε ευρωπαϊκές χώρες ανήλθαν το 2025 στα 24,5 δισ. ευρώ, συγκεντρώνοντας το 65% των συνολικών εξαγωγών με την αξία του εξαγωγικού εμπορίου σε τρίτες χώρες να είναι στα 12,5 δισ. ευρώ.
Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία τον Ιανουάριο οι ελληνικές εξαγωγές σημείωσαν μείωση 11,9% σε ετήσια βάση, ενώ κατά 1,3% μειώθηκαν οι εξαγωγές προς τις ευρωπαϊκές χώρες. Εντύπωση προκαλεί στους εξαγωγείς το γεγονός ότι μέχρι και σήμερα η Ελληνική Στατιστική Αρχή δεν έχει δημοσιεύσει τα αποτελέσματα για την πορεία των εξαγωγών τον Φεβρουάριο, κάτι το οποίο αναμένεται να γίνει στις 8 Μαΐου.
Εντονη ανησυχία
Με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή να βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, οι Ελληνες εξαγωγείς χτυπούν «καμπανάκι» και ζητούν από την κυβέρνηση παρεμβάσεις, προκειμένου να στηριχθούν οι επιχειρήσεις. Η Ευρώπη αποτελεί τον βασικό αποδέκτη των ελληνικών εξαγωγών. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην πρώτη δεκάδα των χωρών που εισάγουν ελληνικά προϊόντα περιλαμβάνονται εννέα ευρωπαϊκές χώρες. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, η Ιταλία εξακολουθεί να αποτελεί τον σημαντικότερο προορισμό των ελληνικών προϊόντων, ενώ η Γερμανία καταλαμβάνει τη δεύτερη θέση. Η Κύπρος βρίσκεται στην τρίτη θέση και ακολουθεί η Βουλγαρία καταλαμβάνοντας την τέταρτη. Στην έκτη θέση βρίσκεται η Ρουμανία, στην όγδοη η Ισπανία και στην ένατη η Γαλλία. Την πρώτη δεκάδα των κυριότερων προορισμών των ελληνικών εξαγωγών συμπληρώνει η Ολλανδία, η οποία βρισκόταν στη 15η θέση το 2024. Στην πέμπτη θέση βρίσκονται οι ΗΠΑ και στην έβδομη το Ηνωμένο Βασίλειο.
Συνεπώς, η πορεία των εξαγωγών στην Ευρώπη αποτελεί βαρόμετρο για τις επιδόσεις του ελληνικού εξαγωγικού εμπορίου, που βρίσκεται σε μια κρίσιμη φάση, καθώς καταγράφεται μείωση της ζήτησης σε ελληνικά προϊόντα και από χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Τι αναφέρει η έρευνα
Χαρακτηριστικά είναι τα στοιχεία της έρευνας που διενήργησε ο Σύνδεσμος Εξαγωγέων Βορείου Ελλάδος (ΣΕΒΕ), σύμφωνα με την οποία η επίδραση της κρίσης στη ζήτηση είναι ήδη εμφανής σε σημαντικό μέρος των επιχειρήσεων, με διαφοροποιήσεις ανά κλάδο. Στη βιομηχανία, το 57,7% των επιχειρήσεων δηλώνει ότι έχει αντιμετωπίσει μείωση στη ζήτηση ή ακυρώσεις παραγγελιών, με τις επιπτώσεις να αξιολογούνται κυρίως ως μικρής (35,3%) και μέτριας έντασης (32,4%), ενώ ένα 26,5% τις χαρακτηρίζει σημαντικές.
Στον αγροδιατροφικό τομέα, το ποσοστό των επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν μείωση ζήτησης ανέρχεται σε 71,4%, με κυρίαρχη την εκτίμηση μικρού βαθμού επίπτωσης (60%), ενώ καταγράφονται και περιπτώσεις σημαντικής (20%) και πολύ σοβαρής επίδρασης (6,7%). Στις λοιπές υπηρεσίες, στις μεταφορές και στα logistics, το 66,7% των επιχειρήσεων δηλώνει μείωση ζήτησης, με τις επιπτώσεις να κατανέμονται μεταξύ μικρού και μέτριου βαθμού, χωρίς καταγραφή περιπτώσεων υψηλής έντασης.
Αύξηση κόστους
Σύμφωνα με τον ΣΕΒΕ, οι συνέπειες που καταγράφονται διαφοροποιούνται ανά κλάδο, με κοινό παρονομαστή την αύξηση του κόστους – κυρίως του ενεργειακού και του μεταφορικού. Στη βιομηχανία, οι κυριότερες επιπτώσεις αφορούν το αυξημένο κόστος μεταφορών και την άνοδο των ενεργειακών τιμών. Στον αγροδιατροφικό τομέα, οι επιπτώσεις εντοπίζονται ακόμη πιο έντονα στο κόστος, με το 43,2% να αναφέρει αυξημένα μεταφορικά και το 40,9% άνοδο των ενεργειακών τιμών.
Μέση Ανατολή
Η εξαγωγική δραστηριότητα των επιχειρήσεων σε χώρες της Μέσης Ανατολής εμφανίζει διαφοροποιήσεις μεταξύ των κλάδων, τόσο ως προς τη διείσδυση όσο και ως προς τη σημασία των αγορών αυτών στο συνολικό εξαγωγικό τους προφίλ. Στη βιομηχανία, το 61,5% των επιχειρήσεων δηλώνει δραστηριοποίηση στην περιοχή, με την πλειονότητα αυτών να καταγράφει περιορισμένη εξαγωγική έκθεση, καθώς το 54,5% πραγματοποιεί λιγότερο από το 10% των εξαγωγών του προς τις συγκεκριμένες αγορές, ενώ το 33,3% κινείται στο εύρος 10%-30%. Στον αγροδιατροφικό τομέα, το 47,6% των επιχειρήσεων δραστηριοποιείται στη Μέση Ανατολή, με ακόμη χαμηλότερη εξαγωγική εξάρτηση, καθώς το 80% δηλώνει ποσοστό εξαγωγών κάτω του 10% και το 20% μεταξύ 10%-30%.
Οι στρατηγικές αντίδρασης των επιχειρήσεων σε περίπτωση συνέχισης της κρίσης επικεντρώνονται κυρίως στην αύξηση τιμών και στην αναζήτηση νέων αγορών. Στη βιομηχανία, η κυρίαρχη επιλογή είναι η αύξηση τιμών (49,4%), ενώ σημαντικό ποσοστό επιχειρήσεων στρέφεται και στην αναζήτηση άλλων αγορών (36,7%), με μικρότερη παρουσία της μείωσης εξαγωγικής δραστηριότητας (10,1%). Αντίστοιχα, στον αγροδιατροφικό τομέα,το 44,4% των επιχειρήσεων δηλώνει πρόθεση αύξησης τιμών και το 37% πρόθεση αναζήτησης νέων αγορών, ενώ καταγράφεται και ένα ποσοστό 11,1% που εξετάζει τη μείωση της εξαγωγικής δραστηριότητας. Οπως αναφέρεται στην έρευνα του ΣΕΒΕ, οι εξαγωγείς συνηγορούν στο ότι απαιτούνται πρόσθετα μέτρα στήριξης από την πολιτεία. Για παράδειγμα, στη βιομηχανία πάνω από το 95% των επιχειρήσεων θεωρεί αναγκαία τη στήριξη, δίνοντας προτεραιότητα κυρίως σε μέτρα για τη μείωση του ενεργειακού κόστους. Σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΣΕΒΕ, Συμεών Διαμαντίδη, «τα αποτελέσματα της έρευνας αποτυπώνουν με σαφήνεια τις αυξανόμενες πιέσεις που δέχονται οι ελληνικές εξαγωγικές επιχειρήσεις σε ένα περιβάλλον έντονης γεωπολιτικής αβεβαιότητας».









